Πέμπτη, 30 Ιανουαρίου 2014

Οι εξελίξεις γίνονται περισσότερο δύσκολες και δυσοίωνες για την τουρκική οικονομία.

Η αύξηση των επιτοκίων της ΚΤ της Τουρκίας ήταν εκ των πραγμάτων μια κίνηση force, προκειμένου να  συγκρατηθούν  τα κεφάλαια τα οποία  εγκαταλείπουν την χώρα, λόγω της γενικότερης αναταραχής στις αναδυόμενες αγορές αλλά και των ειδικών συνθηκών της τουρκικής οικονομίας και κοινωνίας ,   παρασύροντας  σε καθοδική πορεία και το τουρκικό νόμισμα. Η κίνηση αυτή δεν είναι καθόλου βέβαιον ότι θα έχει τα προσδοκώμενα αποτελέσματα αν κρίνουμε και από τις πρώτες αντιδράσεις της αγοράς. Πράγματι την ημέρα πριν τη δημοσιοποίηση της απόφασης (28 Ιανουαρίου) η ισοτιμία σε σχέση με το δολάριο ήταν 2,25 στη συνέχεια έπεσε στο 2,17 αλλά αργότερα αυξήθηκε (29 Ιανουαρίου) στο 2,28 . Βεβαίως είναι χαμηλότερη από το 2,39 της 27 Ιανουαρίου.
Το σημαντικό έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών το οποίο αποτελεί την πρωτογενή αιτία του προβλήματος δεν μπορεί να διορθωθεί με την συγκεκριμένη πολιτική. Μάλιστα η ενδυνάμωση της ισοτιμίας (αν επιτευχθεί σταθεροποίηση γύρω στο 2,25-2,30) πιθανά να προκαλέσει δυσμενείς εξελίξεις και σε αυτόν τον τομέα δεδομένου ότι θα ευνοηθούν οι εισαγωγές έναντι των εξαγωγών. Η συναλλαγματική πολιτική  εξαντλείται σε σύντομο χρονικό διάστημα αν δεν συνοδευτεί με κατάλληλα  μέτρα  γενικότερης  οικονομικής πολιτικής τα οποία να επιδιώκουν τον περιορισμό των πρωτογενών αιτιών και στη συγκεκριμένη περίπτωση του υψηλότατου ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών.
Οι συνέπειες αναμένονται να είναι δυσμενείς και για το ρυθμό μεγέθυνσης του ΑΕΠ , το οποίο, ως γνωστόν, στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στην πιστωτική επέκταση την οποία προφανώς θα καταστήσει δυσχερέστατη η αύξηση κόστους του τραπεζικού  δανεισμού.
Αν συμπεριλάβουμε το σημαντικότατο και καθοριστικό παράγοντα αυτής της κρίσης , την συνεχιζόμενη πολιτική  αμφισβήτηση της κυβέρνησης Ερντογάν , της οποίας η σταθερότητα αποτέλεσε το βασικό πυλώνα της δεκαετούς αναπτυξιακής πορείας της τουρκικής οικονομίας , τότε  οι εξελίξεις   γίνονται περισσότερο δύσκολες και δυσοίωνες.

Τρίτη, 28 Ιανουαρίου 2014

Έμμεση αύξηση του οριακό επιτόκιο χρηματοδότησης (the marginal funding rate) της Κεντρικής Τράπεζας



Στη σημερινή απόφαση  (28.01.2014) της νομισματικής επιτροπής της Κεντρικής Τράπεζας της Τουρκίας περιλαμβάνονται τα παρακάτω : δεδομένου ότι αναθεωρήθηκε προς τα άνω ο στόχος του πληθωρισμού  και επειδή  παρατηρείται σε ορισμένες ημέρες αύξηση του διατραπεζικού επιτοκίου δανεισμού στο 9,0% , το οριακό επιτόκιο χρηματοδότησης (the marginal funding rate) της Κεντρικής Τράπεζας εκείνες τις ημέρες θα αυξάνεται στο 9,0%.
 Πρόκειται για την πρώτη έμμεση προσαρμογή της ΚΤ στις δύσκολες οικονομικές συνθήκες της τουρκικής οικονομίας και ειδικά στην συνεχή υποτίμηση του νομίσματος της χώρας όπως είχαμε προαναγγείλει[1] . Είναι σχεδόν βέβαιο ότι η  συγκεκριμένη αύξηση θα μετατραπεί σε μόνιμη λίν προσεχώς  και θα επακολουθήσει πιθανότατα και άλλη αύξηση στο προβλεπτό μέλλον.


[1] Κ.Μελάς, Η σημερινή κατάσταση του Τουρκικού Τραπεζικού Συστήματος. 12.01.2014,  http://www.kostasmelas.gr/2014/01/blog-post_12.html

Δευτέρα, 27 Ιανουαρίου 2014

Ο ενεργειακός τομέας της Τουρκίας υπό πίεση λόγω της δραστικής υποτίμησης του νομίσματος της χώρας.[1]


Τα τελευταία δύο χρόνια η Τουρκία είναι η χώρα με την μεγαλύτερη αύξηση ζήτησης ενέργειας από τις χώρες του ΟΟΣΑ δεδομένου ότι η οικονομία της δεν εισήλθε σε υφεσιακές καταστάσεις όπως οι περισσότερες χώρες του οργανισμού. Η χρήση ενέργειας στην χώρα είναι ακόμη χαμηλή σε σχέση με τα διεθνή πρότυπα των ανεπτυγμένων χωρών αλλά ο ρυθμός αύξησης είναι υψηλός τα τελευταία έτη.
Η Τουρκία έχοντας ελάχιστους εγχώριους πόρους εισάγει σχεδόν το σύνολο του πετρελαίου το οποίο καταναλώνει. Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία[2] τα αποθέματα πετρελαίου στην Τουρκία ανέρχονται σε 270 εκατομμύρια βαρέλια και βρίσκονται κυρίως στην νοτιοανατολική περιοχή της. Η τουρκική παραγωγή πετρελαίου έφθασε στην μέγιστη τιμή της το 1991 (85 χιλιάδες βαρέλια ημερησίως), αλλά από τότε φθίνει κάθε χρόνο και το 2004 παρήχθησαν 43 χιλιάδες βαρέλια ημερησίως.
Το 2010 και το 2011 η τουρκική οικονομία ήταν μια από τις ταχύτερα αναπτυσσόμενες οικονομίες στον κόσμο με αποτέλεσμα τη ραγδαία αύξηση κατανάλωσης πετρελαίου.
Το 2011 η ημερήσια μέση κατανάλωση πετρελαίου ανερχόταν σε 706 χιλιάδες βαρέλια. Το ίδιο έτος η Τουρκία εισήγαγε το 90% των καταναλωτικών της αναγκών.  Σύμφωνα με τις υπάρχουσες εκτιμήσεις[3]  η κατανάλωση πετρελαίου θα διπλασιαστεί την επόμενη δεκαετία.
Η Τουρκία εισήγαγε το 51% του αργού πετρελαίου, το 2011, από το Ιράν. Λόγω των ποινών που έχουν επιβληθεί στο Ιράν από την διεθνή κοινότητα, είναι πιθανόν οι εισαγωγές από το Ιράν να μειωθούν το 2013.
Το Ιράκ είναι ο δεύτερος μεγαλύτερος προμηθευτής αργού πετρελαίου στην Τουρκία ενώ η Ρωσία βρίσκεται στην Τρίτη θέση. Εκτός από τις εισαγωγές αργού πετρελαίου η Τουρκία εισάγει και σημαντικές ποσότητες προϊόντων πετρελαίου (κηροζίνη, ντίζελ, υγροποιημένο αέριο πετρελαίου). Το 2010 εισήγαγε περίπου 300 χιλιάδες βαρέλια ημερησίως προϊόντων πετρελαίου.     
Το ετήσιο κόστος της προμήθειας ενέργειας από το εξωτερικό ανέρχεται σε περίπου 60 δις δολάρια . Η σημαντικότατη υποτίμηση του τουρκικού νομίσματος την τελευταία περίοδο έναντι του δολαρίου έχει προκαλέσει αύξηση του κόστους , επιβαρύνοντας το κόστος παραγωγής της τουρκικής  οικονομίας και αυξάνοντας τον εισαγόμενο πληθωρισμό. Το κόστος του ενεργειακού τομέα έχει αυξηθεί τόσο πολύ ώστε να θέσει εν αμφιβόλω όλο το σχεδιασμό για την ανάπτυξη των θερμοδυναμικών πηγών ενέργειας σύμφωνα με τις δηλώσεις του υπουργού ενέργειας Taner Yıldız τις 25 Ιανουαρίου 2014[4]. Το άμεσο κόστος υπολογίζεται περίπου στα 127 δις δολάρια χωρίς να υπολογίζονται οι παράπλευρες συνέπειες οι οποίες δεν μπορούν να υπολογισθούν σύμφωνα πάντα με τον υπουργό. Η σημαντική υποτίμηση της τουρκικής λίρας όπως γίνεται κατανοητό προκαλεί προβλήματα χρηματοδότησης όλων των εγκαταστάσεων παραγωγής ενέργειας οι οποίες έχουν εισέλθει στη διαδικασία της ιδιωτικοποίησης. Ήδη  Η Διοίκηση Αποκρατικοποιήσεων έχει προχωρήσει τις διαδικασίες για ιδιωτικοποίηση τεσσάρων θερμοηλεκτρικών εργοστασίων παραγωγής ενέργειας στην οποία εκδήλωσαν αρχικό ενδιαφέρον 20 επιχειρήσεις  εκ των οποίων οι 19 ζήτησαν παράταση τριών μηνών περιμένοντας τις εξελίξεις σε πολιτικό και οικονομικό επίπεδο.  





[1] Σφαιρική ανάλυση του ενεργειακού προβλήματος της Τουρκίας υπάρχει στο Σ. Λυγερός – Κ. Μελάς , Μετά τον Ερντογάν τι; Εκδόσεις Πατάκη Απρίλιος 2013.
[2] Oil & Gas Journal, January 1, 2013.
[3] US Energy Information Administration  (EIA).
[4]   Hurriyet Daily  News , 26.01.2014.

Διπλασιάστηκε το επιτόκιο της έκδοσης τουρκιών δεκαετών Eurobond .


Η Τουρκία  προχώρησε στην έκδοση  Eurobond δεκαετούς διάρκειας  με ρήτρα δολαρίου ποσού 2,5 δις δολαρίων στις 23 Ιανουαρίου 2013. Η έκδοση υπερκαλύφθηκε τέσσερις φορές αλλά το επιτόκιο που κλήθηκε να καταβάλει ήταν υψηλότατο 5,85 % , διπλάσιο σε σχέση με την αντίστοιχη περυσινή έκδοση. Επίσης ήταν  299 σημεία βάσης πάνω από το δεκαετές ομόλογο των ΗΠΑ και 15 σημεία βάσης πάνω από την καμπύλη αποδόσεων των τουρκικών ομολόγων.   


Κυριακή, 26 Ιανουαρίου 2014

Η παρακράτηση ρευστότητας από τις επιχειρήσεις προκαλεί προβλήματα στην ανάπτυξη της παγκόσμιας οικονομίας.



Η αποταμίευση των επιχειρήσεων έχει αυξηθεί απότομα τις τελευταίες τρεις  δεκαετίες . Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη[1] ο κύριος λόγος αυτής της αύξησης είναι η σημαντική μείωση του μεριδίου της αποταμίευσης της εργασίας στις επιχειρήσεις . Το γεγονός αυτό συνοδεύτηκε από μεγάλη  μείωση  της αποταμίευσης των  νοικοκυριών και αντίστοιχη αύξηση της αποταμίευσης των επιχειρήσεων σε παγκόσμιο επίπεδο   . Η αποταμίευσης των επιχειρήσεων η οποία αποτελεί  πλέον το μεγάλο μερίδιο στην εθνική αποταμίευση των χωρών. Ενώ το 1975 ο μεγαλύτερος όγκος των επενδύσεων χρηματοδοτούνταν από τις αποταμιεύσεις των νοικοκυριών στα τελευταία χρόνια χρηματοδοτείται από την αποταμίευση των επιχειρήσεων. Στην Γραφική Παράσταση 1 παρουσιάζεται η παραπάνω αλλαγή μεταξύ των μεριδίων της αποταμίευσης των επιχειρήσεων και των εργαζομένων σε αυτές.

Γραφική Παράσταση 1. Παγκόσμια μείωση του μεριδίου της αποταμίευση της εργασίας στις επιχειρήσεις  και αύξηση του αντίστοιχου  μεριδίου των επιχειρήσεων. ( 1975-2007).
 




Αντίστοιχα στην Γραφική Παράσταση  2  παρουσιάζεται η συγκεκριμένη εξέλιξη στις  τέσσερις  μεγαλύτερες οικονομίες του πλανήτη. Δεν προκύπτουν ουσιαστικές διαφορές μεταξύ των οικονομιών των ΗΠΑ, Ιαπωνίας, Γερμανίας.  Αντιθέτως στην οικονομία της Κίνας το ποσοστό της αποταμίευσης  και των δύο πλευρών είναι σημαντικά χαμηλότερο από το αντίστοιχο των τριών αναπτυγμένων οικονομιών.
Γραφική Παράσταση 2 :
Μείωση του μεριδίου της αποταμίευση της εργασίας στις επιχειρήσεις  και αύξηση του αντίστοιχου  μεριδίου των επιχειρήσεων. ( 1975-2007) σε ΗΠΑ, ΙΑΠΩΝΙΑ,ΚΙΝΑ, ΓΕΡΜΑΝΙΑ.

 




 Στις αναπτυγμένες χώρες της Δύσης, κυρίως αυξήθηκε η αποταμίευση των μεγάλων πολυεθνικών επιχειρήσεων. Στις ασιατικές επιχειρήσεις παρατηρείται ότι είναι οι μικρότερου μεγέθους επιχειρήσεις που αποταμιεύουν περισσότερο [2]. Αυτό συνάγεται από  εμπειρικές  μελέτες στις οποίες  έχει παρατηρηθεί ότι η παρακράτηση ρευστότητας είναι πολύ μεγαλύτερη  όταν αυξάνονται οι  ταμειακές ροές των επιχειρήσεων.
Στην Ελλάδα παρατηρείται το ίδιο φαινόμενο σύμφωνα με την ΤτΕ[3]. Μάλιστα στην περίοδο της οικονομικής κρίσης και του βίαιου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής  ,ενώ η αποταμίευση των νοικοκυριών είναι αρνητική η αντίστοιχη των επιχειρήσεων αυξάνει.

 Σύμφωνα με δημοσίευμα των FT την 21 Ιανουαρίου 2014[4] , το οποίο επικαλείται έρευνα του συμβουλευτικού οίκου Deloitte,   το ένα τρίτο περίπου των μεγάλων επιχειρήσεων του πλανήτη εκτός τραπεζών και άλλων χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων διαθέτουν μια αποταμιευτική ρευστότητα  ύψους  2,8 τρις. δολαρίων.
Η συγκέντρωση  ρευστότητας  σε μεγάλους πολυεθνικούς ομίλους αυξάνεται με σημαντικούς ρυθμούς  από την αρχή της οικονομικής κρίσης το 2007.  Στην αρχή της κρίσης οι επιχειρήσεις με ρευστότητα υψηλότερη των  2,5 δις  δολαρίων  για ζητήματα εκπλήρωσης  υποχρεώσεων  «βραχυχρόνιας  ρευστότητας» -χωρίς να λαμβάνονται υπόψη  τα αντίστοιχα χρέη τους – παρακρατούσαν το 76%  της συνολικής ακαθάριστης ταμειακής ρευστότητας το 2007 η οποία αντιστοιχούσε σε 1,98 τρις δολάρια. Το τρίτο τρίμηνο του 2013 το ποσοστό αυξήθηκε στο 82,0% (2,8 τρις δολάρια) που αποτελεί το υψηλότερο επίπεδο από το 2000 τουλάχιστον.
Από τις μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις που συμπεριλαμβάνονται στον  παγκόσμιο δείκτη global S&P 1200 , πάντα το τρίτο τρίμηνο του 2013 οι επιχειρήσεις τεχνολογίας παρακρατούν το μεγαλύτερο όγκο των ρευστών διαθεσίμων (συνολικά 775 δις δολάρια)[5] ακολουθούμενες από τις επιχειρήσεις τηλεπικοινωνιών, της ενέργειας και της υγείας.
Κατά μέσο όρο ,το τρίτο τρίμηνο του 2013, οι επιχειρήσεις  που δραστηριοποιούνται στην περιοχή Ασίας –Ειρηνικού παρακρατούσαν το μεγαλύτερο ύψος ρευστών διαθεσίμων (κάθε επιχείρηση 4,2 δις δολάρια ) ακολουθούμενες από τις επιχειρήσεις τις Νοτίου Αμερικής (!!!), μετά της Βορείου Αμερικής και τέλος της Ευρώπης. Θα πρέπει να σημειωθεί πάντως επειδή οι επιχειρήσεις της περιοχής Βόρειας Αμερικής είναι οι πολυπληθέστερες το σύνολο των ρευστών διαθεσίμων που παρακρατούν είναι το μεγαλύτερο.  
Γιατί οι επιχειρήσεις παρακρατούν ρευστά;
Σύμφωνα με τη βασική χρηματοοικονομική υπόθεση η παρακράτηση ρευστών έχει  κόστος για την επιχείρηση και μάλιστα στην χρηματοοικονομική ανάλυση αξιολόγησης της επιχείρησης μια τέτοια συμπεριφορά θεωρείται αρνητική . Συγκεκριμένα  η συγκέντρωση ρευστότητας πλήττει  την αναπτυξιακή – επενδυτική διαδικασία των επιχειρήσεων και συνεπώς τα κέρδη τους  αλλά και  τις τιμές των μετοχών. Η θεωρητική αυτή άποψη επιβεβαιώνεται   τα τελευταία χρόνια, καθώς οι επιχειρήσεις  με χαμηλούς συντελεστές ταμειακής ρευστότητας έχουν καλύτερη εικόνα και στα δύο, σε σύγκριση με τις επιχειρήσεις με υψηλά ταμειακά αποθέματα.

 Η παρακράτηση ρευστών μπορεί να έχει νόημα στην περίπτωση επιχειρήσεων οι οποίες έχουν περιορισμό στην χρηματοδότησή τους από τις χρηματοπιστωτικές αγορές , για διάφορους λόγους , και συνεπώς παρακρατούν τη ρευστότητα (με τη μορφή ρευστών) για να χρηματοδοτήσουν τις μελλοντικές επενδύσεις τους[6].  Όμως η συγκεκριμένη υπόθεση δεν επιβεβαιώνεται από όλες τις εμπειρικές διερευνήσεις που έχουν πραγματοποιηθεί. Η εμπειρική υποστήριξη της συγκεκριμένης υπόθεσης εξαρτάται από την ευαισθησία της μεθόδου εκτίμησης που χρησιμοποιείται[7] .
 Δεν χρειάζεται καμία έρευνα για να αποδειχτεί  ότι η συσσώρευση ρευστότητας αποθαρρύνει τις επενδύσεις[8]. Αν το ποσοστό  ρευστότητας που καταγράφεται στα ενεργητικά των επιχειρήσεων  είχε ακολουθήσει μια περισσότερη  κανονική πορεία  το 2012 και το 2013, θα είχε δαπανηθεί ρευστό 900 δισ. δολάρια  αυτά τα δύο χρόνια.[9]
Η συσσώρευση ρευστού ευθύνεται σύμφωνα με μερίδα οικονομολόγων για τη βραδεία έξοδο ορισμένων περιοχών από την κρίση. Καθώς οι εταιρίες διατηρούν χαμηλά το λειτουργικό τους κόστος και δεν επενδύουν σε εξοπλισμό, ο πλούτος τους δεν διασπείρεται ώστε να ευεργετήσει την ευρύτερη οικονομία.
Γιατί όμως οι επιχειρήσεις δεν αυξάνουν τις επενδύσεις τους ;
Η πρώτη απάντηση είναι ότι το οικονομικό περιβάλλον δεν είναι ευνοϊκό για τέτοιες ενέργειες . Οι αναλύσεις από τη μεριά της ζήτησης δεν επιτρέπουν την επέκταση των επενδύσεων. Όμως οι επιχειρήσεις έχουν συμβάλλει αποφασιστικά στη μείωση της ζήτησης αλλά και στη δημιουργία θετικών προσδοκιών για αυτή.  Η έντονη μείωση του μεριδίου της αποταμίευσης των εργαζομένων στις επιχειρήσεις και η συνεπαγόμενη μείωση της αποταμίευσης των νοικοκυριών σε σχέση με την κατακόρυφη αύξηση των αποταμιεύσεων των επιχειρήσεων είναι δείγμα απόλυτης ανισορροπίας. Το παιχνίδι χάνει  την ισορροπία του  και γίνεται μονόπλευρο δεδομένου ότι οι επιχειρήσεις έχουν αποκτήσει βαθμούς ελευθερίας που επιτρέπουν να αποφασίζουν βραχυχρονίως μόνες τους . Αν εμπλέξουμε σε όλη αυτή την συλλογιστική την αυτονόμηση του χρηματοπιστωτικού συστήματος από την πραγματική οικονομία με τη δημιουργία μια νομισματικής σφαίρας η οποία υπερίπταται στους δικούς της ουρανούς χωρίς να εξυπηρετεί τις υποχρεώσεις για τις οποίες έχει δημιουργηθεί το  πάζλ ολοκληρώνεται. Μάλιστα αυτή καθ’ αυτή η (σχετικά)αυτόνομη λειτουργία του χρηματοπιστωτικού συστήματος  (λόγω της ίδιας της φύσης του)  είναι δημιουργός αλλεπαλλήλων χρηματοπιστωτικών κρίσεων  με αποτέλεσμα την αύξηση της αβεβαιότητας και των κινδύνων στην οικονομία κατάσταση εντελώς αντίθετη με την ύπαρξη βεβαιότητας και σχετικής κανονικότητας που τόσο έχουν ανάγκη οι επιχειρήσεις για να επενδύσουν.
Η δεύτερη απάντηση έχει να κάνει πάλι με τις λειτουργίες του χρηματοπιστωτικού συστήματος και τις δυνατότητες που παρέχει για βραχυχρόνια κερδοφορία μέρους των αποταμιεύσεων που διαθέτουν οι επιχειρήσεις αλλά και την ευνοϊκή δυνατότητα  πιστώσεων μέσω των νέων χρηματοοικονομικών εργαλείων  .
 Έτσι  η ανάλυση της συσσώρευσης ρευστότητας στην κρίση περιπλέκεται από τα αυξανόμενα επίπεδα χρεών μετά το 2007, καθώς οι εταιρίες αξιοποιούν τα χαμηλά επιτόκια ρεκόρ με εκδόσεις ομολόγων. Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία οι  50 μεγαλύτερες αμερικανικές επιχειρήσεις  (Απρίλιος 2013) έχουν χρέη ύψους  περίπου 1,2 τρις δολάρια. Αυτό, με τη σειρά του, μπορεί να αποθαρρύνει τη διάθεση για δαπάνες σε εξαγορές και συγχωνεύσεις, ή για δαπάνες κεφαλαίου, ή για επιστροφή ρευστού στους επενδυτές .
Τρίτο οι κυβερνήσεις  πρέπει να αντιληφθούν ότι το συγκεκριμένο υπόδειγμα έχει πετύχει τους στόχους για το οποίοι χρησιμοποιήθηκε , (η κυκλικότητα της ασκούμενης οικονομικής πολιτικής σε παγκόσμιο επίπεδο είναι μια πραγματικότητα) και είναι ώρα για μια αλλαγή η οποία πιθανά (διότι τίποτε δεν είναι βέβαιον) να αποτρέψει  μεγάλες αναταραχές στην παγκόσμια οικονομία .


[1] Karabarbounis, L and B Neiman (2012), “Declining Labor Shares and the Global Rise of Corporate Savings”,  NBER Working Paper 18154.
[2] Horioka, C Y and A Terada-Hagiwara (2013), Corporate Cash Holding in Asia,  NBER Working Paper 19688.
[3] Τράπεζα της Ελλάδος, Ενδιάμεση Έκθεση για τη Νομισματική πολιτική  2013, Δεκέμβριος 2013, σ.64-72.

[4]  Anousha Sakoui , Pressure mounts for corporates’ cash piles to be put to work ,και επίσης , Anousha Sakoui , Huge cash pile puts recovery in hands of the few. Και τα δύο στις 21 Ιανουαρίου 2014.

[5] Με σχεδόν 150 δισ. δολάρια στα ταμεία της, η Apple και μόνο κρατούσε το 5% του συνόλου στα τέλη του έτους 2013..

[6]  Almeida, H, M Campello, I Cunha and M S Weisbach (2013), “Corporate Liquidity Management: A Conceptual Framework and Survey”, NBER Working 19502.
[7] Horioka, C Y and A Terada-Hagiwara (2013), “Corporate Cash Holding in Asia”, NBER Working Paper 19688
[8] Παρότι γίνονται τέτοιες έρευνες .
[9] Anousha Sakoui, όπ.παρ.