Πέμπτη, 5 Δεκεμβρίου 2013

Εννοιολογικά Προβλήματα της Ορθολογικότητας[1]

Η  ορθολογικότητα  αποτελεί ένα συστατικό στοιχείο της ανθρώπινης συμβίωσης.
Αποτελεί μια πραγματικότητα που αρχικά συγγενεύει με κάθε πραγματικότητα του κοινωνικού ή ανθρώπινου είναι. Η ορθολογικότητα υπό την ευρύτατη και βασική έννοια είναι το γνώρισμα που ξεχωρίζει τον άνθρωπο από τα υπόλοιπα έμβια όντα του ζωικού βασιλείου . Είναι μια ανθρώπινη ιδιότητα κοινή σε όλους τους ανθρώπους. Ο Λόγος είναι πάντα το πιο κοφτερό όπλο για τον άνθρωπο, αφού ο άνθρωπος ανέκαθεν θεώρησε τον Λόγο ως την απόδειξη της υπεροχής του απέναντι στα υπόλοιπα ζώα. Υπό αυτήν την άποψη η πραγματοποίησή της δεν απαιτεί ιδιαίτερες προσπάθειες εκ μέρους του ανθρωπίνου είδους. Είναι πανταχού παρούσα στις ανθρώπινες υποθέσεις με αποτέλεσμα να έχει έναν πολύ γενικό χαρακτήρα και κάθε εξειδίκευσή της προς την κατεύθυνση υπαγωγής της σε κανόνες δεν μπορεί να προχωρήσει πέρα από τις πρώτες προσεγγίσεις οι οποίες για να έχουν μια αντικειμενικότητα πρέπει να παραμείνουν σε μη δεσμευτικούς τύπους.
Η πραγμάτωση «της ορθολογικότητας»  κατά τρόπο απόλυτο, απαιτείται να στηριχθεί  σ’ έναν ορισμό που να μην περιλαμβάνει όρους οι οποίοι να χρήζουν ερμηνείας. Όμως όλες οι θεωρίες της ορθολογικότητας  που προτάσσουν  αξιώσεις μοναδικότητας και  κανονιστικές επιδιώξεις περιέχουν πάντοτε τέτοιους όρους .
Το γεγονός αυτό τις εμπλέκει σε φαύλους κύκλους των  οποίων  όσο επιχειρείται  η υπέρβαση τόσο μεγαλύτερη και βαθύτερη γίνεται η εμπλοκή.
Συνεπώς πρέπει να συγκρατηθούν κυρίως δύο σημεία τα οποία θα είναι χρήσιμα στη συνέχεια:
Α) Ότι ο εκάστοτε ορθολογισμός εδράζεται   σε μια κοσμοθεωρητική θεμελιώδη στάση ή απόφαση, που από την πλευρά της βρίσκεται ultra rationem και προϋποθέτει έσχατες αξιωματικές αξιολογήσεις.
Β)  Ότι ο εκάστοτε ορθολογισμός, ακριβώς εξαιτίας της προέλευσής του από μια θεμελιώδη στάση ή απόφαση, είναι δεμένες σε ένα ορισμένο περιεχόμενο, του οποίου επιχειρεί την εκλογίκευση.
Το περιεχόμενο αυτό καθορίζει τον γενικό χαρακτήρα του εκάστοτε ορθολογισμού πολύ περισσότερο απ’ ότι το κάνει η επιλογή της ψυχικής εκείνης δύναμης, που χρησιμεύει ως φορέας του Λόγου. Τούτο σημαίνει ότι ο ορθολογισμός και η νοησιαρχία διόλου δεν ταυτίζονται όπως δέχεται μια διαδεδομένη αντίληψη  που κυρίως επιχειρεί να προσφέρει μια εννοιολογική ανάλυση της εποχής του Διαφωτισμού.
Θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι η ορθολογικότητα  , με την ευρεία και βασική έννοια , είναι το γνώρισμα που ξεχωρίζει τον άνθρωπο από τα υπόλοιπα έμβια όντα του ζωικού βασιλείου. Μπορεί να περιγραφεί ως διάκριση μεταξύ «ενστικτώδους» συμπεριφοράς αφενός και δράσης αφετέρου. Επομένως μπορεί να τοποθετηθεί η προέλευση και το πεδίο ανάπτυξης της ορθολογικότητας εκεί όπου ο λιγότερο ή περισσότερο άμεσος αυτοματισμός μεταξύ ερεθίσματος και αντίδρασης είναι αρκετά πιο χαλαρός και στην απόσταση που δημιουργείται ανάμεσα τους ώστε να λάβουν θέση ή πρόβλεψη , ο υπολογισμός και η επιλογή μεταξύ πρακτικών εναλλακτικών δυνατοτήτων.  
Η χαλάρωση του αυτοματισμού ερεθίσματος – αντίδρασης προκαλεί:
Αναβολή στην απόφαση για δράση η οποία όμως λειτουργεί πιεστικά προς αυτόν που χρειάζεται να αποφασίσει ανάλογα με τους  βαθμούς έντασής της.
Η αναβαλλόμενη απόφαση για δράση ονομάζεται (μακροπρόθεσμος ή βραχυπρόθεσμος ) σκοπός και η ορθολογικότητα πρέπει να «γεμίσει» αυτό το κενό , την απόσταση μεταξύ σύλληψης και επίτευξης ,  ώστε να επιτευχθεί ο σκοπός με την χρήση των διαθέσιμων μέσων. Αμέσως προβάλλει το αίτημα της εσωτερικής  συνοχής  μέσων – σκοπών αλλά και της συσχέτισης αυτών. Τούτο σημαίνει  την κατ’ αρχάς χρησιμοποίηση της τυπικής λογικής : εφαρμογή της αρχής της ταυτότητας και της αντίφασης , την αποφυγή δίσημων όρων , την έλλειψη λογικών αλμάτων. Η λογική με κανένα τρόπο δεν ταυτίζεται με οποιαδήποτε ηθική- κανονιστική «ορθολογικότητα» αλλά συνίσταται στην επιχειρηματολογικά σωστή ανάπτυξη μιας θέσης όπου η ορθότητα αποτιμάται με τυπικά κριτήρια.
Η τυπική ορθολογικότητα είναι ένα ουδέτερο μέτρο που θεωρείται μονοσήμαντο και μπορεί να χρησιμοποιηθεί αδιακρίτως σε όλες τις περιπτώσεις. Αντιθέτως η ουσιαστική ορθολογικότητα παρουσιάζει μια πολυσημία η οποία προκύπτει από τη δυνατότητα να συνδεθεί με περισσότερα αξιολογικά κριτήρια. Αν εξ αρχής υπήρχε σύμπτωση των δύο ορθολογικοτήτων,  και όχι εμπειρικά, θα σήμαινε ότι μόνον η παραδοχή ορισμένων αξιών εκ μέρους του δρώντος θα έκανε τον ίδιο να δρα ορθολογικά.  Η ουσιαστική ορθολογικότητα στο επίπεδο του δρώντος, δηλαδή η αναγνώριση ορισμένων αξιών δεν εμποδίζει την εκτέλεση ορθολογικών ή εκλογικευμένων πράξεων που μπορούν να συλληφθούν βάσει τυπικών κριτηρίων. Με άλλα λόγια η τυπική ανάλυση της ορθολογικότητας δείχνει ότι η ορθολογικότητα του δρώντος ή της «διαμόρφωσης της ζωής επιτρέπει πολλά και διάφορα περιεχόμενα»
 Όμως η εσωτερική συνοχή δεν παραμένει σταθερή και αμετακίνητη σε μια ζώσα κοινωνική πραγματικότητα. Βρίσκεται συνέχεια σε προστριβή με τη συνεκτική φύση της πραγματικότητας , δηλαδή με τη συνεχή αλλαγή των συνθηκών που απαρτίζουν την πραγματικότητα γεγονός που αφενός διαφοροποιεί συνεχώς τους σκοπούς και ως εκ τούτου  δημιουργεί πρόβλημα στη χρησιμοποίηση   συνεχώς των ίδιων μέσων.
Ο χρόνος είναι η μητέρα των μη επιδιωκόμενων σκοπών της κατά τα άλλα λογικής δράσης. Παρουσιάζονται αστάθμητοι παράγοντες στην περίπτωση της λογικής δράσης που εκτείνονται σε δύο επίπεδα: το επίπεδο των συνεπειών μετά την επίτευξη του σκοπού( η πράξη μπορεί να σχεδιασθεί , να εκτελεσθεί άψογα όμως μετά την επίτευξη του σκοπού να αποδειχθεί μη ορθολογική) και το επίπεδο των συνεπειών κατά την εφαρμογή των μέσων. Από τον κίνδυνο αυτό μπορεί να υπάρξει σωτηρία (σχετικά) μόνο στην πολύ στενή εφαρμογή μέσων-σκοπών. Τα προβλήματα που απορρέουν από τα μέσα συνίστανται: στην αυτονόμηση των μέσων, στη δυνατότητα μετατροπής των μέσων σε σκοπούς. Τα μέσα είναι ορθολογικά μόνον ενόσω δεν αναπτύσσουν τη δική τους λογική αυτονομούμενα σε σχέση με τον σκοπό που έχει τεθεί αρχικά.  
 Η ορθολογική δράση χρειάζεται έναντι ενός ουδέτερου παράγοντα , όπως η Φύση , αλλά και σε καταστάσεις στις οποίες η δράση άλλων υποκειμένων με διαφορετικές προτιμήσεις καθορίζουν την έκβαση (εδώ η κοινωνική σχέση αναδύεται ολόπλευρα).  Άρα η ορθολογική δράση εκτείνεται σε δύο μορφές , την πρώτη όπου το αντικείμενο της δράσης είναι παθητικό ( αλλά και εδώ το πεδίο μεταβάλλεται ) και ως τέτοιο επιτρέπει ίσως περισσότερο ακριβείς(;) υπολογισμούς  και το δεύτερο όπου το αντικείμενο της δράσης είναι ενεργητικό- κοινωνικό- ιστορικό όπου οι αλλαγές στο κοινωνικό πεδίο είναι συχνές και συνεχείς και επομένως οι υπολογισμοί χρειάζεται να αναπροσαρμόζονται συνεχώς. Η κοινωνική σχέση επιδρά πιέζοντας την ορθολογικότητα   της δράσης άρα οι μορφές και οι  βαθμοί της υπόκεινται στις διακυμάνσεις της κοινωνικής σχέσης και για αυτό τον λόγο δεν μπορεί να συλληφθεί οριστικά και με αξιώσεις γενικής ισχύος. Ο ορθολογικά δρών στηρίζει τη δράση του στην πρόβλεψη της ξένης δράσης (η οποία υποτίθεται ότι πράττει  με τον ίδιο τρόπο). Η ορθολογικότητα υπάρχει ως αναπόσπαστο συνακόλουθο της κοινωνικής σχέσης , ως προϋπόθεση και ταυτόχρονα ως απόρροια της.  Ορθολογική γίνεται η δράση μόνον όπου διασταυρώνεται με άλλη δράση.








[1] Για μια σφαιρική αντιμετώπιση του θέματος δες: Κ. Μελάς, Η Ατελέσφορη Επιστήμη, Εκδόσεις Ευρασία Ιούνιος 2013.