Κυριακή, 2 Φεβρουαρίου 2014

Εισήγηση στην παρουσίαση του βιβλίου του Κώστα Μελά «Μικρά μαθήματα για την ελληνική οικονομία»

Χαράλαμπος Γκότσης *

Εισήγηση στην παρουσίαση του βιβλίου του Κώστα Μελά
«Μικρά μαθήματα για την ελληνική οικονομία»
Θα ήθελα να ευχαριστήσω το συνάδελφό μου, τον Κώστα το Μελά για την τιμητική πρόσκληση που μου έκανε, να πω δυο λόγια για το καινούργιο του βιβλίο «Μικρά μαθήματα για την ελληνική οικονομία», το οποίο κυκλοφόρησε σε μια περίοδο όπου το ελληνικό δράμα βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη. Έτσι, με την άδεια του συγγραφέα θα μπορούσε να πει κανείς, ότι αποτελεί έναν ενδιάμεσο απολογισμό των δραματικών γεγονότων που βιώνει η χώρα μας τα τελευταία 6 χρόνια.
Στο βιβλίο του όμως ο Κώστας δεν περιορίζεται στην εξιστόρηση των τελευταίων γεγονότων και στην ανάλυσή τους. Πάει πιο βαθιά. Μας πηγαίνει, στο πρώτο κεφάλαιο, στα ιστορικά αίτια, στις συσσωρευμένες αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας, που μας οδήγησαν στα σημερινά αδιέξοδα. Το ενδιαφέρον του Κώστα για την ιστορία, τολμώ να πω, το έχουν λίγοι από τους Έλληνες οικονομολόγους. Η αναζήτηση μέσα στο χρόνο, του δίνει την ευχέρεια όχι απλώς να καταγράφει, αλλά και να ξεχωρίζει το σημαντικό από το ασήμαντο, το επωφελές από το ανώφελο, το ουσιαστικό από το ανάξιο σχολιασμού.
Και είναι πολύ σημαντική η ιστορική γνώση, κυρίως για εμάς τους οικονομολόγους, αφού το μοναδικό εργαλείο που διαθέτουμε, τόσο για την ερμηνεία των γεγονότων, όσο και για τη χάραξη της ενδεδειγμένης πολιτικής, είναι η εμπειρία του παρελθόντος. Η οικονομική επιστήμη δε στηρίζεται σε πειράματα, δεν είναι ούτε φυσική ούτε χημεία, παρά μόνο στην παρατήρηση, με όλες τις αδυναμίες που μπορεί να έχει μια τέτοια μέθοδος. Έτσι, και οι προβλέψεις, που στηρίζονται σε υποθέσεις, στοιχεία και συμπεριφορές, πολύ συχνά ή σχεδόν πάντα, όπως επανειλημμένα έχει σε δημοσιεύσεις του τεκμηριώσει ο Κώστα ο Μελάς, αποκλίνουν από τα αποτελέσματα.
Είναι αξιοσημείωτες επίσης οι παρατηρήσεις του για την έλλειψη διαχρονικά τεχνικής παιδείας στη χώρα μας, ως απαραίτητη προϋπόθεση για την οικονομική ανάπτυξη. Θα μου επιτρέψει να συμπληρώσω, ότι υπάρχει μεγάλη έλλειψη και οικονομικής παιδείας. Πλάι στα «Μικρά μαθήματα για την ελληνική οικονομία» χρειαζόμαστε και ένα εγχειρίδιο για τα σχολεία μας με «Απλά μαθήματα πολιτικής οικονομίας». Οι μαθητές μας, αλλά και ως ενήλικες αργότερα, θα πρέπει να γνωρίζουν, ότι μέσα σε κάθε προϊόν  ή υπηρεσία που καταναλώνουν κρύβεται εργασία, κόπος, προσπάθεια. Ότι το αντίτιμο για τα προϊόντα, ανεξάρτητα από το νόμισμα που εκφράζεται, είναι ένας αριθμός από ώρες εργασίας. Τότε θα μάθουν να εκτιμούν και τα χρήματα και τις προσπάθειες εκείνων που τα παράγουν.
Έλλειψη οικονομικής παιδείας διαπιστώνεται επίσης  και στους παντός είδους αναλυτές που μας προέκυψαν τώρα τελευταία, με αφορμή την κρίση. Οικονομολόγοι όλων των ειδικοτήτων, λογιστές, σύμβουλοι επιχειρήσεων, δικηγόροι, δημοσιογράφοι, δημοσιοσχετίστες κ.α., οι οποίοι αγνοούν την πολυπλοκότητα των οικονομικών φαινομένων και αποσπασματικά προσπαθούν να θεμελιώσουν έγκυρες απόψεις, οι οποίες όμως δεν εντάσσονται σε κανένα θεωρητικό πλαίσιο.
Στην εισαγωγή του ο Κώστας αναφέρεται στην «ελληνική περίπτωση» σε μια ιδιόμορφη δηλαδή εξέλιξη του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού σε σύγκριση με τις άλλες ανεπτυγμένες χώρες της Δύσης. Είναι πολύ προσεκτικός στο χαρακτηρισμό αυτών των αδυναμιών, τις οποίες δεν ονομάζει ασθένειες, αλλά  «χαρακτηριστικά ιδιότυπα» του ελληνικού χώρου. Κάτω από ορισμένες συνθήκες όμως είναι δυνατόν να μετατραπούν σε ασθένειες.
Κατά την άποψή μου η ελληνική κοινωνία, είναι μια κοινωνικά υπανάπτυκτη κοινωνία, όσο και αν αυτό μας στενοχωρεί. Μια ανεπτυγμένη κοινωνία δρα πρώτον συλλογικά και δεύτερον αλληλέγγυα. Παρατηρούμε στα χρόνια της κρίσης, της μεγάλης δοκιμασίας, ότι η κυριαρχούσα συμπεριφορά είναι το γνωστό μας «ο σώζων εαυτόν σωθείτω». Εμένα να μην αγγίξει η κρίση και ας γίνει ότι θέλει. Επίσης οι συλλογικές αντιδράσεις είναι σχεδόν ανύπαρκτες. Έτσι και η αλληλεγγύη, που εξαντλείται στο οικογενειακό μας περιβάλλον, ως βασικό στοιχείο της κοινωνικής συνοχής παραμένει ζητούμενο. Αν θέλουμε συνεπώς να είμαστε αντικειμενικοί, θα πρέπει να επιρρίψουμε ευθύνες για την εξέλιξη των πραγμάτων και στους πολίτες. Αυτό δεν απαλλάσσει βέβαια το πολιτικό σύστημα, ούτε από την κύρια ευθύνη για την καταστροφική πορεία της χώρας, αλλά ούτε και από την εγκληματική του αμέλεια να δημιουργήσει τις καλές ημέρες ένα δίχτυ ασφαλείας για την προστασία των σκληρά δοκιμαζόμενων συμπολιτών μας.
Στο δεύτερο κεφάλαιο ο συγγραφέας μας οδηγεί στο «δρόμο προς το μνημόνιο». Από την αλαζονική κομπορρημοσύνη στην απόλυτη αστόχαστη διαχειριστική ανικανότητα και από εκεί στην ανώμαλη και οδυνηρή προσγείωση στη σκληρή πραγματικότητα.
Στις αιτίες της σημερινής κρίσης ο συγγραφέας δεν παραμένει στα γνωστά περί πνευματικής και ηθικής κατάπτωσης, αλλά προχωρεί και σε μια οικονομική ερμηνεία, αναλύοντας τη διαστρωμάτωση και την κατανομή του εισοδήματος των Ελλήνων. Η ανισοκατανομή σε συνδυασμό με το καταναλωτικό πρότυπο όλων εκείνων που ευνοήθηκαν από την οικονομική πολιτική που ασκήθηκε και η οποία οδήγησε σε αδικαιολόγητο και αντιπαραγωγικό πλουτισμό όλων όσων  συνεργάζονταν με το κράτος, μας δίνει τη μισή εξήγηση. Την άλλη μισή θα πρέπει να την αναζητήσουμε στη λειτουργία του πολιτικού συστήματος, του πελατειακού κράτους, της χαλαρής πατριωτικής συνείδησης πολλών πολιτικών μας, συμπεριφορές που δεν αρμόζουν σε ένα ανεπτυγμένο σύγχρονο κράτος με την ιστορία μάλιστα της Ελλάδος.
Για τις οικονομικές  εξελίξεις στη χώρα μας, κατά τον Κώστα, δεν ευθύνονται μόνο τα παραπάνω, αλλά και  το πλαίσιο που καθορίστηκε από την Ευρωπαϊκή Ένωση με τις δύο βασικές συνιστώσες. Τη Συνθήκη του Μάαστριχτ καθώς και την εισαγωγή του Ευρώ. Γράφει ο συγγραφέας στη σελ. 145: «Οι εξελίξεις στην ελληνική οικονομία συντελέσθηκαν σ’ένα θεσμοποιημένο ευρωπαϊκό πλαίσιο γερμανικής ορθόδοξης νεοφιλελεύθερης έμπνευσης (πλήρης απελευθέρωση των αγορών προϊόντων, κεφαλαίων και εργασίας, σε εθνικό και διεθνές επίπεδο) σε συνδυασμό με ποσοτικές αγκυλώσεις (Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης).
Σαφώς, αυτό ήταν και παραμένει το πλαίσιο, εμπλουτισμένο μάλιστα με περαιτέρω αυστηρότερες ρυθμίσεις. Το ερώτημα είναι, αν οι ελληνικές κυβερνήσεις με την επιλογή τους να συμμετάσχουμε σ’αυτό τον όμιλο χωρών αντιλήφθηκαν ότι αυτό συνεπάγεται και υποχρεώσεις. Η πορεία της χώρας μας μέσα στην Ευρώπη είναι γεμάτη από παρεκκλίσεις στους κανόνες, από αιτήσεις για αναβολές στην εφαρμογή ρυθμίσεων κλπ. ακόμη και αν αυτές οι αλλαγές ευνοούσαν στο σύνολό τους την οικονομία. Για παράδειγμα η περίπτωση του  CABOTAGE.
Με περισσή «κομπορρημοσύνη», όπως αναφέρει ο συγγραφέας, οι ελληνικές κυβερνήσεις προσπάθησαν να μας παρουσιάσουν μια ισχυρή Ελλάδα οι μεν, μια οχυρωμένη Ελλάδα οι δε. Τελικά, όπως αποδείχθηκε, η χώρα, ούτε ισχυρή ήταν, ούτε οχυρωμένη απέναντι στην επερχόμενη κρίση.
Και μετά ήρθε η «νέμεσις» αλλά και η «τίσις» η οποία όμως δεν έπεσε πάνω στα κεφάλια αυτών που δημιούργησαν το πρόβλημα, αλλά κυρίως σε εκείνα του αδύναμου απλού λαού.
Στο τρίτο και τελευταίο κεφάλαιο ο Κώστας μας εισαγάγει στα «οικονομικά του μνημονίου». Μπορεί επίσημα Κώστα η απαρχή της κρίσης να οριοθετείται το φθινόπωρο του 2009, όμως κατά την άποψή μου είχε ξεκινήσει από το 2007. Ενδεικτική άλλωστε είναι και η δήλωση του υπ. Οικονομικών κ. Στουρνάρα, ότι η οικονομία τη διετία 2007-2009 εκτροχιάσθηκε. Όπως άλλωστε δείχνουν και τα στοιχεία το 2007 το Ισοζύγιο πληρωμών είχε ένα τεράστιο άνοιγμα της τάξεως του 14,5% επί του ΑΕΠ, οι δε δαπάνες του κράτους αυξάνονταν με καλπάζοντα ρυθμό. Περί τα  10 εκατομμύρια Ευρώ την ημέρα δανειζόμαστε  το 2009 για να τα σπαταλάμε, ενώ τα έσοδα έπεφταν διαρκώς, ως αποτέλεσμα ενός διαλυμένου φοροεισπρακτικού μηχανισμού.
Ήδη το 2007, η Ελλάδα βρισκόταν κάτω από υπανάπτυκτες χώρες όπως η Βουλγαρία και η Ρουμανία ως προς την προστιθέμενη αξία των προϊόντων που παρήγαγε. Το 2000, με την είσοδό μας στην Ευρωζώνη τα διεθνώς εμπορεύσιμα αγαθά αντιστοιχούσαν στο 25% του ΑΕΠ, ενώ το 2009 μόνο στο 20%.
Ο δρόμος για το Μνημόνιο είχε στρωθεί πολύ πιο πριν από το 2010. Το δεύτερο εξάμηνο του 2008 είχαμε την πρώτη μείωση του ΑΕΠ (-0,2%), το 2009 -3,1%, το 2010 -4,9%. Το ίδιο συνέβη και με την ανεργία. Το 2008 ήταν 7,3%, το 2009 9,1%. , το 2010 12,1%.
Η χώρα άρχισε να καταρρέει, αν και  ασκείτο επεκτατική πολιτική με αυξανόμενο δημοσιονομικό έλλειμμα, στο 6,8% του ΑΕΠ το 2007, στο 9,9% το 2008 και τελικά στο 15,6% το 2009.
Η απάντηση λοιπόν γιατί μπήκαμε στο μνημόνιο είναι ξεκάθαρη. Γιατί είχαμε δημιουργήσει δυο τεράστια ελλείμματα. Στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών και στον προϋπολογισμό.
Έτσι μετά τον αποκλεισμό από τις αγορές ήρθε για άλλους η ευλογία και για άλλους το ανάθεμα του μνημονίου.
Επειδή τα θέματα αυτά θα αποτελέσουν και αντικείμενο συζήτησης στη συνέχεια, θα ήθελα να προχωρήσω και να σταθώ σε δύο βασικές διαπιστώσεις του συγγραφέα, με τις οποίες ταυτίζομαι απολύτως. Πρώτον, ότι η δημοσιονομική προσαρμογή ήταν αναγκαία να γίνει, ώστε να αποκατασταθεί η δημοσιονομική ισορροπία, κάτι που σε γενικές γραμμές, αν και με λάθος τρόπο, με πολλές θυσίες και ακόμη μεγαλύτερη ζημιά στην οικονομία, πετύχαμε, και δεύτερον, ότι όλες οι αναγκαίες διαρθρωτικές αλλαγές που περιέχονται ήδη στο πρώτο μνημόνιο παραμένουν στα χαρτιά.
Καμιά αναδιάρθρωση του κράτους. Μόνο λιγότερο κράτος που κάνει τα ίδια με λιγότερα χρήματα και προσφέρει χειρότερες υπηρεσίες.
Καμιά αναδιάρθρωση της παραγωγικής βάσης. Ούτε οι εξαγωγές αυξήθηκαν, ούτε η σειρά των 10 πρώτων εξαγωγικών προϊόντων άλλαξε, ούτε  επενδύσεις έγιναν, πόσο μάλλον σε τομείς ιδιαίτερου τεχνολογικού ενδιαφέροντος, που είναι σε θέση να παράγουν καινοτόμα, εμπορεύσιμα προϊόντα, με υψηλή προστιθέμενη αξία, με τη συμβολή των καλά καταρτισμένων νέων μας που θα απολαμβάνουν και ανάλογων αμοιβών.
Άφησα για το τέλος μια παρατήρηση του συγγραφέα σχετικά με τη σημασία της πολιτικής στην αντιμετώπιση του προβλήματος. Γράφει λοιπόν ο Κώστας «Πρέπει να ειπωθεί η αλήθεια, έστω και την ύστατη στιγμή, στον ελληνικό λαό. Όχι οι αλήθειες του καθενός που θεωρεί ότι με βάση τις προσωπικές εμπειρίες του γνωρίζει την αλήθεια για την κατάσταση της χώρας. Ούτε οι αλήθειες των κομμάτων που το μόνο που πράττουν είναι να δημιουργούν εκείνα τα στοιχεία που θα τους επιτρέψουν να διαιωνίσουν την επιβίωσή τους και την κυριαρχία τους με τον έναν ή τον άλλον τρόπο. Αλλά να ειπωθεί με έναν τρόπο απλό. Με έναν τρόπο δηλαδή, που να περικλείει την αλήθεια της πραγματικότητας, αλλά κυρίως και αυτό είναι το ζητούμενο, την αποδοχή της».
Κώστα, γι’αυτό είμαστε εμείς εδώ, για να τους επαναφέρουμε στην πραγματικότητα. Σ’ ευχαριστούμε πολύ για το πολύ ενδιαφέρον βιβλίο που μας χάρισες και εύχομαι να είναι καλοτάξιδο.
* Καθηγητής οικονομικών Πανεπιστημίου Πειραιώς.