Πέμπτη, 9 Ιανουαρίου 2014

Μπορούμε στην Ελλάδα να συζητήσουμε με ειλικρίνεια για την λειτουργία της ευρωζώνης;



Στην Ευρωπαϊκή Ένωση ,κυρίως μετά τη συνθήκη του Μάαστριχ[1] , διαμορφώνονται και ασκούνται μια σειρά πολιτικών στο οικονομικό πεδίο, εντός ενός πλαισίου το οποίο θα μπορούσαμε να το ονομάσουμε «πλαίσιο ορθοδοξίας του Μάαστριχτ» .
Η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση αναπτύσσει, κατά την πορεία διαμόρφωσής της, ορισμένα δομικά χαρακτηριστικά, τα οποία , όπως αποδείχτηκε πλέον, δύνανται να αποτελέσουν σημαντικές πηγές αστάθειας των οικονομιών της ευρωζώνης οι οποίες αντανακλούνται άμεσα στο κοινό νόμισμα. 
Έχει δημιουργηθεί  ένα πλαίσιο άσκησης της οικονομικής πολιτικής όπου η νομισματική  , η συναλλαγματική  και  η εμπορική πολιτική  ασκούνται από την ΕΚΤ και την ΕΕ με εντελώς ρητούς κανόνες που όπως είπαμε υπερκεράζουν ακόμα και τους αντίστοιχους νεοκλασικούς κατευθυνόμενοι βασικά  από τις αποφάνσεις της Νέας Κλασικής Μακροοικονομικής.  Θεωρείται από τους ιθύνοντες κύκλους ότι το ενιαίο νόμισμα μπορεί να λειτουργήσει χωρίς δημοσιονομική υποστήριξη και χωρίς μηχανισμούς αλληλεγγύης ( επιμερισμός του βάρους διάσωσης των χωρών) αλλά και χωρίς η ΕΚΤ να μπορεί να παίξει το ρόλο του έσχατου δανειστή. Όμως η ζώσα πραγματικότητα έχει  άλλα προτάγματα. Οι παρεμβάσεις της ΕΚΤ στη δευτερογενή αγορά ομολόγων κρατικού χρέους την περίοδο της οικονομικής κρίσης κατά κοινή ομολογία , αποσόβησαν συγκυριακά την εκδήλωση της κρίσης χρέους στην Ισπανία , Ιταλία και μείωσαν αισθητά τις αποδόσεις σε χώρες όπως η Ελλάδα, Πορτογαλία και Ιρλανδία.
Παράλληλα το Σύμφωνο Σταθερότητας περιστέλλει σημαντικά τους βαθμούς ελευθερίας των εθνικών δημοσιονομικών πολιτικών. Έτσι, είναι εξαιρετικά αμφίβολο εάν, εντός της ΖΕ, ορισμένες, σχετικά μικρές οικονομίες θα κατορθώσουν, σε περιόδους αναταράξεων και κρίσεων, να ακολουθήσουν επιτυχείς διαδικασίες προσαρμογής. Όμως πάλι σε πείσμα των θεωρητικών θέσεων που έχουν ενσωματωθεί στη συνθήκη του Μάαστριχτ, η δημοσιονομική πολιτική χρησιμοποιήθηκε για τη διάσωση των τραπεζικών ιδρυμάτων και των οικονομιών των χωρών- μελών κατά τη διάρκεια της τελευταίας χρηματοπιστωτικής και οικονομικής κρίσης. Ταυτόχρονα, ο αναδιανεμητικός ρόλος του κοινοτικού προϋπολογισμού είναι οριακός. Η ανάγκη ενός ευρωπαϊκού προϋπολογισμού, της τάξεως του (5-7% ΑΕΠ ), για την υποστήριξη του κοινού νομίσματος  είχε τεκμηριωθεί από τη δεκαετία του 1970[2].
Η ενοποίηση των βασικών αξόνων της οικονομικής πολιτικής (νομισματική πολιτική, συναλλαγματική πολιτική,  δημοσιονομική πολιτική)  σε κοινοτικό επίπεδο συνυπάρχει με την ύπαρξη οικονομικών λειτουργιών που επαφίενται μόνο  στα εθνικά κράτη με αποτέλεσμα να έχουμε το ακόλουθο παράδοξο πλαίσιο λειτουργίας του ευρωπαϊκού μορφώματος :  πρώτον , η ενοποίηση του γενικού  πλαισίου λειτουργίας της οικονομίας προσιδιάζει στη λειτουργία του απολύτου πλεονεκτήματος με αποτέλεσμα να γίνονται άμεσα εμφανή τα αποτελέσματα της  ανταγωνιστικής  διαδικασίας η οποία πραγματοποιείται μεταξύ εθνικών κρατών με άνισα επίπεδα ανάπτυξης. Από τη στιγμή που δεν υπάρχουν συγκεκριμένοι αναδιανεμητικοί μηχανισμοί μέσω των οποίων επιδιώκεται η σύγκλιση τα πλέον αναπτυγμένα έθνη-κράτη μεγεθύνουν το πλεονέκτημά τους εις βάρος των λιγότερο αναπτυγμένων δεδομένου του λειτουργούντος μηχανισμού άνισης ανάπτυξης  λόγω του διαφορετικού επιπέδου εκκίνησης. Η περίπτωση προσιδιάζει σε ένα εθνικό κράτος στο οποίο  υπάρχουν περιφέρειες ανισομερούς ανάπτυξης, όπως στην Ελλάδα πχ, η Αττική, η Κρήτη, η Ήπειρος, η Θράκη, χωρίς βεβαίως την πολιτική ενοποίηση.
Δεύτερον, συγχρόνως όμως έχουμε  λειτουργία του συγκριτικού πλεονεκτήματος  το οποίο ακριβώς όπως στο ρικαρντιανό υπόδειγμα  πρέπει να αναδεικνύεται στη βάση της παραγωγικότητας της εργασίας αλλά με κοινούς βασικούς κανόνες μακροοικονομικής πολιτικής για όλα τα κράτη. Η λειτουργία αυτή εκφράζεται πρωτίστως στο εξωτερικό ισοζύγιο, στο δημόσιο χρέος και στο κόστος δανεισμού, όπου κάθε κράτος κρίνεται για τα δικά του αποτελέσματα από τις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές.
Αυτή η διαδικασία έχει και ορισμένες παράπλευρες, αλλά εξίσου σημαντικές, συνέπειες: α) στενεύει διαρκώς τα περιθώρια άσκησης αντι-κυκλικής δημοσιονομικής πολιτικής στις υποβαθμιζόμενες οικονομίες· και β) υπονομεύει, με αποφασιστικό τρόπο, την προοπτική συγκρότησης ενός πράγματι ενεργού υπερεθνικού δημοσιονομικού συστήματος, ακριβώς επειδή οι καθαρές μεταβιβάσεις εισοδήματος απαιτείται να είναι, συστηματικά, μονόδρομες (δηλαδή από τις αναβαθμιζόμενες στις υποβαθμιζόμενες οικονομίες) . Επομένως τίθενται εν αμφιβόλω οι  νέο-κεϋνσιανές αιτιάσεις που  επικεντρώνονται κυρίως στην απουσία κατάλληλων και ολοκληρωμένων θεσμών για την άσκηση της οικονομικής πολιτικής (νομισματικής αλλά και της δημοσιονομικής  πολιτικής) μέσω των οποίων θεωρείται  ότι μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικότερα μια οικονομική και νομισματική ένωση. Συγκεκριμένα στην απουσία αναδιανεμητικού μηχανισμού μεταξύ των πλεονασματικών και ελλειμματικών χωρών και την ενσωμάτωση στις λειτουργίες της ΕΚΤ του ρόλου του έσχατου πιστωτή[3]. Εξάλλου πρέπει να τονισθεί ότι οι δημοσιονομικές μεταβιβαστικές πληρωμές ανάμεσα σε περιφέρειες και χώρες δεν λύνουν το πρόβλημα προσαρμογής που ακολουθεί μια ασύμμετρη διαταραχή. Απλώς διευκολύνουν την κατάσταση που επικρατεί στην χώρα ή στην περιφέρεια . Όταν η διαταραχή της ζήτησης είναι μόνιμη θα χρειαστούν ρυθμίσεις στις τιμές και στους μισθούς και η κινητικότητα των παραγωγικών συντελεστών για την αντιμετώπιση του προβλήματος. Αν οι δημοσιονομικές μεταβιβαστικές πληρωμές πάρουν μόνιμο χαρακτήρα μπορεί να κάνουν την προσαρμογή πιο δύσκολη , αφού αναδεικνύονται σε υποκατάστατο των μεταβολών στους μισθούς και στις τιμές και τη κινητικότητα της εργασίας. Όμως υπάρχει ένα μεγαλύτερο πρόβλημα : η απουσία πολιτικής ενοποίησης και η ύπαρξη εθνικών κρατών καθιστά πολύ δύσκολη έως αδύνατη τη θέσπιση μόνιμης μεταφοράς πόρων από τις πλεονασματικές στις ελλειμματικές περιοχές. Σκεφτείτε μόνο τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν τα ομοσπονδιακά κράτη στη θέσπιση και στην μεταφορά πόρων στις λιγότερο αναπτυγμένες περιοχές τους. 
Η πολιτική ενοποίηση  αποτελεί τη βασική προϋπόθεση , την ικανή και αναγκαία συνθήκη , για την λειτουργία μιας νομισματικής ζώνης με βάση τα ιστορικά πραγματικά χαρακτηριστικά των υπαρχόντων εθνικών κρατών.
Επομένως το βασικό ερώτημα που προκύπτει δεν είναι αν χρειάζεται η πολιτική ενοποίηση αλλά πρώτον  αν μπορεί να πραγματοποιηθεί  και δεύτερον ,αν η απάντηση είναι ναι , με ποιους όρους.




[1] Στη δημιουργία της οποίας πρωτοστάτησαν τα σοσιαλιστικά και σοσιαλδημοκρατικά κόμματα και ο τότε πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής , γάλλος σοσιαλιστής, Ζακ Ντελόρ.
[2] COMMISSION OF THE EUROPEAN COMMUNITIES :  REPORT OF THE STUDY GROUP ON
THE ROLE OF PUBLIC FINANCE IN EUROPEAN INTEGRATION( Marjolin and MacDougal l report)
Volume I,  General Report,  Brussels April 1977
[3] Σύμφωνα με πλείστους αμερικανούς οικονομολόγους αλλά και αρκετούς  έλληνες συνοδοιπόρους της νεοκεϋνσιανής αντίληψης η ύπαρξη τέτοιων θεσμών θα διευκόλυνε τόσο τη λειτουργία της  ΖΕ αλλά και θα οδηγούσε αργά – αργά στην ουσιαστική σύγκλιση των οικονομιών της ζώνης.