Παρασκευή, 6 Δεκεμβρίου 2013

Οι πλειστηριασμοί , τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια και οι τράπεζες.



Έχοντας εμπειρία  περίπου τριάμισι χρόνων  των αποτελεσμάτων του μνημονίου το οποίο επιβλήθηκε στην χώρα μας, γνωρίζουμε πλέον την μηχανιστική λογική που διέπει το συγκεκριμένο πρόγραμμα. Μηχανιστική λογική που παραπέμπει σε οικονομικές δοξασίες προηγουμένων αιώνων  οι οποίες αντιστοιχούν σε οικονομίες σχεδόν «πραγματικής ανταλλαγής» και όχι σε νομισματικές οικονομίες του 21ου αιώνα. Στη λογική αυτών των προγραμμάτων υπάρχει μια απολύτως λανθασμένη αντίληψη το τι σημαίνει δημοσιονομική προσαρμογή μιας οικονομίας σε ανισορροπία. Το έχουμε δει στην πράξη στο ελληνικό πρόγραμμα. Η οικονομία θα πρέπει να φθάσει στο κατώτατο σημείο ισορροπίας ώστε να μην έχει δημοσιονομικά ή εξωτερικά ελλείμματα αδιαφορώντας  για όλες τις συνέπειες που αυτή η προσαρμογή θα επιφέρει στην απαξίωση και στην  καταστροφή του παραγωγικού πλούτου (κεφάλαιο , εργασία, δεξιότητες) και στην διάλυση των κοινωνικών σχέσεων , την άνοδο της ενδημικής φτώχειας, την ανθρωπιστική κρίση και όλα τα υπόλοιπα τα οποία είναι γνωστά στον ελληνικό λαό από πρώτο χέρι. Όμως το σημαντικό στοιχείο της όλης συλλογιστικής είναι ότι αυτό το κατώτατο σημείο δεν μπορεί να ορισθεί με αποτέλεσμα να δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος συνεχών πιέσεων χωρίς αποτέλεσμα διότι υπάρχει συνεχώς ένα ανατροφοδοτούμενο κύκλωμα. Σύμφωνα με την συγκεκριμένη λογική όταν η οικονομία αγγίξει το κατώτατο σημείο , με όλα αυτά τα διοικητικά μέτρα , τότε οι δυνάμεις της ελεύθερης αγοράς θα αρχίσουν να εργάζονται για την ανάπτυξη της χώρας. Αποκρουστικά παραμύθια οικονομικής λογικής τα οποία διδάσκονται και στα πανεπιστήμια και φυσικά πρόσωπα υποστηριχτές αυτών των απόψεων κατέχουν δημόσιες θέσεις.
Το σχέδιο αυτό επιζητούν μετά μανίας να επεκταθεί στην αγορά ακινήτων με μοχλό  την άμεση εκκίνηση των πλειστηριασμών ακόμη και για την πρώτη κατοικία η οποία μέχρι σήμερα προστατεύεται νομοθετικά. Έχοντας τα παραπάνω στο νου μας ως πραγματολογικά και όχι ως  θεωρητικά στοιχεία  μπορούμε εύκολα να αντιληφθούμε το τι θα συμβεί και στην αγορά ακινήτων. Η απελευθέρωση των πλειστηριασμών , αφού κατακρημνίσει στην κυριολεξία τις τιμές των ακινήτων χωρίς κανένας να μπορεί να ορίσει «τον πάτο του βαρελιού» , θα δημιουργήσει πολλαπλάσια οικονομικά, κοινωνικά και ανθρωπιστικά προβλήματα. Κάποια στιγμή στο μέλλον, άγνωστο πότε,  θα αρχίσει να εξισορροπεί  η αγορά ακινήτων και οι δυνάμεις τις αγοράς εκτιμώντας αυτή την κατάσταση θα επιληφθούν για τη σταδιακή άνοδό της. Μήπως όμως τότε θα είμαστε όλοι νεκροί; Οι μελλοντικές αγορές ,τις οποίες επικαλούνται όλες αυτές οι δοξασίες οι οποίες λογίζονται ως οικονομικές θεωρίες ,  θα υπάρχουν; Και σε ποια κατάσταση;  Όμως οι χώρες και οι κοινωνίες δεν είναι επιχειρήσεις . Δεν κατεβάζουν ρολά και αποσύρονται στο χρονοντούλαπο της ιστορίας. Επιζούν με κάθε τρόπο και σε αντίθεση με όσα πρεσβεύουν οι κάθε λογής επιτήδειοι.
 Το ενδιάμεσο επιχείρημα το οποίο προβάλλεται είναι ότι οι τράπεζες δεν μπορούν να λειτουργήσουν με μεγάλο αριθμό  δανειοδοτουμένων οι οποίοι δεν εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους . Το γεγονός αυτό τους  στερεί τη δυνατότητα να χορηγήσουν εκ νέου ρευστότητα και επιπλέον χρειάζονται συνεχώς νέα κεφάλαια για να καλύψουν τις απώλειες. Έχει όμως λογική το επιχείρημα στη σημερινή συγκυρία όπου οι τιμές των ακινήτων ήδη έχουν υποστεί σημαντικές μειώσεις ; (Σύμφωνα με τα στοιχεία της Τραπέζης της Ελλάδος την περίοδο 2009-ΙΙΙ τρίμηνο 2013 η μείωση ανέρχεται σε 36,4%).
Κατ’ αρχάς θα πρέπει να σημειωθεί ότι κάθε επιχείρημα έχει αξία μόνο όταν λαμβάνεται υπόψη η συγκεκριμένη οικονομική συγκυρία και όχι γενικά και αόριστα.
Στην παρούσα συγκυρία η κατάρρευση των τιμών των ακινήτων θα έχει πολλαπλάσια ζημιά για τις τράπεζες από οποιοδήποτε φαινομενικό κέρδος από τη βίαιη εκκαθάριση της αγοράς ακινήτων. Με τη γενίκευση των πλειστηριασμών σε όλη τη χώρα, η κατάρρευση των τιμών των αστικών ακινήτων θα επιφέρει καταστροφή μεγάλου μέρους των εποπτικών κεφαλαίων των ίδιων των τραπεζών. Γεγονός το οποίο θα οδηγήσει στην ανάγκη νέων εποπτικών κεφαλαίων. Από πού θα προέλθουν; Σύμφωνα με τις αποφάσεις της ΕΕ η Ελλάδα ήταν η τελευταία χώρα στην οποία εφαρμόστηκε το bail out. Τώρα ισχύει το bail in με ότι αυτό συνεπάγεται. Συγχρόνως στο παιχνίδι εισέρχονται άμεσα και τα επιχειρηματικά δάνεια τα οποία είναι συνδεδεμένα με εμπράγματες εξασφαλίσεις μεταξύ των οποίων τα αστικά ακίνητα αποτελούν περίπου το 40,0%. Η κατάρρευση των τιμών των αστικών ακινήτων θα επιφέρει τις εξής απαιτήσεις προς τους επιχειρηματίες : ή αύξηση των εμπραγμάτων εξασφαλίσεων , ή αύξηση, μάλιστα σημαντική, του επιτοκιακού περιθωρίου ως ασφάλιστρο κινδύνου της γραμμής πίστωσης, ή το πιο πιθανό μείωση των πιστοδοτικών ορίων άρα μείωση των χορηγήσεων σε μια οικονομία αποστραγγισμένη από ρευστότητα και η οποία παλεύει απεγνωσμένα να στηριχθεί στα πόδια της. Όλα όμως τα παραπάνω το μόνο που θα επιτύχουν με μαθηματική ακρίβεια στις παρούσες συνθήκες θα είναι το σπρώξιμο της οικονομίας πιο βαθειά στα Τάρταρα της ύφεσης , της ανέχειας και της ανεργίας.
Υπάρχει ακόμη η διαφαινόμενη λύση να πουληθούν τα  κόκκινα στεγαστικά  δάνεια στα λεγόμενα  distress funds. Στους γνωστούς γύπες που λυμαίνονται κερδοσκοπώντας την παγκόσμια αγορά . Παρότι από τις πληροφορίες που υπάρχουν , τραπεζικά ιδρύματα έχουν έλθει σε επαφή μαζί τους , φαίνεται ότι οι προσφερόμενες τιμές είναι πολύ χαμηλότερες από τις προβλέψεις που τα ίδια τα τραπεζικά ιδρύματα έχουν εγγράψει στους ισολογισμούς τους γεγονός που λειτουργεί αποτρεπτικά στην παρούσα συγκυρία. Όμως κανείς δεν γνωρίζει πως θα εξελιχθούν τα πράγματα. Εδώ όμως προκύπτει ένα πρόβλημα το οποίο εφάπτεται της κυβερνητικής πολιτικής η οποία με όλους τους τρόπους επικαλείται ότι η χώρα από το 2014 μπαίνει στη μεγέθυνση του ΑΕΠ και έπεται θετικότερη εξέλιξη. Είναι δυνατόν να επιτρέψει την πώληση των μη αποτελεσματικών δανείων σε εξευτελιστικές τιμές παραδεχόμενη εμμέσως , πλην σαφώς, ότι δεν πιστεύει , παρά τις περί αντιθέτου διακηρύξεις της , ότι θα ανακάμψουν οι τιμές των ακινήτων στα επόμενα δύο χρόνια; Ακόμη ποια τράπεζα θα ισχυριζόταν κάτι παρόμοιο;
 Το πρόβλημα της αγοράς ακινήτων , των μη αποτελεσματικών δανείων και των πλειστηριασμών είναι ένα περισσότερο περίπλοκο πρόβλημα από αυτό που παρουσιάζεται. Από τη στιγμή που είναι κοινωνικό πρόβλημα (αποτελεί δομικά ιδιαιτερότητα της ελληνικής κοινωνίας) είναι και οικονομικό και πολιτικό. Θα έπρεπε να είχε αντιμετωπισθεί την περίοδο του PSI μαζί με τα υπόλοιπα ζητήματα. Το λάθος της ελληνικής κυβέρνησης και του άμεσου διαπραγματευτή ήταν θανάσιμο. Η αποφασιστική πρόβλεψη των μελλοντικών εξελίξεων είναι το άλφα και το ωμέγα της οικονομικής πολιτικής.
Τώρα στη συγκεκριμένη συγκυρία η παράταση του ισχύοντος νομοθετικού πλαισίου, με πιθανές επιμέρους βελτιώσεις (κυρίως θα πρέπει να αφορά όσους έχουν χρήματα και δεν εξυπηρετούν τα δάνεια τους εκμεταλλευόμενοι  την συγκυρία)  είναι επιβεβλημένη  όχι γιατί λύνει το πρόβλημα αλλά επειδή παρέχει χρόνο να λυθεί το πρόβλημα. Η λύση θα πρέπει να αναζητηθεί με τέτοιο τρόπο ώστε και οι αδυνατούντες πολίτες να πληρώσουν  να μην χάσουν την πρώτη κατοικία τους και οι τράπεζες να μην χρειαστούν νέα κεφάλαια , τα οποία ειρήσθω εν παρόδω , θα προέλθουν από τους έλληνες φορολογουμένους. Μια μεγάλη επιμήκυνση , πάνω από 100 χρόνια, των δανείων για τα οποία υπάρχει πραγματική αδυναμία εξυπηρέτησης, θα αποτελούσε μια καλή βάση αρχής του διαλόγου. Οι υπόλοιπες λεπτομέρειες μπορούν εύκολα να διευθετηθούν. Στη συνέχεια με βάση της εξελίξεις της οικονομίας και την κατάσταση του δανειοδοτούμενου ,θα μπορούσε το πλαίσιο να προσαρμόζεται αναλόγως. Η συγκράτηση της πτώσης των τιμών των ακινήτων θα πρέπει να αποτελεί το ζητούμενο. Η βίαιη εκκαθάριση της αγοράς ακινήτων συμφέρει μόνο τα ξένα distress funds και τους νέους μαυραγορίτες της σημερινής εποχής.