Τετάρτη, 13 Νοεμβρίου 2013

Οι προσδιοριστικοί παράγοντες των επενδύσεων – αποταμιεύσεων.


Τα στατιστικά στοιχεία δείχνουν ότι  , παράλληλα με την μείωση του ΑΕΠ  κατά 22,4% την περίοδο 2010-2013, υπάρχει μείωση του ακαθάριστου σχηματισμού παγίου κεφαλαίου κατά τουλάχιστον 59,7% την ίδια περίοδο(  European Economy ). Επίσης παρατηρείται μείωση της ακαθάριστης αποταμίευσης . Από 15,4% ΑΕΠ το 2001 έχει πέσει στο 4,3% ΑΕΠ το 2011 (World Bank).
 Επικρατεί διάχυτα η εντύπωση ότι  η επανεκκίνηση της ελληνικής οικονομίας είναι μονοσήμαντα συνδεδεμένο με την κατάσταση που επικρατεί σήμερα στον τομέα των επενδύσεων. Συνεπώς η επιδιωκόμενη αύξηση των επενδύσεων  αποτελεί  εκ των ων  ουκ άνευ της μεγέθυνσης της ελληνικής οικονομίας. Νομίζω ότι δύσκολα θα διαφωνήσει κάποιος με τις παραπάνω παρατηρήσεις.
Όμως όταν γίνονται αναφορές για τις απαιτούμενες  προϋποθέσεις της  επενδυτικής διαδικασίας , οι περισσότεροι αναφέρονται στην έννοια  της εμπιστοσύνης . Η έννοια εμπιστοσύνη είναι κενή περιεχομένου αν δεν προσδιορισθεί με βάση την μακροοικονομική ανάλυση . Αν δηλαδή δεν προσδιορισθούν τα μακροοικονομικά  εκείνα μεγέθη τα οποία συμβάλλουν με το ένα ή άλλο τρόπο στη διαμόρφωση ενός κλίματος εμπιστοσύνης για επενδυτική δραστηριότητα. Ακόμη και τότε όμως  δεν έχουμε πολλά να πούμε για την κατάσταση εμπιστοσύνης a priori. Οι παρατηρήσεις μας πρέπει να εξαρτώνται , κυρίως, από την πραγματική παρατήρηση των αγορών και την ψυχολογία των οικονομικών υποκειμένων. Η κατάσταση εμπιστοσύνης, είναι ζήτημα το οποίο οι άνθρωποι της πράξης προσέχουν ιδιαίτερα. Οι οικονομολόγοι , όμως , δεν το έχουν αναλύσει με προσοχή και ικανοποιούνται, κατά κανόνα , να το σχολιάζουν γενικά.
Όλοι γνωρίζουμε ότι τα μεγέθη της αποταμίευσης και της επένδυσης συνδέονται στενά.  
Δίχως να επεκταθούμε ιδιαίτερα θα υπενθυμίσουμε ότι για να υπάρξει ισορροπία στο μακροοικονομικό σύστημα  με δεδομένο εισόδημα , η επένδυση (νοούμενη ως ζήτηση κεφαλαίων) θα είναι ίση με την αποταμίευση (νοούμενη ως προσφορά πόρων )αν το τρέχον επιτόκιο θα προσαρμοσθεί  στο κατάλληλο επίπεδο επιτρέποντας αυτή την εξισορρόπηση.
 Βλέπουμε ότι υπάρχουν τέσσερεις μεταβλητές (πλάγια γράμματα) . Εξ αυτών μόνο το επιτόκιο είναι ανεξάρτητη μεταβλητή.  Η αποταμίευση και η επένδυση είναι μεγέθη που προσδιορίζονται από το σύστημα (ενδογενείς μεταβλητές) και όχι παράγοντες που το προσδιορίζουν. Η αποταμίευση εξαρτάται από το εισόδημα, το εισόδημα εξαρτάται από την επένδυση και επομένως όταν μεταβάλλεται η επένδυση το εισόδημα   πρέπει υποχρεωτικά   να μεταβληθεί  στο βαθμό ακριβώς εκείνον που είναι αναγκαίος για να εξισωθεί η μεταβολή της αποταμίευσης με τη μεταβολή της επένδυσης.
Συνεπώς η αποταμίευση και η επένδυση συνιστούν τα δίδυμα αποτελέσματα των προσδιοριστικών παραγόντων του συστήματος , δηλαδή, της  ροπής προς κατανάλωση , της οριακής απόδοσης του κεφαλαίου και του επιτοκίου. Οι προσδιοριστικοί αυτοί παράγοντες είναι πολύπλοκοι και ο καθένας είναι ικανός να επηρεάζεται από τις προσδοκώμενες μεταβολές στους άλλους. Παραμένουν , όμως, ανεξάρτητοι, με την έννοια ότι οι τιμές τους δεν μπορούν να εξαχθούν η μια από την άλλη.
Τα παραπάνω δείχνουν απλά ότι  για να λειτουργήσει το σύστημα –δηλαδή η συνολική οικονομία – κάτι το οποίο αποτελεί εκ των ων ουκ άνευ , θα πρέπει να «τεθούν στη λειτουργία της» οι αναφερόμενοι προηγουμένως προσδιοριστικοί παράγοντες του συστήματος .  Δύο λόγια για τον καθένα από αυτούς.
Η ροπή προς κατανάλωση , γενικά, είναι συνάρτηση του συνολικού εισοδήματος. Δεν χρειάζεται να σημειωθεί η δραστική μείωση του συνολικού εισοδήματος στην ελληνική οικονομία τα τελευταία τρία χρόνια.
Η οριακή  αποδοτικότητα του κεφαλαίου  εξαρτάται από  την προσδοκώμενη απόδοση του κεφαλαίου και όχι από την τρέχουσα . Αυτό μπορεί να αποσαφηνιστεί καλύτερα επισημαίνοντας την επίδραση που ασκεί στην οριακή αποδοτικότητα του κεφαλαίου μια προσδοκία μεταβολών όσον αφορά το προβλεπόμενο κόστος παραγωγής , είτε οι μεταβολές στο κόστος εργασίας, δηλαδή στη μονάδα μισθού, είτε από εφευρέσεις και νέα τεχνική.  Αυτά σε κανονικές περιόδους του οικονομικού κύκλου. Υπάρχουν όμως περίοδοι , όπως στη σημερινή Ελλάδα, που η αβεβαιότητα των μελλοντικών εξελίξεων δεν διαμορφώνεται μόνο από τους παραπάνω λόγους , αλλά επιβαρύνεται σημαντικά από πλείστους ακόμη παράγοντες (χρηματοδότηση της οικονομίας, εξελίξεις για το δημόσιο χρέος, δημοσιονομικά κενά, μείωση του διαθεσίμου εισοδήματος, κατάσταση στην ευρωζώνη κτλ).
Σχετικά με τον  τρίτο προσδιοριστικό παράγοντα το επιτόκιο , παρατηρούμε ένα φαινόμενο το οποίο συγχρόνως με τα υπόλοιπα δύο δεν λειτουργεί διευκολυντικά  προς την ανάπτυξη του οικονομικού συστήματος. Παρατηρούμε ότι  σε μια οικονομία σε παρατεταμένη ύφεση και σκληρή δημοσιονομική προσαρμογή (στα όρια εξόντωσης της οικονομικής δραστηριότητας) , αυξάνονται  τα επιτοκιακά περιθώρια των τραπεζών. Συγκεκριμένα:
Το επιτόκιο  χορηγήσεων (μέσο σταθμισμένο επιτόκιο του συνόλου των δανείων)παρουσιάζει την παρακάτω  εικόνα :

Ιούλιος  2013        : 5,55%
Αύγουστος 2013   : 5,54%
Σεπτέμβριος 2013 : 5,56%.

Το επιτόκιο καταθέσεων (μέσο σταθμισμένο επιτόκιο του συνόλου των καταθέσεων) παρουσιάζει την παρακάτω  εικόνα :

Ιούλιος  2013         :  2,58%
Αύγουστος 2013    : 2,45%
Σεπτέμβριος 2013  : 2,32%

 Το περιθώριο επιτοκίου (Το επιτοκιακό περιθώριο ισούται με τη διαφορά του μέσου σταθμισμένου επιτοκίου όλων των δανείων από το μέσο σταθμισμένο επιτόκιο όλων των καταθέσεων), παρουσιάζει την παρακάτω  εικόνα :

Ιούλιος 2013           : 3,29%
Αύγουστος 2013     : 3,44%
Σεπτέμβριος 2013  : 3,60%


Συμπερασματικά η ελληνική οικονομία βρίσκεται μακριά από την επανεκκίνησή της.