Πέμπτη, 27 Φεβρουαρίου 2014

Ομιλία Γεράσιμου Δ. Αρσένη στην παρουσίαση του βιβλίου του Σταύρου Λυγερού και του Κώστα Μελά «Μετά τον Ερντογάν τι;», Εκδόσεις Πατάκη.


Ευχαριστίες και συγχαρητήρια στους συγγραφείς Σταύρο Λυγερό και Κώστα Μελά και στον Εκδοτικό Οίκο Πατάκη.
            Πρόκειται για ένα βιβλίο που αποτελεί μια μεγάλη προσφορά στην κατανόηση του τουρκικού φαινομένου  Προσφέρει μια διεισδυτική ανάλυση της σύγχρονης Τουρκίας και εξετάζει τους εσωτερικούς και εξωτερικούς παράγοντες που θα παίξουν ρόλο στην κατεύθυνση που θα πάρει η αυριανή Τουρκία.
            Όποιος περιμένει από αυτό το βιβλίο να του φανερώσει τον οδικό χάρτη της Τουρκίας μετά τον Ερντογάν, σίγουρα θα απογοητευθεί.  Το βιβλίο δεν ανήκει στην κατηγορία της ιδεολογικής μονομέρειας του μονόδρομου της ιστορικής πορείας όπου το σήμερα προσδιορίζει απολύτως το αύριο.  Το βιβλίο, έργο ώριμης σκέψης και επίπονης εργασίας, κτίζει στέρεες βάσεις για να μπορέσει ο ίδιος ο αναγνώστης να αναπτύξει τα δικά του σενάρια.  Για το βιβλίο, η ατζέντα του μέλλοντος είναι ανοικτή και τίποτε δεν αποκλείεται.
            Ξεκινώντας από αυτή την παρατήρηση, θέλω κι εγώ ως αναγνώστης να προσεγγίσω το βιβλίο με ένα καυτό ερώτημα:
Μπορεί η Τουρκία να αναδειχθεί σε αυτοδύναμη περιφερειακή δύναμη που να επηρεάζει τις εξελίξεις στην ευρύτερη περιοχή;  Και τι θα σήμαινε για την Ελλάδα μια τέτοια εκδοχή;
            Σε επίπεδο προθέσεων, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι ο τουρκικός μεγαλοϊδεατισμός είναι ακρογωνιαίος λίθος του νέο-οθωμανισμού.  Σε αντιδιαστολή προς τον κεμαλικό μεγαλοϊδεατισμό, η ουσία του νέο-οθωμανικού δόγματος είναι ότι «η Τουρκία δεν πρέπει να λειτουργεί όπως στο παρελθόν, ούτε σαν το ακραίο φυλάκιο της Δύσης στην Ανατολή, ούτε σαν γέφυρα μεταξύ Ανατολής και Δύσης, ούτε σαν πολύτιμο γεωπολιτικό οικόπεδο μεταξύ Ευρώπης, Κεντρικής Ασίας και Μέσης Ανατολής.  Σύμφωνα με τη θεώρηση του Νταβούτογλου, ο εδαφικός και πληθυσμιακός όγκος, το αυτοκρατορικό παρελθόν και οι δυνατότητες επιρροής της Τουρκίας [σελ. 552] τη διευκολύνουν να αναδειχθεί σε αυτόνομη περιφερειακή δύναμη.
            Γι΄ αυτό λαμβάνει ενεργό ρόλο και δεσμεύσεις στην ευρύτερη περιοχή, χωρίς να χαλαρώνει τους δεσμούς της με τους Ευρωατλαντικούς θεσμούς αλλά και χωρίς αυτοί οι θεσμοί να εμποδίζουν την ανάπτυξη των ρωσο-τουρκικών σχέσεων.  Με τα λόγια των συγγραφέων «η νέο-οθωμανική Τουρκία επιχειρεί να εδραιώσει ηγεμονικό ρόλο στην Ανατολή ώστε να μπορεί από ενισχυμένη θέση να διαπραγματεύεται με τη Δύση».
            Εδώ πρέπει να σημειώσω ότι ο τουρκικός μεγαλοϊδεατισμός δεν προέκυψε πρόσφατα.  Έχει βαθιές τις ρίζες του στη λαϊκή συνείδηση και ήταν κυρίαρχος στην οθωμανική αλλά και στην κεμαλική εποχή.  Ο νέο-οθωμανισμός του Ερντογάν που εκφράζει το πολιτικό Ισλάμ, έχει λοιπόν τις ρίζες του στον οθωμανισμό και στον Κεμαλισμό.
            Σήμερα, το νέο-οθωμανικό δόγμα έχει ξεπεράσει το στάδιο των προθέσεων και έχει καταστεί ο νέος «εθνικός προορισμός» της Τουρκίας.  Το ερώτημα όμως που τίθεται είναι αν η Τουρκία είναι σε θέση να εκπληρώσει τον προορισμό που η ίδια επέλεξε.  Πολλά έχουν γραφεί γι΄ αυτό το θέμα και οι εκτιμήσεις διίστανται: κάποιοι πιστεύουν ότι στις επόμενες δεκαετίες ο νέο-οθωμανισμός θα θριαμβεύσει ενώ άλλοι πιστεύουν ότι ο στόχος είναι ανέφικτος και η αλαζονεία της Τουρκίας θα την οδηγήσει σε κρίση που θα αμφισβητήσει την ίδια την ακεραιότητά της.
            Το βιβλίο αυτό προσφέρει μια διεισδυτική αλλά και εξαιρετικά ισορροπημένη ανάλυση των εσωτερικών και εξωτερικών παραγόντων που θα παίξουν καταλυτικό ρόλο στην έκβαση αυτού του διακυβεύματος.  Δεν προσφέρει ετυμηγορία αλλά, από το ζύγιασμα των παραγόντων που εξετάζονται, προκύπτει σαφώς ότι ο δρόμος θα είναι στρωμένος από αλλεπάλληλες κρίσεις, εσωτερικές και εξωτερικές.
            Όσον αφορά το εσωτερικό μέτωπο, πολλοί αμφισβητούν την εσωτερική συνοχή της τουρκικής κοινωνίας.  Από την πολυπολιτισμική σύνθεση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στο κεμαλικό δόγμα «μια χώρα, ένα έθνος, μια γλώσσα, μια θρησκεία», έχουν συμβεί κοσμογονικές αλλαγές στη σύνθεση της τουρκικής κοινωνίας.  Άλλοτε με βίαιες και αποτρόπαιες πράξεις γενοκτονίας και εθνοκάθαρσης, άλλοτε με πολιτικές καταπίεσης μειονοτήτων, ο εκτουρκισμός, τουλάχιστον επιφανειακά, φαίνεται να μην είναι μακριά από τον κεμαλικό στόχο.  Γνωρίζω ότι υπάρχουν αξιόλογες μελέτες που καταδεικνύουν ότι η πλήρης ενσωμάτωση των ποικιλώνυμων μειονοτήτων δεν έχει επιτευχθεί και, συνεπώς, η τουρκική κοινωνία επικάθεται σ΄ ένα απρόβλεπτο και επικίνδυνο ηφαίστειο.  Χωρίς να παραβλέπω αυτόν τον παράγοντα, πιστεύω ότι εάν ο εκδημοκρατισμός και η οικονομική ανάπτυξη συνεχισθούν απρόσκοπτα, η Τουρκία δεν θα έχει να αντιμετωπίσει περισσότερα προβλήματα απ΄ όσα σήμερα εμφανίζονται στην Ισπανία ή ακόμη και στη Μεγάλη Βρετανία.
            Οι εκτιμήσεις αυτές ισχύουν για όλες τις θρησκευτικές και εθνοτικές μειονότητες, με εξαίρεση το Κουρδικό.  Το Κουρδικό, μαζί με το οικονομικό και την αντίφαση ανάμεσα στις αστικές αξίες μιας σύγχρονης δημοκρατίας και στο πολιτικό Ισλάμ, αποτελούν τους τρεις βασικούς εσωτερικούς παράγοντες που, κατά τη γνώμη μου, απειλούν το νέο-οθωμανικό διακύβευμα. 
            Ο Λυγερός μας προσφέρει ένα εξαιρετικό κεφάλαιο που αναλύει την ιστορική διαδρομή του Κουρδικού, τον πολύχρονο αγώνα του PKK και εξηγεί πως, μέσα από αυτήν τη διαδρομή, η κουρδική ταυτότητα διαχωρίστηκε ιστορικά και αμετάκλητα από την τουρκική.  Η «στρατιωτική» λύση του κουρδικού απέτυχε και η λεγόμενη πολιτική λύση, που το καθεστώς του Ερντογάν διακαώς επιθυμεί, παρουσιάζει ανυπέρβλητα εμπόδια.  Υπολογίζεται ότι από τα 75 περίπου εκατομμύρια κατοίκων της Τουρκίας, τα 22-23 εκατομμύρια είναι Κούρδοι που αυξάνονται με ταχύτατους ρυθμούς.  Εκτιμάται ότι σύντομα, 1 στους 3 κατοίκους της Τουρκίας θα είναι Κούρδοι οι οποίοι, πέρα από την πατροπαράδοτη εστία τους στην νοτιοανατολική Τουρκία, βρίσκονται τώρα μαζικά στα μεγάλα αστικά κέντρα των παραλίων.
            Το καθεστώς του Ερντογάν γνωρίζει ότι η πολιτική λύση του Κουρδικού αποτελεί προϋπόθεση για να κάνει πράξη η Τουρκία τις ηγεμονικές της φιλοδοξίες.  Οι απαιτήσεις όμως που προβάλλονται από την κουρδική μεριά και οι αντιδράσεις του στρατιωτικού κατεστημένου καθιστούν την πολιτική λύση, ίσως με μια μορφή ομοσπονδίας, εξαιρετικά δύσκολη.  Οι δυσκολίες επαυξάνονται και από το γεγονός ότι το κουρδικό έθνος – που δεν κατόρθωσε ποτέ να αποκτήσει την κρατική υπόσταση – είναι διεσπαρμένο και σε άλλα κράτη της περιοχής, στο Ιράν, στο Ιρακ και στη Συρία.  Από αυτήν την άποψη, το κουρδικό δεν είναι μόνο εσωτερικό πρόβλημα της Τουρκίας αλλά πρόβλημα διεθνές που επηρεάζει τις ισορροπίες στην περιοχή.  Ήδη με τη συνδρομή του διεθνούς παράγοντα, έχει αναδυθεί και παγιωθεί ένα κουρδικό κρατίδιο στο Βόρειο Ιράκ και, ως αποτέλεσμα των εχθροπραξιών στη Συρία, εμφανίζεται ένα κουρδικό κρατικό υβρίδιο στα σύνορα με την Τουρκία.
            Με τα λόγια του Λυγερού, όσο το Κουρδικό παραμένει άλυτο, η Τουρκία θα αιμορραγεί και μακροπρόθεσμα μπορεί να οδηγήσει σε καταστάσεις που θα αμφισβητήσουν το ενιαίο του Τουρκικού κράτους.
Η Τουρκική Οικονομία
            Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στις επιδόσεις της τουρκικής οικονομίας.  Η ακτινογραφία της τουρκικής οικονομίας – που καταλαμβάνει περίπου το 1/3 των σελίδων, έργο του Κώστα Μελά - αποτελεί μια σοβαρή και υπεύθυνη παρουσίαση της πορείας της τουρκικής οικονομίας.  Αναλύονται όλες οι πτυχές της οικονομικής δραστηριότητας, των διακυμάνσεων της οικονομικής πολιτικής με ιδιαίτερη έμφαση στη λειτουργία του πιστωτικού συστήματος.
            Συνιστώ στον αναγνώστη να ξεπεράσει την έμφυτη απέχθεια που έχει στην παράθεση αριθμών και να μελετήσει αυτό το κεφάλαιο.  Θα κερδίσει μια πληρέστερη κατανόηση της σημερινής Τουρκίας και θα είναι σε πολύ καλύτερη θέση να αξιολογήσει σενάρια πολιτικών εξελίξεων.  Σημειώνω ότι η μελέτη του Κώστα Μελά είναι η πρώτη ολοκληρωμένη ανάλυση της σύγχρονης τουρκικής οικονομίας στην ελληνική βιβλιογραφία.
            Από την περίοδο του Οζάλ μέχρι σήμερα, η Τουρκία ακολούθησε το νέο-φιλελεύθερο υπόδειγμα του ΔΝΤ.  Ακρογωνιαίος λίθος της πολιτικής αυτής ήταν η μαζική εισροή κεφαλαίων από το εξωτερικό, είτε υπό μορφή ξένων άμεσων επενδύσεων (Ξ.Α.Ε). ή επενδύσεων χαρτοφυλακίου.  Οι μαζικές ιδιωτικοποιήσεις απορρόφησαν σχεδόν το σύνολο των ΞΑΕ.
            Η επακόλουθη σημαντική αύξηση του ΑΕΠ δεν συνοδεύθηκε από ιδιαίτερα δημοσιονομικά προβλήματα.  Το δημόσιο χρέος είναι μόλις 45% του ΑΕΠ ενώ ο δημόσιος τομέας παρουσιάζει μικρό έλλειμμα και αξιοσημείωτο πρωτογενές πλεόνασμα.
            Η αχίλλειος πτέρνα της οικονομίας εντοπίζεται στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών που παρουσιάζει ένα έλλειμμα της τάξης του 8% του ΑΕΠ.  Όσο το έλλειμμα εκαλύπτετο κυρίως με ΞΑΕ δεν υπήρχε πρόβλημα χρηματοδότησης αλλά, στην τρέχουσα χρήση, μόνο το 15% καλύπτεται από ΞΑΕ.  Το υπόλοιπο χρηματοδοτείται από επενδύσεις χαρτοφυλακίου που είναι περιβόητες για την αστάθειά τους.  Μια μικρή αλλαγή του οικονομικού κλίματος ή της πολιτικής σταθερότητας μπορεί να οδηγήσει σε δραστική εκροή κεφαλαίων.
            Η ακριβή και ασταθής μορφή χρηματοδότησης μαζί με την υπέρμετρα επεκτατική πιστωτική πολιτική που ακολουθείται, μπορεί επί του παρόντος να διατηρεί έναν ικανοποιητικό ρυθμό ανάπτυξης αλλά, πολύ εύκολα, μπορεί να οδηγήσει σε απότομη ανατροπή, σε πιστωτική φούσκα και σε βαθιά οικονομική κρίση.
            Η τουρκική οικονομία είναι σαν ένα ποδήλατο που όσο τρέχει μπορεί να κρατήσει την ισορροπία του αλλά, εάν σπάσει το λάστιχο, θα χάσει την ισορροπία της και θα πέσει.
Η αντίφαση ανάμεσα στις αστικές αξίες και το πολιτικό Ισλάμ
            Η στρατο-γραφειοκρατία του κεμαλισμού κατέρρευσε αλλά ισχυρότατα τμήματα της δυτικότροπης αστικής τάξης στα μεγάλα αστικά κέντρα που είναι απότοκα της κεμαλικής περιόδου εμφανίζουν έντονη κινητικότητα και δραστηριότητα.  Οι κινητοποιήσεις στην Κωνσταντινούπολη και σε άλλα αστικά κέντρα που αμφισβήτησαν το καθεστώς του Ερντογάν, υπενθυμίζουν πόσο εύθραυστες είναι οι ισορροπίες στη σημερινή Τουρκία.
            Τα τμήματα αυτά των αστικών στρωμάτων είχαν υποστηρίξει τον Ερντογάν όχι επειδή συμφωνούσαν ιδεολογικά με το κόμμα του αλλά επειδή τον θεωρούσαν παράγοντα εξισορρόπησης και, εν τέλει, αποδυνάμωσης της στρατο-γραφειοκρατίας.
            Με το ξήλωμα του κεμαλικού «βαθέος κράτους», οι νέο-οθωμανοί οικοδομούν το δικό τους καθεστώς, με πτυχές «βαθέος κράτους».  Τα στρώματα της δυτικότροπης αστικής κοινωνίας αντιδρούν στην καθιέρωση ενός πολιτικού Ισλάμ ως καθεστώτος και δυσφορούν απέναντι στην τάση του Ερντογάν να αναπαράγει τις πατερναλιστικές κρατικές δομές, να εκδηλώνει τον ιδιότυπο αυταρχισμό του και να διολισθαίνει σε εκδοχές ισλαμικού συντηρητισμού.
            Από την άλλη μεριά, ο Ερντογάν αισθάνεται την απειλητική πίεση από το κύμα ενός ανερχόμενου Ισλαμισμού όπου πρωτοστατεί η κίνηση Gulen, η οποία διαθέτει σημαντικούς οικονομικούς πόρους και εντυπωσιακή παρουσία όχι μόνο στην Τουρκία αλλά και διεθνώς, συμπεριλαμβανομένων των ΗΠΑ και της Ε.Ε.  Το κίνημα αυτό, που εκφράζει μια προσπάθεια εκσυγχρονισμού του ισλαμισμού, υποστηρίζει την ενσωμάτωση των μουσουλμάνων στο σύγχρονο κόσμο αλλά με τρόπο που να διατηρούν το συντηρητικό τρόπο ζωής στην ιδιωτική σφαίρα.  Το κίνημα αυτό βρίσκει απήχηση στα ανερχόμενα μεσαία και ανώτερα στρώματα που προέρχονται από τη «βαθιά Τουρκία», έχει διεισδύσει στους κρατικούς μηχανισμούς και αυξάνει συνεχώς τις πιέσεις στον Ερντογάν για πιο ριζοσπαστικές ρυθμίσεις για την ολοκλήρωση του πολιτικού Ισλάμ.
            Οι αντιθέσεις ανάμεσα στις αντιμαχόμενες δυνάμεις δεν μπορούν από τη φύση τους να καταλήξουν σε σύνθεση.  Ο Ερντογάν προσπαθεί - και το έχει καταφέρει – να διατηρήσει μια ισορροπία.  Αλλά η ισορροπία αυτή, από τη φύση της, είναι ασταθής.  Αργά ή γρήγορα το ιδεολογικό χάσμα μεταξύ δυτικών αστικών αξιών και πολιτικού Ισλάμ θα οδηγήσει σε ανοικτή σύγκρουση.
Το εξωτερικό περιβάλλον
            Αν η ανάλυση των προκλήσεων που διαμορφώνουν το εσωτερικό σκηνικό – το Κουρδικό, η οικονομία και οι ιδεολογικές αντιθέσεις – καταδεικνύουν τις μεγάλες δυσκολίες που αντιμετωπίζει το διακύβευμα του Ερντογάν, η εξέταση των εξωτερικών παραγόντων αναδεικνύει ακόμα πιο δυσοίωνα μηνύματα. 
            Το δόγμα Νταβούτογλου «μηδενικά προβλήματα με τους γείτονες» δεν άργησε να αναιρεθεί από την ίδια την πραγματικότητα.  Παρά τα αρχικά ανοίγματα στον Αραβικό κόσμο, στο Ιράν και στην Αρμενία και τη διάρρηξη του άξονα Ισραήλ – Τουρκία, οι προσπάθειες δεν απέδωσαν.  Ούτε το Ιράν ούτε η Αίγυπτος και γενικότερα ο Αραβικός κόσμος είναι διατεθειμένοι να αποδεχθούν έναν ηγεμονικό ρόλο της Τουρκίας στην περιοχή.  Εξάλλου, η εμπλοκή της Τουρκίας στις εχθροπραξίες στη Συρία άνοιξαν μια νέα πληγή.
            Η πραγματικότητα είναι ότι η Τουρκία έχει σοβαρότατα προβλήματα με τους γείτονές της και αυτά δεν είναι καθόλου εύκολο να ξεπεραστούν.  Εξάλλου, στη μελλοντική διαμόρφωση του σκηνικού της περιοχής, σημαντική θα είναι και η συμβολή του διεθνούς παράγοντα που, απ΄ όσο τουλάχιστον γνωρίζουμε, θα προτιμούσε μια ισορροπία, έστω και ασταθή, μεταξύ περιφερειακών δυνάμεων από τον ηγεμονικό ρόλο μιας μόνο χώρας.  Το βιβλίο δεν καταλήγει στο θέμα αυτό αλλά, με βάση αυτά που αναλύονται στο βιβλίο, εγώ προσωπικά – χωρίς να αποκλείω τελείως την πιθανότητα να καταστεί αυτοδύναμη περιφερειακή δύναμη – καταλήγω στην άποψη ότι ο μεγαλοϊδεατισμός του νέο-οθωμανισμού θα τσακιστεί από τις εσωτερικές αντιθέσεις και τη δυναμική που αναπτύσσεται στην ευρύτερη περιοχή.  Η πιο πιθανή εξέλιξη, κατά τη γνώμη μου, είναι να αναθεωρήσει η Τουρκία τους στόχους της ενόψει των ανυπέρβλητων εμποδίων και να αναγκασθεί να «κοντύνει» τις φιλοδοξίες της σε διαστάσεις πιο κοντά στο μπόι της.  Και σ΄ αυτήν την περίπτωση, όμως, η Τουρκία θα εξακολουθήσει να είναι μια μεγάλη χώρα, μια μεγάλη εσωτερική αγορά, σε ένα γεωπολιτικά κρίσιμο σταυροδρόμι.  Η διαπραγματευτική της δύναμη θα παραμείνει σημαντική, αλλά είναι άδηλο αν θα εξελιχθεί σε παράγοντα σταθεροποίησης ή αποσταθεροποίησης στην περιοχή.
            Τι σημαίνουν όλα αυτά για την Ελλάδα;      
Ανεξάρτητα από το σενάριο που θα επιλέξει κανείς για την Τουρκία, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η Τουρκία θα συνεχίσει να ασκεί πιέσεις στο τόξο Θράκη – Αιγαίο – Κύπρος.  Σταθερή πολιτική της Τουρκίας είναι η περαιτέρω συρρίκνωση του Ελληνισμού.  Η πολιτική του κατευνασμού που έχουμε ακολουθήσει από το 1996, όχι μόνο δεν απέδωσε αλλά αποθράσυνε την Τουρκία η οποία συνεχώς αναβαθμίζει τις παράλογες απαιτήσεις απέναντι στον Ελληνισμό.
            Ανεξάρτητα του πως θα διαμορφωθεί η μελλοντική Τουρκία, όσο εμείς δεν αλλάζουμε πλεύση στις Ελληνοτουρκικές σχέσεις, το αποτέλεσμα θα είναι οδυνηρό για εμάς.  Μας το λένε οι συγγραφείς και αξίζει να διαβάσω το σχετικό απόσπασμα: «Αξίζει να σημειωθεί ότι μια μερίδα των ελληνικών αρχουσών ελίτ, εθισμένη στην εξάρτηση και στον πολιτικό μεταπρατισμό, δείχνει έτοιμη να αποδεχθεί ένα καθεστώς έμμεσης δορυφοροποίησης της Ελλάδας στο άρμα της νεοοθωμανικής Τουρκίας».  Και συνεχίζει «η ανάπτυξη των ελληνοτουρκικών οικονομικών σχέσεων, σε συνδυασμό με την κρίση της Ευρωζώνης, φαίνεται να ενισχύει αυτή την τάση.  Κάποτε το δίλημμα είχε τεθεί με όρους «παπική τάρα ή τουρκικό φέσι».  Σήμερα, δεν τίθεται καν δίλημμα.  Η μετατροπή της Ελλάδας σε Ευρωπαϊκό προλεταριάτο (για την ακρίβεια Γερμανικό) μπορεί να συνδυασθεί με την αποδοχή της γεωπολιτικής εξάρτησης από την Άγκυρα» [σελ. 236]. 
            Η ανακάλυψη κοιτασμάτων και σοβαρές ενδείξεις ότι στο βυθό της Ανατολικής Μεσογείου υπάρχουν ακόμα μεγαλύτερα, αλλάζουν τον τρόπο που οι ΗΠΑ και η Ε.Ε. βλέπουν την περιοχή.  Εδώ το παιχνίδι ξεπερνά τις τοπικές του διαστάσεις και γίνεται κεντρικό παγκόσμιο θέμα.  Ο τρόπος με τον οποίο η ενέργεια θα μεταφερθεί από το Ισραήλ, την Κύπρο και πιθανόν αργότερα από την Ελλάδα στην Ε.Ε. ενδιαφέρει δυνατούς παίκτες εκτός περιοχής, τις ΗΠΑ, τη Ρωσία και την ίδια την Ε.Ε.  Εάν αγωγός προς την Ε.Ε. περάσει από το Ισραήλ και την Κύπρο μέσω Τουρκίας, οι γεωπολιτικές επιπτώσεις είναι ξεκάθαρες.  Αν πάλι οι παίκτες προτιμήσουν τα κοιτάσματα να ελέγχονται από την αδύναμη Κυπριακή Δημοκρατία παρά από την απαιτητική Τουρκία, οι επιπτώσεις θα είναι πολύ διαφορετικές.  Το πρόβλημα είναι ότι, ενώ η Τουρκία και το Ισραήλ «παίζουν», η Ελλάδα όχι μόνο είναι απούσα αλλά δεν έχει καν κάνει βήματα για να ασκήσει τα κυριαρχικά της δικαιώματα στις θαλάσσιες ζώνες και στην ΑΟΖ. 
            Στην απουσία σαφούς στρατηγικής από τη μεριά της Ελλάδας και ενόψει των διαφωνιών ανάμεσα στις εμπλεκόμενες χώρες, υπάρχει ο κίνδυνος να εμφανισθεί ο «δούρειος ίππος της συνεκμετάλλευσης».  Οι συγγραφείς σωστά επιμένουν ότι ο κίνδυνος αυτός είναι ορατός και προωθείται μάλιστα από τις ΗΠΑ.  Ο Richard Morningstar, αξιωματούχος των ΗΠΑ για τα θέματα ενέργειας το είπε απερίφραστα: «εάν δεν είναι δυνατόν να υπάρξει συμφωνία μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας για τα όρια, μπορούν να υπάρξουν εμπορικές διευθετήσεις, αφήνοντας το θέμα της οριοθέτησης για το μέλλον.  «Μπορώ», είπε, «να φανταστώ μια περίπτωση στο Αιγαίο, ή σε κάποια άλλη αμφισβητούμενη περιοχή, όπου το οικονομικό όφελος είναι και για τις δύο χώρες τόσο μεγάλο που τις συμφέρει να καταλήξουν σε μια επιχειρηματική λύση, ακόμα κι αν δεν συμφωνούν στα συγκεκριμένα όρια».  Και ο Εγκεμέν Μπαγίς, ο Υπουργός Ευρωπαϊκών Υποθέσεων της Τουρκίας συνηγορεί «στις διαφιλονικούμενες περιοχές πρέπει να φτιάξουμε πλατφόρμες άντλησης πετρελαίου και αυτές να γίνουν πλατφόρμες επίλυσης των διαφορών». 
            Συνεκμετάλλευση χωρίς να έχει προηγηθεί οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας / ΑΟΖ, θα είναι λεόντεια συμφωνία εις βάρος της Ελλάδας.
            Συμπεραίνω:  Να μην περιμένουμε βελτίωση των Ελληνοτουρκικών σχέσεων ως αποτέλεσμα εξελίξεων στην Τουρκία.  Οι προοπτικές για την Ελλάδα θα βελτιωθούν μόνο αν αποβάλλουμε το φοβικό μας σύνδρομο, αν γίνουμε ξανά παίκτες και όχι παθητικοί αποδέκτες των απαιτήσεων των άλλων.  Αλλά, για να γίνει αυτό, θα χρειαστούν αλλαγές όχι μόνο στο πολιτικό σύστημα αλλά και στο οικονομικό – κοινωνικό καθεστώς της μεταπολίτευσης.
            Πιστεύω ότι θα ήταν πολύ χρήσιμο, ο εκδοτικός οίκος Πατάκη να πάρει την πρωτοβουλία για να εκδοθεί μια μελέτη, συμπληρωματική του «Μετά τον Ερντογάν τι;», με θέμα «Μετά την Μεταπολίτευση, τι;».