Παρασκευή, 14 Φεβρουαρίου 2014

Σχετικά με τη μείωση της ανεργίας.



Τον Νοέμβριο του 2013 το ποσοστό ανεργίας έφθασε στο 28,0% σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ.
Δεν θα σχολιάσουμε το γιατί το ποσοστό ανεργίας έφθασε σε αυτό το ποσοστό. Είναι σε όλους γνωστό. Όμως χρειάζεται να σχολιασθεί το σχέδιο για την μείωση του ποσοστού ανεργίας σε επίπεδα που συνάδουν με τον μέσο όρο της ΕΕ , δεδομένου ότι , όπως είθισται , η κυβέρνηση αλλά και η αντιπολίτευση συνεχώς κάνουν αναφορά στους αντίστοιχους ευρωπαϊκούς μέσους όρους , βεβαίως κατά το δοκούν. Υπάρχει σχέδιο; Η κυβέρνηση θεωρεί ότι η απορρόφηση της ανεργίας θα προέλθει μέσα από την μεγέθυνση των ανταγωνιστικών κλάδων της ελληνικής οικονομίας (εξαγωγές) και από τις επενδύσεις οι οποίες ουσιαστικά θα προέλθουν πρωταρχικά από τις εισροές ΑΞΕ  με βάση τις ιδιωτικοποιήσεις. Ακολουθεί κατά γράμμα δηλαδή τις αποφάνσεις της παλαιάς νεοκλασικής αντίληψης οι οποίες έχουν προ πολλού αποδειχθεί λανθασμένες όχι λόγω λογικών σφαλμάτων στην ανάλυσή της όσο στο ότι οι σιωπηρές της υποθέσεις σπανίως ικανοποιούνται ή δεν ικανοποιούνται ποτέ, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να λύσει τα οικονομικά προβλήματα του πραγματικού κόσμου.
Το επικρατούν θεσμικό πλαίσιο άσκησης της εγχώριας οικονομικής πολιτικής , σε καθεστώς ελεύθερης κίνησης κεφαλαίων και κυμαινομένων συναλλαγματικών ισοτιμιών επιβαρυνόμενο επιπλέον από τους άτεγκτους κανόνες της ευρωπαϊκής δημοσιονομικής διαχείρισης δεν επιτρέπει στο κράτος να χρησιμοποιεί άλλα όπλα για την άμβλυνση της οικονομικής δυσπραγίας στο εσωτερικό , παρά μόνον τον ανταγωνισμό για τις αγορές. Όλα τα επιβοηθητικά μέτρα που είχε στη διάθεσή του το κράτος για τη χρόνια ή διαλείπουσα υποαπασχόληση διαγράφτηκαν, εκτός από εκείνα που στοχεύουν στη βελτίωση του εμπορικού ισοζυγίου και του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών σε εισοδηματική μορφή. Το διεθνές εμπόριο , ακολουθώντας αυτή τη λογική , έχει μετατραπεί σε μέσο απελπισίας για τη διατήρηση της εγχώριας απασχόλησης. Με την επιβολή πωλήσεων σε αλλοδαπές αγορές και των περιορισμό των αγορών από τις αλλοδαπές αγορές, όταν αυτό συμβαίνει,   εγκιβωτίζει τη συνείδηση των κρατών και των πολιτών τους στο δίπολο νικητής – ηττημένος δημιουργώντας πηγές αλαζονείας και μίσους οι οποίες εξάπτουν περαιτέρω τους καλά κρυμμένους εθνικισμούς. Δεν υπάρχει απολύτως καμία περίπτωση να απορροφηθεί η υπάρχουσα ανεργία με την ακολουθούμενη οικονομική πολιτική στο προβλεπτό μέλλον όσο και αν ορισμένοι θέλουν να το αποκρύπτουν από τον ελληνικό λαό. Απολύτως καμία. Είναι βέβαιον ότι ο κόσμος δεν θα ανεχτεί περισσότερο την ανεργία , η οποία, συνδέεται απολύτως με την σημερινή καπιταλιστική αντίληψη για τον ατομισμό. Η σημερινή μεγάλη ανισότητα πλούτου η οποία εκλογικεύεται από την πεποίθηση ότι η μεγέθυνση του κεφαλαίου εξαρτάται από τις αποταμιεύσεις των πλουσίων και τα πλεονάσματά τους είναι πέρα ως πέρα λανθασμένη . Άλλωστε αυτό έχει αποδειχτεί και ιστορικά. Η εγκατάλειψη αυτού του θεωρητικού κατασκευάσματος είναι η πρώτη πράξη προκειμένου να ξεφύγουμε από την αδράνεια και τις μάταιες ελπίδες.  Η πάλη για την πάταξη της ανεργίας απαιτεί αντιλήψεις οι οποίες να θέτουν το ζήτημα της απασχόλησης στην πρώτη θέση των προβλημάτων που ταλανίζουν σήμερα την ελληνική οικονομία και κοινωνία. Χρειάζεται εγκατάλειψη όλων των ιδεοληψιών ένθεν και εκείθεν του πολιτικού φάσματος.
Για να επανέλθουμε όμως στην ελληνική κατάσταση και να πατήσουμε γερά στην πραγματικότητα ,θα πρέπει να υπενθυμίσουμε  ένα βασικό διαχρονικό της χαρακτηριστικό: το φαινόμενο της μετανάστευσης. Η μετανάστευση από την Ελλάδα όπως και από άλλες χώρες δεν αποτελεί μεμονωμένο εθνικό φαινόμενο, αλλά φαινόμενο στενά συνδεδεμένο με την οικονομική και πολιτική συγκυρία κάθε εποχής, με την αναπτυξιακή πορεία κάθε χώρας και την σχέση της με τον υπόλοιπο κόσμο.
Οι ευχέρειες απασχόλησης στις αναπτυγμένες χώρες και η στενότητα της αγοράς εργασίας σε χώρες όπως η Ελλάδα, αποτελούν τη βασική αναγκαία συνθήκη εμφάνισης και ανάπτυξης του μεταναστευτικού φαινομένου. Η μεταναστευτική κίνηση ενισχύεται ωστόσο και από άλλης φύσης εσωτερικά γεγονότα της εθνικής ζωής , που άλλοτε σχετίζονται με τη διεθνή συγκυρία και άλλοτε εκφράζουν αυτοφυείς αντιθέσεις και συγκρούσεις της ελληνικής κοινωνίας.
Τέτοια γεγονότα διατρέχουν δραματικά όλη σχεδόν τη νεώτερη ιστορία της χώρας μας συντείνοντας τη διόγκωση του μεταναστευτικού ρεύματος.
Τα γεγονότα αυτά σφράγισαν την απαρχή της ελληνικής μετανάστευσης, που στη συνέχεια τροφοδοτήθηκε σ’ όλο τον τρέχοντα αιώνα από τις πολεμικές συρράξεις που γνώρισε η χώρα μας και από την υπάρχουσα αδυναμία μιας αυτοδύναμης ανάπτυξης.
Η εξωτερική μετανάστευση στην Ελλάδα αποτελεί διαχρονικό και μαζικό φαινόμενο τουλάχιστον μέχρι τα πρώτα έτη μετά την μεταπολίτευση του 1974. Τον 19 αιώνα αρχίζει  λίγο πριν  από την ίδρυση του νέου ελληνικού κράτους  (προς Ρωσία και Μικρά Ασία) αλλά κλιμακώνεται από το 1870 και μετά (Αίγυπτο και ΗΠΑ). Τον 20 αιώνα συνεχίζεται προς ΗΠΑ, Αυστραλία και Γερμανία κτλ.
Το λεγόμενο μικρό οικονομικό θαύμα της ελληνικής οικονομίας την περίοδο 1956 – 1971 οφείλεται στη μετανάστευση περίπου 1,5 εκατομμυρίων ελλήνων. Περίπου το ποσοστό των σημερινών ανέργων για να γίνουμε κατανοητοί.
Την περίοδο 1980 – 2010 ουσιαστικά η εξωτερική μετανάστευση  των Ελλήνων σταματάει.  Είναι  εύκολα ανιχνεύσιμοι οι λόγοι.  Η οικονομική μεγέθυνση ειδικά μετά το 1990, βοήθησε τα μάλλα. Βεβαίως αυτή στηρίχθηκε σε δάνειους και εισρέοντες από την ΕΕ  πόρους. Η κρατική παρέμβαση ήταν σημαντική αλλά στην πορεία έγινε υπερβολική  και πηγή τεράστιων ανισορροπιών με τα γνωστά αποτελέσματα.
 Από τις αρχές της δεκαετία του 1990 και έπειτα αρχίζει , αντιθέτως, οι εισροή πάσης φύσεως μεταναστών. Η σύγχρονη οικονομική κρίση και η πτώχευση της χώρας οδηγεί εκ νέου στη μετανάστευση μεγάλου αριθμού ελλήνων.
Η διαχρονική ύπαρξη του φαινομένου της εξωτερικής μετανάστευσης υποδεικνύει με σαφήνεια ότι η ελληνική οικονομία δεν κατάφερε ποτέ να δημιουργήσει τις απαραίτητες συνθήκες  για την πλήρη απασχόληση των κατοίκων της . Πλήρη απασχόληση νοούμενη εν ευρεία έννοια, δηλαδή με ποσοστό ανεργίας πάντα πάνω από το 7%.
Ποιο είναι επομένως το μέλλον των ελλήνων ανέργων;  Θα ειπωθεί η αλήθεια στον ελληνικό λαό ή θα συνεχίσουμε να βαυκαλιζόμαστε με αστεία επιχειρήματα και ρητορείες οι οποίες πόρρω απέχουν από την πραγματικότητα.