Τετάρτη, 5 Φεβρουαρίου 2014

Η φιλολογία περί του «τέλους της Ιστορίας».


Αλήθεια που  βρίσκονται  όλοι όσοι  υποστήριζαν με τις επίμονες και ηχηρές  παρεμβάσεις τους  το «τέλος της ιστορίας»;  Η περί του «τέλους» φιλολογία μας είχε κατακλύσει  λες και διεξαγόταν ολόγυρά μας κάποια μυστικιστική , χιλιαστική τελετουργία.
Οι ύστατοι οπαδοί της νεωτερικότητας εξοστράκισαν όλους τους μύθους περιορίζοντας την ορθολογικότητα στην εργαλειακή συνάφεια σκοπών μέσων. Ο  νηφάλιος τρόπος παρουσίασης   του εργαλειακού ορθολογισμού εμπεριέχει ένα συγκεκριμένο υπερβατολογικό σχέδιο το οποίο στοχεύει στην καθαίρεση όλων των προηγουμένων υπερβατολογικών σχεδίων και την  κατάληψη της θέση τους.    Όσοι τούτη την ύστερη πρωτοκαθεδρία της εργαλειακής ορθολογικότητας ,που χαρακτηρίζει εμμενώς την καπιταλιστική ανταλλακτική σχέση σε όλες τις ιστορικές μορφές της, την αντιλαμβάνονται ως ευεργετική απόδραση από τη μεταφυσική πλάνη, δηλαδή όσοι εκσυγχρονιστές έλκουν την καταγωγή από μονόπλευρες θεωρήσεις του Διαφωτισμού, μετατρέπουν μια ειδική μορφή λογισμού σε αυταξία, ένα τύπο λογικής –και υπολογιστικής- συναγωγής σε υπερβατικό ιδεώδες ορθολογικότητας. Η υποτιθέμενη ιστορική πραγμάτωση της τελευταίας στο μετανεωτερικό κόσμο είναι ένας αισιόδοξος τρόπος για να ισχυρισθεί κανείς ότι με το θρίαμβο του Ορθού Λόγου το κοινωνικό γίγνεσθαι έφτασε στο τέλος του και συνάμα πέτυχε το «τέλος» του.  Ο ιδεότυπος  του οπαδού της ύστερης νεωτερικότητας παρουσιάζει τα χαρακτηριστικά ενός προσώπου δίχως την απαιτούμενη στοίχηση  με την πραγματικότητα, που όχι μόνον συγχέει το δέον με το υπαρκτό αλλά επιπροσθέτως επιμένει να πολυλογεί, με εθελοτυφλούντα ηθικισμό , γύρω από εναρμονιστικές κανονιστικές αρχές, αξιωματικές και αθεμελίωτες –σύμβολα κυριαρχίας των εν αποδρομή ελίτ του φιλελεύθερου μοντερνισμού.
Οι ρομαντικοί  αλλά και οι παλαιάς κοπής ουσιοκράτες  κατακρημνίζονται απέλπιδες στο θανατερό τους χάος αδυνατώντας να κατανοήσουν τόσο τα αποτελέσματα της επιστήμης αλλά κυρίως τις συντελεσθείσες κοινωνικές διεργασίες . Συνεχίζουν να κολυμπούν σε ένα ομιχλώδες ονειρικό περιβάλλον το οποίο καμία σχέση δεν έχει με τα συμβαίνοντα. Οι ύστατες προσπάθειές τους να συμβαδίσουν με ένα ολότελα ξένο παρών ως προς τα προτάγματα τους, τους  οδηγούν απρόσκοπτα στην ύφανση  συνωμοσιολογιών και ανακάλυψη ανύπαρκτων εχθρών.  Για αυτούς το τέλος της ιστορίας  έχει υπάρξει στο παρελθόν.  
Οι μεταμοντερνιστές χαριεντίζονταν με την τελεσίδικη απομάγευση του κόσμου, η οποία αποτίναξε και τα τελευταία απομεινάρια εναρμονιστικού ορθολογισμού, διαλύοντας το ενιαίο και συμπαγές  πρόταγμα του στην ελευθεριάζουσα αμετροέπεια των πολλαπλών λόγων και των κατακερματισμένων πράξεων. Η μαζικοδημοκρατική κοινωνία της μετανεωτερικής εποχής , εγκαταλείποντας ή καταστρέφοντας τις ολοποιητικές εναρμονιστικές φιλοδοξίες της νεωτερικότητας, δύο μόνον διαδικασίες κατορθώνει, πρακτικά, να συσχετίσει οργανικά στους κόλπους της :την πολτοποίηση της συλλογικότητας- τα «πρόσωπα» καθίστανται άμορφη μάζα τυποποιημένων μονάδων, διασκορπισμένα  εντός της ισοπεδωτικής εγκοσμιότητας – με τον ατομοκεντρικό υποκειμενισμό υπερφίαλων υπάρξεων, που είναι πάντα πρόθυμες να αναγνωρίσουν υψίστη  σπουδαιότητα στην ιστορική ουτιδανότητα της συνείδησης και των ενεργημάτων της. Εξουδετερώνοντας τη νεωτερική «μεταφυσική της παρουσίας» , δηλαδή το ανθρωποκεντρικό πρότυπο της ηθικής σκέψης των Νέων Χρόνων, συγκροτεί , εξαιτίας της «πανουργίας του Λόγου» που πάντα καιροφυλακτεί για να φέρει τα πάνω κάτω, το πολιτισμικό σύμπαν του φρενήρους ατομισμού, του υπερκαταναλωτισμού και του αγοραίου ευδαιμονισμού. Το τέλος της ιστορίας είναι ένα αέναο παρόν το οποίο περιστρέφεται συνεχώς  γύρω από τον εαυτό του.
Η μαρξιστική αντίληψη της ιστορίας , είναι πλέον  γνωστόν παγκοίνως,  ότι διαγράφει μια λίγο-πολύ ευθύγραμμη  ανοδική  σπειροειδή πορεία  με ηθικά φορτισμένη κατάληξη και με άμεσο φορέα το οικονομικό στοιχείο. Το πρωτείο της οικονομίας μέσα στο μαρξιστικό σχήμα κατατείνει  στην κατοχύρωση της εσχατολογίας με «επιστημονικά» επιχειρήματα. Γιατί η αναγκαιότητα της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων και η αναγκαιότητα της προσαρμογής των παραγωγικών σχέσεων στις παραγωγικές δυνάμεις φαίνεται  να κάνουν αναπόδραστο το happy end της Ιστορίας, δηλαδή την αταξική κοινωνία, ανεξάρτητα από τη βούληση, ανεξάρτητα ακόμα κι από την ατομική ηθική των ανθρώπων
Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο σε όλα τα αναφερόμενα παραπάνω θεωρητικά σχήματα ενυπάρχει εγγενώς  το «τέλος της ιστορίας». Ενυπάρχει ως καθοδηγητικό ερμηνευτικό πλαίσιο του παρόντος  κόσμου με τη διαφορά ότι αυτό που απεικονίζεται ως παρών κόσμος σήμερα δεν υφίσταται.
Όμως η συστηματική μελέτη της  Ιστορίας δείχνει ότι  είναι  ανοιχτή ως προς τις πιθανές εκβάσεις (όχι αναγκαστικά ως προς τους δρώντες μηχανισμούς), γιατί δεν δρα εντός της μία πάγια ιεραρχία παραγόντων, όπου ο ένας είναι πάντα πιο καθοριστικός από κάποιον άλλον, αλλά το βάρος και η σπουδαιότητά τους ποικίλλουν συνεχώς ανάλογα με τη συγκυρία. Όπως σημειώνει ο Κονδύλης : τούτο δεν σημαίνει διόλου την άρνηση μιας επιστήμης της ιστορίας και των ανθρωπίνων πραγμάτων, δηλαδή δεν σημαίνει διόλου την άρνηση της αιτιότητας – όμως άλλο πράγμα είναι η αιτιότητα που ισχύει σε κάθε περίπτωση και άλλο πράγμα είναι η νομοτέλεια που πάει να υποτάξει όλες τις περιπτώσεις σε μια και μόνη τελολογικά αρθρωμένη αλυσίδα.
Η ιστορία είναι πάντα έκπληξη και με αυτήν την αλήθεια , αλήθεια σχεδόν αυταπόδεικτη, δεν αμφισβητείται το τέλος της ιστορίας αλλά και κάθε ιδέα μιας τελολογικά προσδιορισμένης ιστορίας. Η ιστορία είναι το προϊόν μαχών, αντιμαχιών, διαμαχών , με συγκεκριμένο τρόπο σε συγκεκριμένες καταστάσεις, μεταξύ συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων με συγκεκριμένα συμφέροντα, που διαμορφώνονται ανάλογα με τις εποχές και τους συσχετισμούς δύναμης, πυροδοτούν εκρήξεις, παράγουν τομές, σπάνια προβλέψιμες.