Σάββατο, 2 Νοεμβρίου 2013

Η Ιταλική οικονομία εξακολουθεί να βρίσκεται σε πολύ δύσκολη κατάσταση.



 Ενώ η ζώνη του ευρώ εξήλθε από την ύφεση κατά το δεύτερο τρίμηνο του τρέχοντος έτους, η οικονομία της Ιταλίας συρρικνώθηκε κατά 0,3%. Το πρόβλημα της υποτονικής ανάπτυξης στη χώρα μετρά πάνω από μια δεκαετία και την έχει αφήσει με το υψηλότερο χρέος, ως ποσοστό του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος, σε σύγκριση με οποιαδήποτε άλλη ευρωπαϊκή χώρα, πλην της Ελλάδας. Το δημόσιο χρέος της Ιταλίας ανέρχεται, σε απόλυτους αριθμούς, περίπου σε δύο τρις ευρώ και είναι το τρίτο μεγαλύτερο στον κόσμο μετά εκείνο των ΗΠΑ και της Ιαπωνίας Θα ήταν δύσκολο να αρνηθεί οποιοσδήποτε ότι η χώρα βρίσκεται σε ένα φαύλο κύκλο ύφεσης – χρέους. Η μείωση του ΑΕΠ ήταν η βασική αιτία της αύξησης του λόγου δημοσίου χρέους /ΑΕΠ κατά 15 ποσοστιαίες μονάδες τους τελευταίους 15 μήνες.
Η ανεργία  αυξήθηκε από το ήδη επώδυνο 11,2% το Δεκέμβριο του 2012  σε περίπου 12,3% το Σεπτέμβριο, ήτοι στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων 35 ετών, ενώ για το 2014 οι αναλυτές εκτιμούν ότι το ποσοστό ανεργίας θα αναρριχηθεί στο 12,4% το 2014. «Τους τελευταίους δυο μήνες, χάθηκαν άλλες 5.000 θέσεις εργασίας λόγω της διακοπής της λειτουργίας ντόπιων και (θυγατρικών) ξένων επιχειρήσεων σε όλη την χώρα», έγραψε η εφημερίδα της Ρώμης Λα Ρεπούμπλικα.
Ενδεικτικά, αναφέρονται τα ονόματα των εταιριών εμφιαλωμένου νερού Sangemini, των παιδικών τροφών Plasmon, τα χαλυβουργεία Beltrame και της αυτοκινητοβιομηχανίας Mercedes-Benz, που ανακοίνωσαν μειώσεις προσωπικού. Παράλληλα απολύσεις έχουν ανακοινώσει οι Ideal Standard, η οποία παράγει είδη υγιεινής, ο κολοσσός των τηλεπικοινωνιών Alcatel , ενώ σε ότι αφορά την επιχείρηση Electrolux επιχειρείται η μετακίνηση διακοσίων εργαζομένων, που κρίθηκαν υπεράριθμοι, σε νέες εταιρίες.
 Παρόλα αυτά, όπως συμβαίνει και στην χειμασμένη ελληνική οικονομία, τα hedge funds , τράπεζες και κάθε είδους επενδυτές από όλο τον πλανήτη αγοράζουν ιταλικά στοιχεία  ενεργητικού. Φυσικά αποκομίζουν σημαντικά κέρδη.  Εντυπωσιακή η άνοδος  του χρηματιστηρίου του Μιλάνο  με το δείκτη  MIB να βρίσκεται στις 19.496 μονάδες όταν τον προηγούμενο Ιούνιο είχε βρεθεί στις 14.860 μονάδες. Επίσης  η απόδοση των δεκαετών ομολόγων του ιταλικού δημοσίου έπεσε κατά 40 σημεία βάσης την τελευταία εβδομάδα.
Η  επικρατούσα ευφορία είναι σχεδόν ακατανόητη. Όμως παρέχει επιχειρήματα σε όλους όσοι πιστεύουν στην αποτελεσματικότητα των αγορών να εξακολουθούν να διαδίδουν ότι για την ανάκαμψη της οικονομικής δραστηριότητας αρκεί μόνο η δημιουργία κλίματος εμπιστοσύνης. Πρόκειται για ανιστόρητες και αντεπιστημονικές απόψεις.
Υπάρχουν σαφείς αρνητικές ενδείξεις για την κατάσταση της πραγματικής ιταλικής οικονομίας. Η προσφορά χρήματος μειώνεται. Ο δείκτης προσφοράς χρήματος Μ3 μειώθηκε τους τελευταίους πέντε μήνες : από 1,329 τρις ευρώ σε 1,312 τρις ευρώ. Αντίθετα η προσφορά χρήματος (σε πραγματικούς όρους αυξήθηκε).  Η χρηματοδότηση της οικονομίας (εκτός του χρηματοπιστωτικού τομέα) μειώθηκε κατά 4,6% . Η βιομηχανική παραγωγή μειώθηκε κατά 4,4% τον Αύγουστο ενώ οι νέες παραγγελίες επίσης μειώθηκαν κατά 6,8%. Η επιχειρηματική εμπιστοσύνη μειώθηκε στο 79,3% το Σεπτέμβριο κάτω από το επίπεδο της εποχής πριν από την κατάρρευση της  Lehman Brothers.
Η συναλλαγματική ισοτιμία του ευρώ σε σχέση με το δολάριο αλλά και το κινέζικο γουάν, αποτελεί επίσης ένα μεγάλο πρόβλημα για την ιταλική οικονομία. Σύμφωνα με μελέτη της δεύτερης μεγαλύτερης ιταλικής τράπεζας , Mediobanca , το ευρώ ανατιμήθηκε κατά 8,0% από τον περασμένο Ιούνιο σε σχέση με το δολάριο. Η ιταλική οικονομία παρουσιάζει «ευαισθησία προς την τιμή» 67% ,λόγω του είδους των προϊόντων που παράγει , έναντι 40% αντιστοίχως της Γερμανίας. Έτσι  η παραγωγικότητα και η  ανταγωνιστικότητα της ιταλικής οικονομίας καταρρέει. Σύμφωνα με τη μελέτη αυτό συμβαίνει όταν η Ιταλία συνδέει το νόμισμά της με το αντίστοιχο της Γερμανίας. Το «κλείδωμα» του ευρώ έχει επιτρέψει στην Γερμανία να συσσωρεύσει 1,4 τρις ευρώ πλεόνασμα στο εξωτερικό ισοζύγιο κυρίως εις βάρος των υπολοίπων χωρών της ευρωζώνης, συμπεριλαμβανομένης της Ιταλίας αλλά και της Γαλλίας. Η κατάσταση αυτή , σύμφωνα πάντοτε με τη μελέτη της Mediobanca, θυμίζει έντονα την περίοδο της Αργεντινής του 2001 όταν η ισοτιμία του πέσος είχε «κλειδωθεί» με το αμερικάνικο νόμισμα οδηγώντας την χώρα στην κατάρρευση.
Η Mediobanca επισημαίνει, κάτι που ήταν γνωστό εξαρχής σε όσους ασχολούνται επισταμένα με τα συγκεκριμένα θέματα, ότι η Ευρωζώνη δεν ικανοποιεί κανέναν από τους τέσσερις όρους μιας βέλτιστης νομισματικής περιοχής, την εργασιακή κινητικότητα, την ευελιξία σε μισθούς και σε τιμές, τη μεταφορά πλεονασμάτων και την ευθυγράμμιση των επιχειρηματικών κύκλων.