Δευτέρα, 24 Φεβρουαρίου 2014

Σχετικά με τα έσοδα της Γενικής Κυβέρνησης του ελληνικού κράτους,

 

Η εξέλιξη των εσόδων της Γενικής Κυβέρνησης του  ελληνικού κράτους,  ως % του ΑΕΠ, παρουσιάζεται στον Πίνακα 1 που ακολουθεί. Την περίοδο 2010 -2013 παρουσίασαν σημαντική αύξηση και το 2013 ήταν γύρω στο 45,0%[1].  Μάλιστα η Ελλάδα βρίσκεται πλέον στο ίδιο επίπεδο της Γερμανίας.
 Στον ίδιο Πίνακα 1 παρουσιάζονται τα έσοδα των χωρών της ευρωζώνης, δύο  συγκεκριμένων χωρών οι οποίες έχουν αντίστοιχα  το υψηλότερο και  χαμηλότερο ποσοστό εσόδων και τέλος της ισχυρότερης οικονομίας  (και οι τρείς ανήκουν στην ευρωζώνη).
Η πρώτη σημαντική παρατήρηση είναι η μεγάλη απόκλιση μεταξύ των δύο χωρών με το μεγαλύτερο (μικρότερο) ποσοστό εσόδων ως προς το ΑΕΠ. Αν λάβουμε υπόψη το σύνολο των χωρών της ευρωζώνης (18 χώρες) τουλάχιστον οι μισές βρίσκονται κάτω από τον μέσο όρο με απόκλιση από 13 ποσοστιαίες μονάδες μέχρι και 2 ποσοστιαίες μονάδες. Αντιστοίχως το ίδιο συμβαίνει με τις χώρες των οποίων τα έσοδα βρίσκονται πάνω από το μέσο όρο. Οι αποκλίσεις αυτές εκφράζουν τις ιδιομορφίες του ιστορικού τρόπου ανάπτυξης των συγκεκριμένων χωρών. Συνεπώς ο χρησιμοποιούμενος ως σημείο αναφοράς , μέσος όρος, μικρή  ως ασήμαντη σημασία έχει για να μην πω καμία απολύτως σημασία για την πραγματικότητα των χωρών.  Σημασία έχει η διαχειριστική λογική της δημοσιονομικής πολιτικής να υπηρετεί τους βασικούς στόχους της οικονομικής πολιτικής με όλους του βαθμούς ελευθερίας ή τους περιορισμούς που υπάρχουν σε κάθε συγκυρία.
     


 Πίνακας1


Συνολικά έσοδα Γενικής Κυβέρνησης ως % του ΑΕΠ
(ESA 95)

Ελλάδα
Ευρωζώνη
Φιλανδία
Σλοβακία
Γερμανία
1994-98
38,3
45,3
55,8
44,7
45,6
1999-03
41,3
45,5
53,6
38,5
45,2
2004-08
39,6
45
53
33,8
43,7
2009
38,4
44,9
53,4
33,5
45,2
2010
40,6
44,8
53
32,3
43,7
2011
42,4
45,3
54,1
33,3
44,3
2012
44,6
46,2
54,4
33,2
44,8
2013
44,6
46,7
55,2
33
44,6
2014
45,1
46,7
55,7
33,7
44,5

Πηγή: European Economy , Autumn forecast 2013.


Στην Διάγραμμα 1 παρουσιάζεται η εξέλιξη των εσόδων και των πρωτογενών δαπανών της Ελλάδος ως % του ΑΕΠ.. Το 2013  τα έσοδα και οι πρωτογενείς δαπάνες της γενικής κυβέρνησης ήταν(σύμφωνα με τις τελευταίες εκτιμήσεις) 45,5% του ΑΕΠ και οι πρωτογενείς δαπάνες στο 44,7%. . Έτσι, το πρωτογενές πλεόνασμα ως ποσοστό του ΑΕΠ στην Ελλάδα υπολογίζεται στο +0,8% . 




Τώρα  σύμφωνα με το ισχύον πρόγραμμα βιωσιμότητας του ελληνικού δημοσίου χρέους τα απαιτούμενα πρωτογενή πλεονάσματα τα οποία πρέπει να παραχθούν παρουσιάζονται στον Πίνακα 2.

Πίνακας 2

Απαιτούμενα πρωτογενή πλεονάσματα για τη βιωσιμότητα
του ΔΧ σύμφωνα με το ισχύον πρόγραμμα.
% ΑΕΠ
Έτος
% ΑΕΠ




2013
0,00%




2014
1,50%




2015
3%




2016-2019
4,50%




2020
4,20%




2021-2030
4%




Πηγή: IMF, Greece, Fourth Review, 16 July 2013.

Συνεπώς για την επίτευξη των απαιτουμένων πρωτογενών πλεονασμάτων , ως % του ΑΕΠ, χρειάζεται να μεταβληθούν το προσεχές μέλλον τα ποσοστά των εσόδων και των πρωτογενών δαπανών στο ΑΕΠ.  Αυτό σημαίνει ότι είτε τα έσοδα πρέπει να αυξηθούν , είτε οι δαπάνες να μειωθούν είτε να συμβούν και τα δύο με τέτοιο τρόπο ώστε να επιτευχθεί ο στόχος των πρωτογενών πλεονασμάτων από το 2014 και έπειτα.
Σύμφωνα με το πρόγραμμα βιωσιμότητας του ΔΧ η προτεινόμενη επιλογή συνίσταται στη  σταδιακή μείωση των πρωτογενών δαπανών. Από το 44,8% που υπολογίζονται το 2013 (η αναφορά στο πρόγραμμα είναι  42,9%) το 2020 θα κατέλθουν στο 37,8% και από το 2021 μέχρι το 2030 θα σταθεροποιηθούν στο 38,0% του ΑΕΠ[2].
Από την άλλη μεριά αν θέλουμε να διατηρήσουμε τις πρωτογενείς δαπάνες στο ύψος του 2013 (44,8% του ΑΕΠ) τότε θα πρέπει τα έσοδα να αυξηθούν αναλογικά και να φθάσουν :το 2014 στο  47,7%, και από το 2016 μέχρι το 2020 στο 49,2% του ΑΕΠ. Βεβαίως υπάρχουν και οι περιπτώσεις της ταυτόχρονης αυξομείωσης των εσόδων και των πρωτογενών δαπανών ως % του ΑΕΠ. Πάντως αν δεχθούμε την ανάγκη ύπαρξης πρωτογενών πλεονασμάτων αυτού του ύψους που περιγράφεται από το πρόγραμμα θα πρέπει να δράσουμε σύμφωνα με τα παραπάνω λεχθέντα.
 Όμως η μαθηματική αντιμετώπιση του ανωτέρου προβλήματος προσκρούει τις περισσότερες φορές στην οικονομική πραγματικότητα με δύο πολύ συγκεκριμένους τρόπους : Α) τη σχετική αποτελεσματικότητα της προτεινόμενης λύσης ως προς την επίτευξη των βασικών στόχων της οικονομικής πολιτικής . Δηλαδή τη μεγέθυνση του ΑΕΠ, την ισορροπία στο εξωτερικό αλλά και στο δημοσιονομικό ισοζύγιο, στην επίτευξη της πλήρους απασχόλησης και ενός ελεγχόμενου πληθωρισμού.  Β)στην ιδεολογική τοποθέτηση του ασκούντος την οικονομική πολιτική.
Στη σημερινή συγκυρία πάντως προσκρούει στην αδήριτη πραγματικότητα των ελλήνων φορολογουμένων.  Οι αυξήσεις όλων των φορολογικών συντελεστών και η αύξηση της συνολικής φορολογικής επιβάρυνσης εν μέσω σημαντικότατης μείωσης του ΑΕΠ και των εισοδημάτων δύσκολα επιτρέπει σε κάποιον να σκεφτεί για περαιτέρω αύξηση των εσόδων του κράτους.[3] Συνεπώς όποιος αναφέρεται στη αύξηση  των εσόδων ως ποσοστό του ΑΕΠ θα πρέπει να πει σε τι ύψος επιθυμεί να το ανεβάσει και βεβαίως μετά  πως θα το ανεβάσει.
Από την άλλη πλευρά η μείωση των κρατικών δαπανών επίσης είναι μεγάλη και έχει δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα στη λειτουργία των προσφερόμενων υπηρεσιών . Υπάρχει η δυνατότητα περαιτέρω μείωση τους μάλιστα σε καθεστώς ύφεσης της οικονομίας; Αρκετοί , όπως το πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής , ισχυρίζονται ότι ναι υπάρχουν περιθώρια. Βεβαίως ισχυρίζονται ότι υπάρχουν αυτά τα περιθώρια με την προϋπόθεση ότι ο ρυθμός μεγέθυνσης του ΑΕΠ την περίοδο 2014-2020 θα είναι ο προβλεπόμενος από το πρόγραμμα (2014:0,6%, 2015: 2,9% , 2016: 3,75 2017—2020: 1,9%) γεγονός που δεν θα μειώσει σε απόλυτους αριθμούς τις πρωτογενείς δαπάνες. Όμως εδώ υπάρχει το μεγάλο ερωτηματικό αν θα επιβεβαιωθούν οι προβλέψεις για τους συγκεκριμένους ρυθμούς μεγέθυνσης του ΑΕΠ . Η αβεβαιότητα είναι μέγιστη σε αυτό το σημείο. Χρειάζεται επομένως δράσεις οι οποίες να μειώνουν την αβεβαιότητα και να λειτουργούν προς δημιουργία θετικών προσδοκιών.
Όλα τα παραπάνω καθορίζονται από τις ανάγκες του πρωτογενούς πλεονάσματος σύμφωνα με το σχέδιο για τη βιωσιμότητα του χρέους. Άρα μια λύση η οποία θα βοηθούσε καταλυτικά την ελληνική οικονομία αυτή την περίοδο θα ήταν η μείωση του ύψους  των απαιτούμενων πρωτογενών πλεονασμάτων σε συνάρτηση με την απομείωση ή αναδιάρθρωση του δημοσίου χρέους . Η μείωση του ύψους των πρωτογενών πλεονασμάτων κατ’ αρχάς θα επέτρεπε σημαντικό μέρος του εισοδήματος   να ανακυκλωθεί στο εισοδηματικό κύκλωμα ώστε να δοθεί  ώθηση στη μεγεθυντική διαδικασία του ΑΕΠ  και συγχρόνως θα διατηρούσε τις δημόσιες πρωτογενείς δαπάνες σε ένα αξιοπρεπές επίπεδο για τη λειτουργία της οικονομίας και της κοινωνίας. Η μεγέθυνση του ΑΕΠ θα ήταν καταλυτική για όλα τα συναρτώμενα  από αυτό μεγέθη.
 Όλα αυτά όμως υπό την προϋπόθεση διατήρησης ισοσκελισμένου προϋπολογισμού και συνεχούς επιτήρησης των εξελίξεων του εξωτερικού ισοζυγίου.  






[1] Για τα έτη 2013 -2014 πρόκειται για εκτιμήσεις. Ήδη το έτος 2013 για  την Ελλάδα τα πιο πρόσφατα στοιχεία δείχνουν ότι τα έσοδα υπερβαίνουν το 45,0%.

[2] Στο σημείο αυτό θα πρέπει να γίνει απολύτως κατανοητό ότι το 44,8% του ΑΕΠ το 2013 , σε απόλυτα νούμερα, δεν έχει καμία σχέση με το(περίπου) ίδιο ποσοστό του 2008 δεδομένου ότι το ΑΕΠ το 2013 ανέρχεται σε 185 δις ευρώ ενώ το 2008 ανερχόταν σε 232 δις ευρώ.  Επομένως η μείωση του ΑΕΠ σωρευτικά περίπου κατά 47 δις ευρώ την περίοδο 2009-2013 επιφέρει και κατ’ αναλογία μείωση των εσόδων και πρωτογενών δαπανών.
[3] Η πάταξη της φοροδιαφυγής και τα έσοδα από αυτήν  ας αρχίσουμε να τα υπολογίζουμε  όταν «συλληφθούν». Πρέπει να τελειώνει αυτό το παραμύθι από όλες τις πλευρές. Όταν αρχίσουν να συλλέγονται εύκολα μπορεί να γίνει τροποποίηση του προϋπολογισμού ή να ληφθούν υπόψη στον επόμενο. Η σωστή οικονομική διαχείριση πορεύεται με ότι θεωρεί σίγουρο ως έσοδο.
 Επίσης  θα πρέπει να γίνει σαφής διαχωρισμός όσων «εσόδων από τη φοροδιαφυγή» μπορούν να εισπραχτούν μόνο μια φορά (πχ. πρόστιμα από διάφορες κυκλοφορούντες λίστες) και όσων έχουν σχέση με την εισαγωγή στο σύστημα «νέων» φορολογουμένων οι οποίοι μέχρι σήμερα διέφευγαν την καταβολή φόρων.