Σάββατο, 9 Νοεμβρίου 2013

Αποφάσεις νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ .



Είναι γνωστόν ότι κατά τη συνεδρίαση, της 7ης Νοεμβρίου . το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ έλαβε τις ακόλουθες αποφάσεις νομισματικής πολιτικής:
  1. Το επιτόκιο των πράξεων κύριας αναχρηματοδότησης του Ευρωσυστήματος θα μειωθεί κατά 25 μονάδες βάσης στο 0,25%. Το νέο επιτόκιο θα τεθεί σε ισχύ με την πράξη που πρόκειται να διακανονιστεί στις 13 Νοεμβρίου 2013.
  2. Το επιτόκιο της διευκόλυνσης οριακής χρηματοδότησης θα μειωθεί κατά 25 μονάδες βάσης στο 0,75%. Το νέο επιτόκιο θα τεθεί σε ισχύ στις 13 Νοεμβρίου 2013.
  3. Το επιτόκιο της διευκόλυνσης αποδοχής καταθέσεων θα παραμείνει αμετάβλητο στο 0,00%.

Σύμφωνα με τα στοιχεία τα οποία παρουσίασε ο πρόεδρος της ΕΚΤ, η εξέλιξη των νομισματικών δεδομένων επέβαλε την απόφαση για μείωση του επιτοκίου των πράξεων κύριας αναχρηματοδότησης. Συγκεκριμένα η προσφορά χρήματος Μ3 (ο βασικός δείκτης για την εξέλιξη της προσφοράς χρήματος) μειώθηκε το Σεπτέμβριο στο 2,1% από 2,3% τον Αύγουστο. Αντιθέτως η μεγέθυνση της προσφοράς χρήματος Μ1 παραμένει δυνατή στο 6,6% αντανακλώντας την προτίμηση ρευστότητας η οποία υπάρχει στην ευρωζώνη. Η καθαρή εισροή κεφαλαίων συνεχίζει να αποτελεί τον κύριο μηχανισμό ο οποίος στηρίζει την ετήσια μεγέθυνση της προσφοράς χρήματος Μ3.
Η πιστωτική επέκταση προς τον ιδιωτικό τομέα παραμένει ασθενής. Ο ετήσιος ρυθμός πιστωτικής επέκτασης προς τα νοικοκυριά (προσαρμοσμένος με τις πωλήσεις δανείων και τιτλοποιήσεις) βρίσκεται καθηλωμένος  στο 0,3% το Σεπτέμβριο όπως ακριβώς ολόκληρο το 2013.
Ο ετήσιος ρυθμός πιστωτικής επέκτασης προς τα μη χρηματοδοτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις (προσαρμοσμένος με τις πωλήσεις δανείων και τιτλοποιήσεις) ήταν στο -2,7% το Σεπτέμβριο έναντι -2,9% τον Αύγουστο . Συνολικά, σύμφωνα με τον Ντράγκι , η ασθενής δυναμική της πιστωτικής επέκτασης (η οποία επιβεβαιώνεται και από τα στοιχεία του Οκτωβρίου) προς τα  μη χρηματοδοτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις συνεχίζει να αντανακλά πρωταρχικά την χρονικά  καθυστερημένη σχέση τους με τον επιχειρηματικό κύκλο, τον πιστωτικό κίνδυνο και την ευρισκόμενη διαδικασία προσαρμογής των ισολογισμών των χρηματοπιστωτικών και μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων. 
Όμως, εμμέσως πλην σαφώς, ο πρόεδρος της ΕΚΤ υποδεικνύει την μεγάλη ευθύνη του ευρωπαϊκού τραπεζικού συστήματος σχετικά με το ρόλο  του ως βασικού διαύλου  άσκησης της νομισματικής πολιτικής, λέγοντας ότι πρέπει να δυναμωθεί  ο ρόλος αυτός. Είναι γνωστό ότι η ΕΕ την περίοδο μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση  βρίσκεται σε καθεστώς, το οποίον οι οικονομολόγοι χαρακτηρίζουν ως  «παγίδα ρευστότητας». Η προσφερόμενη ρευστότητα από την ΕΚΤ(και είναι αρκετή) δεν διαχέεται στην πραγματική οικονομία αλλά παρακρατείται από τα διάφορα οικονομικά υποκείμενα δεδομένου ότι διαμορφώνονται συγκλίνουσες αρνητικές προσδοκίες  οι οποίες αποτρέπουν τα όποια επενδυτικά σχέδια και την χρηματοδότησή τους. Στην ΕΕ λόγω της κατάστασης στην οποία ευρίσκεται το τραπεζικό σύστημα βρίσκεται σε φάση δραστικής απομόχλευσης μέχρι να βρεθεί ένα νέο σημείο ισορροπίας στους ισολογισμούς τους και να καλυφθούν οι απαιτούμενοι δείκτες φερεγγυότητας. Συνεπώς η απορρόφηση ρευστότητας από την ΕΚΤ οδηγείται είτε στην κάλυψη των αναγκών τους (ανακύκλωση παλαιών δανείων κτλ) είτε (για ορισμένες από αυτές) παραμένει ανενεργός οδηγούμενη ως κατάθεση , παρά το μηδενικό επιτόκιο που προσφέρει η ΕΚΤ. Για το λόγο αυτό η ΕΚΤ προχώρησε στην επιμήκυνση του χρόνου της δυνατότητας πρόσβασης για χρηματοδότηση του ευρωπαϊκού τραπεζικού συστήματος , στις δημοπρασίες με σταθερό επιτόκιο και για απεριόριστη ποσότητα  μέχρι και τον Ιούλιο του 2015. Η δυνατότητα αυτή για τις ευρωπαϊκές τράπεζες  έληγε στα μέσα του 2014. Έτσι δίνεται χρονική παράταση για πρόσβαση χρηματοδότησης η οποία υπερβαίνει τις λήξεις των δύο δημοπρασιών  Ltro τριετούς οι οποίες άρχισαν το  2011 και το 2012. Δεν πρέπει επίσης να λησμονούμε ότι η μείωση του κόστους χρήματος από την ΕΚΤ θα ωφελήσει τις τράπεζες οι οποίες δανείζονται από αυτήν. Οι ελληνικές τράπεζες έχουν δανειστεί περίπου 72 δις ευρώ, οι ιταλικές περίπου 234 δις ευρώ και οι ισπανικές περίπου 226 δις ευρώ. Συνεπώς θα μειωθούν οι καταβαλλόμενοι τόκοι λόγω της μείωσης του επιτοκίου.
 Επίσης οι μεγάλες πολυεθνικές επιχειρήσεις, σε ένα περιβάλλον αβέβαιων προοπτικών, διστάζουν να προχωρήσουν σε νέες επενδύσεις παρακρατώντας την συσσωρευμένη ρευστότητα.
Εδώ προκύπτει το μεγάλο ερώτημα : σε ένα τέτοιο περιβάλλον πόσο μπορεί η νομισματική πολιτική «να σπρώξει» την οικονομία σε επενδύσεις και συνεπώς σε ανάπτυξη; Όσοι ασχολούνται με την νομισματική θεωρία και πολιτική χρησιμοποιούν σε αυτές τις περιπτώσεις, το εξής παράδειγμα : παρουσιάζουν τη νομισματική πολιτική σαν μια κλωστή. Με μια κλωστή μπορείς να τραβήξεις (δηλαδή να μειώσεις την προσφορά χρήματος και συνεπώς την οικονομική δραστηριότητα) αλλά δεν μπορείς να σπρώξεις (δηλαδή αυξάνοντας την προσφορά χρήματος και συνεπώς την οικονομική δραστηριότητα). Σύμφωνα με τις υπάρχουσες εκτιμήσεις οι επιπτώσεις στην πραγματική οικονομία δεν πρόκειται να είναι ουσιώδεις μέσω της επεκτατικής νομισματικής πολιτικής διότι απλούστατα δεν έχει τη δυνατότητα μόνη της να επιτύχει κάτι ουσιωδέστερο. Για παρόμοιες περιπτώσεις υπάρχει και η λελογισμένη και στοχευμένη δημοσιονομική πολιτική , κυρίως στο επενδυτικό της σκέλος στην περιφέρεια και στο σκέλος των δαπανών στις λεγόμενες χώρες του Κέντρου.
Δεν θα πρέπει να λησμονήσουμε να αναφέρουμε ότι στην απόφαση  της ΕΚΤ , ρόλο έπαιξε και η σημαντική άνοδος της τιμής του ευρώ έναντι του δολαρίου. Το ευρώ είχε φθάσει να αποτιμάται σε 1,38 έναντι του δολαρίου δυσκολεύοντας αφάνταστα τις εξαγωγικές προσπάθειες των χωρών της ευρωζώνης , εκτός της Γερμανίας.
 Οι παραπάνω εξελίξεις παρά το ότι κινούνται προς θετική  κατεύθυνση εντούτοις δεν προβλέπεται ότι θα έχει σοβαρές επιπτώσεις στην αναγκαία ανάκαμψη της ευρωπαϊκής οικονομίας.