Σάββατο, 30 Νοεμβρίου 2013

Η δημοκρατία είναι διακύβευμα αγώνων και συγκρούσεων.




Ας κάνουμε μια υπόθεση εργασίας , η οποία στο προσεχές μέλλον έχει μεγάλες πιθανότητες να αποδειχθεί αληθινή : στις προσεχές εκλογές (ας  πούμε τον προσεχή Δεκέμβριο διότι έχει σημασία και ο χρόνος που θα συμβεί αυτό) το κόμμα ΣΥΡΙΖΑ, καταφέρνει να σχηματίσει κυβέρνηση. Θα βρεθεί αντιμέτωπο με την οικονομική πραγματικότητα της χώρας όπως αυτή έχει διαμορφωθεί από τις πολιτικές του Μνημονίου. Η οικονομική πραγματικότητα καθορίζεται από το θεσμικό πλαίσιο (διαμορφωμένο ή υπό διαμόρφωση ) εντός του οποίου και με βάση το οποίο ασκείται η μακροοικονομική και μικροοικονομική πολιτική της χώρας. Το θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας της ελληνικής οικονομίας διαμορφώνεται , κατ’ αρχάς, σύμφωνα με τις γενικές παραδοχές του  αντίστοιχου πλαισίου λειτουργίας της οικονομίας της ΕΕ και της ευρωζώνης της οποίας η Ελλάδα αποτελεί μέλος. Από αυτή τη συμμετοχή απορρέουν συγκεκριμένες δεσμεύσεις. Παράλληλα υπάρχουν συγκεκριμένοι βαθμοί ελευθερίας σε κάθε εθνικό κράτος ώστε να είναι δυνατή η προσαρμογή στο γενικό πλαίσιο λειτουργίας με βάση της ιδιοτυπίες και ιδιομορφίες της οικονομίας της κάθε χώρας. Εκτός όμως των δεσμεύσεων του γενικού πλαισίου λειτουργίας της οικονομίας εντός της ευρωζώνης , για την ελληνική οικονομία υπάρχουν και οι δεσμεύσεις οι οποίες απορρέουν από το μνημόνιο και τη δανειακή σύμβαση που το συνοδεύει. Οι συγκεκριμένες δεσμεύσεις αφορούν στη δημοσιονομική και εξωτερική προσαρμογή της οικονομίας αλλά και ένα συγκεκριμένο μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα. Βασικός στόχος η παραγωγή πρωτογενών πλεονασμάτων ικανών να εξυπηρετήσουν το δημόσιο χρέος και να το οδηγήσουν στο ύψος του 120% του ΑΕΠ το 2022.  
Όπως έχει διακηρύξει ο ΣΥΡΙΖΑ προτίθεται να αντικαταστήσει το μνημόνιο με  ένα συνολικό σχέδιο αναδιάρθρωσης της ελληνικής οικονομίας. Το σχέδιο αυτό θα το διαπραγματευθεί με τους εταίρους- δανειστές  της ΕΕ αλλά και του ΔΝΤ, εφόσον βεβαίως το έχει θέσει στην έγκριση του ελληνικού λαού και με βάση αυτό έχει εκλεγεί και σχηματίσει κυβέρνηση. Η εφαρμογή ενός τέτοιου σχεδίου , κατ’ αρχάς προϋποθέτει την ύπαρξή του. Τη δημιουργία του . Την κατασκευή του προγράμματος με όλες τις διαστάσεις του , θεσμική , μακροοικονομική , μικροοικονομική.
Θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη του τους υφιστάμενους περιορισμούς της οικονομίας. Πρώτα από όλα όσοι αφορούν στο θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας της ευρωζώνης. Είναι γνωστή η ιδεολογική οπτική δημιουργίας των θεσμών της ευρωζώνης. Παράλληλα είναι γνωστό το πόσο δύσκολο είναι να επέλθουν ριζικές αλλαγές στο θεσμικό πλαίσιο της ευρωζώνης: το σύμφωνο σταθερότητας , η λειτουργία της ΕΚΤ, και ότι άλλο ορίζεται από τις συνθήκες της ΕΕ
 Στη συνέχεια θα πρέπει να ληφθούν υπόψη οι μακροοικονομικοί και άλλοι συναφείς περιορισμοί. Για τους τελευταίους θα πρέπει να δηλώνεται ποιοι έχουν  χαρακτήρα , ας πούμε μακροχρόνια ανελαστικό  και θα πρέπει ως εκ τούτου να θεωρηθούν ως ανεξάρτητες μεταβλητές , ποιοι έχουν χαρακτήρα βραχυχρόνιο και μπορούν να μεταβληθούν με συγκεκριμένο τρόπο με την χρήση συγκεκριμένων μέσων κτλ.
Αν υποθέσουμε ότι υπάρχει ή δημιουργείται ένα τέτοιο πρόγραμμα (δηλαδή να παραθέτει τις υπάρχουσες οικονομικές δυνάμεις με άλλο και συνεκτικό τρόπο στοχεύοντας συγχρόνως στρατηγικά στην μεγέθυνσή τους) δεν θεωρώ ότι υπάρχει κανένας λόγος ανησυχίας , πραγματικής ή σκόπιμης (όπως εκδηλώνεται τελευταία από διάφορα μέσα και κύκλους) για την περίπτωση που στο πλαίσιο του δημοκρατικού παιχνιδιού ο ΣΥΡΙΖΑ με τη ψήφο του ελληνικού λαού σχηματίσει κυβέρνηση  και επιχειρήσει να θέσει την ελληνική οικονομία  σε μια αναπτυξιακή τροχιά και να βελτιώσει τη διαμορφωθείσα κατάσταση στην ελληνική κοινωνία.
Εξάλλου η δημοκρατία δεν είναι απλώς ένα «συμβολικό πράγμα» , ένα σύνολο σταθερών αξιών και νομικών κανόνων , ένα άθροισμα δικαιωμάτων που μοιράζονται ισομερώς σε όσους τα επιζητούν ή τα επικαλούνται, αλλά ένα διακύβευμα αγώνων και συγκρούσεων που οικοδομείται , αμφισβητείται, εμπλουτίζεται ή ανατρέπεται απ’ όσους μπορούν να την οικοδομήσουν , να την αμφισβητήσουν, να την εμπλουτίσουν και να την ανατρέψουν ή να την υπερασπιστούν , αν με άλλα λόγια η δημοκρατία ως αίτημα και ως διαδικασία είναι δημιουργός Ιστορίας και πολιτικών παραδόσεων κάποιων κοινωνικών ομάδων ενάντια πιθανότατα σε άλλες ιστορικές πράξεις, προσδοκίες και παραδόσεις άλλων ομάδων , και αν συγκροτείται ως πάντα ασταθές συνειδησιακά οικοδόμημα του λαϊκού πολιτισμού, τότε αναγκαστικά και εξ ορισμού η δημοκρατία ως έννοια συστηματοποιεί , συνεπώς εμπεριέχει εν δυνάμει «διακρίσεις» και αποκλεισμούς…. Η δημοκρατία , ως σχέση και  ιστορική διαδικασία , συλλογικά οργανωμένων , κοινωνικών συμφερόντων που προσπαθούν να ρυθμίσουν , να απορρυθμίσουν , να αναδιοργανώσουν τις σχέσεις τους ως προς την κυριαρχία , δηλαδή ως προς τη δυνατότητα εξάσκησης της εξουσίας , της προνομιακής εκμετάλλευσης και ιδιοποίησης από τις κυρίαρχες ομάδες του χώρου , του χρόνου, των μέσων παραγωγής , των συνθηκών εργασίας και των προϊόντων της.
Με άλλα λόγια η δημοκρατία είναι προϊόν κοινωνικών υποκειμένων που παράγουν εκτός από προϊόντα και ηθικές, γνωστικές και πολιτικές σημασίες μέσω των οποίων νοηματοδοτούν (και νοηματοδοτούνται από) τις σχέσεις κυριαρχίας του ατόμου με την εκάστοτε εξουσία.
Συνεπώς η επιτυχία ενός πολιτικού όσο και ενός οικονομικού σχεδίου δεν μπορεί να θεωρείται ποτέ σίγουρη εκ των προτέρων. Η πολιτική είναι πράξη κατ’ εξοχή που λειτουργεί σε καθεστώς αβεβαιότητας. Ποτέ δεν μπορείς να γνωρίζεις την επιτυχία μιας πολιτικής απόφασης αν δεν την θέσεις υπό την βάσανο του υπάρχοντος συσχετισμού δυνάμεων. Ποτέ δεν μπορείς να γνωρίζεις την αντοχή ενός τοίχου αν δεν επιχειρήσεις με όλες σου τις δυνάμεις να τον σπρώξεις . Βασική προϋπόθεση η γνώση των δυνατοτήτων σου (ως συλλογικότητα) και η ικανότητά σου να συμβάλλεις στη διαμόρφωση του συσχετισμού δυνάμεων υπέρ των δικών σου συμφερόντων. Αυτό ήταν , είναι και θα είναι το νόημα της πολιτικής και της δημοκρατίας.  
  

Παρασκευή, 29 Νοεμβρίου 2013

Μειώνεται η ρευστότητα στην ελληνική οικονομία.




Παρά τα όσα λέγονται, κυρίως από τους πολιτικούς για τους γνωστούς λόγους, η ρευστότητα της ελληνικής οικονομίας εξακολουθεί να αποτελεί ένα από τα απαραίτητα ζητούμενα  για την πολυπόθητη  ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας. Η Ελληνική οικονομία διέρχεται μία περίοδο εξαιρετικά περιορισμένης  ρευστότητας η οποία δεν προβλέπεται να αυξηθεί  σε τέτοιο ύψος , στο προσεχές μέλλον , ώστε να διευκολυνθεί η απρόσκοπτη λειτουργία της οικονομίας.  Είναι γνωστόν ότι  οι μοναδικές πηγές ρευστότητας μετά την κρίση, λόγω της διακοπής εισροών από το εξωτερικό, υπήρξαν το πρόγραμμα διάσωσης και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα με τις ενέσεις ρευστότητας στο Τραπεζικό σύστημα. Παρότι  η ρευστότητα   (βλέπε Διάγραμμα 1)  τους τελευταίους μήνες (κυρίως λόγω εξαγωγών – τουρισμού) βελτιώθηκε, εξακολουθεί να παραμένει  όμως εξαιρετικά περιορισμένη και μάλιστα  τους δύο τελευταίους μήνες του 2013 μειώνεται .

Διάγραμμα 1

Στην παρατηρούμενη μείωση του Μ3, από τα μέσα του 2013 προστίθεται τώρα και η μείωση του Μ1(Σεπτέμβριος –Οκτώβριος 2013). Αυτό οφείλεται στην παρατηρούμενη μείωση των τραπεζικών καταθέσεων τους δύο αναφερόμενους μήνες. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Τραπέζης της Ελλάδος, οι καταθέσεις επιχειρήσεων και νοικοκυριών στο τέλος Οκτωβρίου μειώθηκαν στα 160,384 δισ. ευρώ, από 161,347 δισ. ευρώ που ήταν στο τέλος Σεπτεμβρίου. Υποχώρησαν δηλαδή κατά ένα 1 δισ. ευρώ σύμφωνα με τα  στοιχεία της ΤτΕ, πιστοποιώντας  ότι η ανοδική πορεία των καταθέσεων, που είχε καταγραφεί στις αρχές του καλοκαιριού, έχει ανακοπεί. Υπενθυμίζεται ότι πέρυσι τον Οκτώβριο οι καταθέσεις είχαν υποχωρήσει στα 155 δισ. ευρώ. Η πτώση στις καταθέσεις αποδίδεται και στο γεγονός ότι τα νοικοκυριά σηκώνουν χρήματα για να πληρώσουν τους αυξημένους φόρους. Ο βαθμός φορολόγησης της ελληνικής οικονομίας δεν μπορεί να συγκρίνεται με κανένα μέσο όρο, ευρωπαϊκό ή άλλο,  παρά μόνο με τη συμβολή του στην ανάπτυξη της οικονομίας και συγκεκριμένα με την υπάρχουσα  ρευστότητα στην οικονομία. Επομένως η υπερφορολόγηση αποκτά συγκεκριμένο περιεχόμενο μόνο όταν εκτιμάται με την συγκυριακή κατάσταση στην οποία ευρίσκεται η οικονομία και πιο συγκεκριμένα με το ύψος της ρευστότητας.

Συγχρόνως η νέα μείωση των καταθέσεων συνοδεύτηκε τον Οκτώβριο με περαιτέρω μείωση των χορηγήσεων. Τα στοιχεία της Τραπέζης της Ελλάδος δείχνουν ότι οι τραπεζικές χορηγήσεις μειώθηκαν  ακόμη περισσότερο τον Οκτώβριο, με αποτέλεσμα το συνολικό υπόλοιπο των δανείων προς επιχειρήσεις και νοικοκυριά να είναι μειωμένο κατά 3,9% σε σχέση με πέρυσι, στα 219,7 δισ. ευρώ (από 230,7 δισ. ευρώ τον Οκτώβριο 2012).
Πιο αναλυτικά, το υπόλοιπο δανείων  των επιχειρήσεων έχει μειωθεί κατά 4,8% στα 104,3 δισ. ευρώ, καθώς η καθαρή ροή της χρηματοδότησης τον Οκτώβριο του 2013, ήταν αρνητική κατά 737 εκατ. ευρώ. Ειδικότερα, ο ετήσιος ρυθμός μεταβολής της χρηματοδότησης των μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων διαμορφώθηκε σε -4,5%, τον Οκτώβριο του 2013, από -4,1% τον προηγούμενο μήνα και η καθαρή ροή της χρηματοδότησής τους ήταν αρνητική κατά 751 εκατ. ευρώ (Οκτώβριος 2012: αρνητική καθαρή ροή 328 εκατ. ευρώ).
Ο ετήσιος ρυθμός μεταβολής της χρηματοδότησης των ασφαλιστικών επιχειρήσεων και των λοιπών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων διαμορφώθηκε σε -9,3% τον Οκτώβριο του 2013, από -13,3% τον προηγούμενο μήνα.
Το χρέος των νοικοκυριών σε στεγαστικά και καταναλωτικά δάνεια εμφανίζεται μειωμένο κατά 3,5% σε σχέση με πέρυσι στα 101,7 δισ. ευρώ.
Το υπόλοιπο των στεγαστικών δανείων έχει υποχωρήσει στα 71,7 δισ. ευρώ από 74,9 δισ. ευρώ πέρυσι (μείωση κατά 3,1%).
Μεγαλύτερη μείωση, κατά 4,7% εμφανίζει το υπόλοιπο των καταναλωτικών δανείων, το οποίο έχει περιοριστεί στα 28,6 δισ. ευρώ από 30,5 δισ. ευρώ πέρυσι.
Ακόμη ένα ακόμη στοιχείο που δείχνει την υπέρμετρη αύξηση των υποχρεώσεων των οικονομικών υποκειμένων της ελληνικής οικονομίας σε καθεστώς   έλλειψης ρευστότητας , αποτελεί η αύξηση των ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το δημόσιο. Συγκεκριμένα αύξηση 1,1 δισ. σημείωσαν τον Οκτώβριο οι ληξιπρόθεσμες οφειλές φυσικών προσώπων και επιχειρήσεων προς το δημόσιο. Έτσι το σύνολο των νέων ληξιπρόθεσμων οφειλών από τις αρχές του έτους ανήλθε σε 7,284 δισ. ευρώ, σύμφωνα με τα στοιχεία του υπουργείου Οικονομικών. Το σύνολο των ληξιπρόθεσμων οφειλών τον Οκτώβριο - αν υπολογιστούν και τα χρέη πριν την 31.12.2012, ανήλθε σε 60,65 δισ. ευρώ.
Χωρίς ρευστότητα δεν μπορεί καμία χώρα να προχωρήσει στην επανεκκίνηση της οικονομίας της .

Δευτέρα, 25 Νοεμβρίου 2013

Σχετικά με την αναμενόμενη αναδιάρθρωση του Δημοσίου Χρέους της Ελλάδος.



Α.
Από το Μάιο 2010 ,μέχρι και το τέλος του 2011  η χώρα δανείστηκε από τους Ευρωπαίους και το ΔΝΤ συνολικά 73,2 δις ευρώ. Εξ αυτών τα 52,9 δις ευρώ από τα κράτη μέλη της ευρωζώνης και 20,3 δις ευρώ από το ΔΝΤ.  
Με τη νέα σύμβαση (Ιούλιος 2012) συμφωνήθηκε να χορηγηθεί στην Ελλάδα νέο  δάνειο ύψους  109,1 δις ευρώ. Από 1.1.2012 μέχρι 31.8.2013 εκταμιεύθηκαν  98,489 δις ευρώ. Από αυτά  από  το ΕΤΧΣ εκταμιεύθηκαν 90,1598 δις ευρώ  και από το ΔΝΤ 8,33 Δις ευρώ.
 Στα παραπάνω δάνεια  η Ελλάδα επιβαρύνεται σήμερα με τα εξής επιτόκια:
-           Για τα δάνεια από τα κράτη μέλη (52,9 δις ευρώ) με κυμαινόμενο επιτόκιο Euribor3M+0,5%. Με ημερομηνία 22.11.2013 το ύψος του  Euribor3M είναι στο 0,223%.
-          Για τα δάνεια (για όλα τα δάνεια= 28,63 Δις ευρώ)  από το ΔΝΤ με  κυμαινόμενο επιτόκιο SDR + 2%. Με ημερομηνία 25.11.2013 το επιτόκιο  SDR = 0,1%.
-          Για τα δάνεια από τον ΕΤΧΣ (EFSF) ύψους 90,1598 δις ευρώ δεν καταβάλει τόκους ,για περίοδο μέχρι 10 ετών από την εκταμίευση των δανείων   
Β.
Για το βραχυπρόθεσμο δανεισμό , ο οποίος αποτελείται από Έντοκα γραμμάτια του δημοσίου , 3μηνης και εξάμηνης διάρκειας , συνολικού ύψους για το 2013 περίπου 15 δις ευρώ, το επιτόκιο κυμαίνεται στο 4,2-4,3 %.
Γ.
Για τα ομόλογα συνολικού ύψους 76,3 δις ευρώ (2013) τα επιτόκια είναι
-          Για τα ομόλογα που κατέχει η ΕΚΤ , ύψους περίπου 45 δις ευρώ το μέσο  επιτόκιο θα πρέπει να κυμαίνεται γύρω στο 5,0%.
-          Για τα ομόλογα που δεν εισήλθαν στο PSI , ύψους περίπου 5 δις ευρώ , το μέσο επιτόκιο είναι περίπου 5,0%.
-          Για τα ομόλογα που εισήλθαν στο PSI , ύψους περίπου 28 δις ευρώ , το επιτόκιο είναι 2,0%.






 Πίνακας 1








Σύνθεση χρέους Κεντρικής Διοίκησης.


2011
2012
2013*
2014**
Ομόλογα
259774
86297
76280
59610
Βραχυπρόθ. τίτλοι
15059
18357
14950
14950
Δάνεια

93145
200883
234670
251040
Δάνεια
Μηχ. Στήρ
73210
183099
217876
235600
Σύνολο

367978
305537
325900
325600
ως % ΑΕΠ

176,50%
157,70%
178,20%
177,80%
ΑΕΠ

208532
193749
182911
183089










*Εκτιμήσεις, **Προβλέψεις.
Πηγή: Προϋπολογισμός 2014
Το χρηματοπιστωτικό κόστος του ΔΧ για το 2013 βρίσκεται στα 6,240 δις ευρώ από 12,764 δις ευρώ το 2013. Η μέση υπολειπόμενη φυσική διάρκεια του ελληνικού χρέους ανέρχεται σε 16,17 έτη μετά την χρονική επέκταση της ωρίμανσης των διμερών δανείων και των δανείων του ΕΤΧΣ κατά 15 έτη.
Ανακύπτει το ερώτημα επομένως με βάση όσα παραθέσαμε σε τι θα συνίσταται μια αναδιάρθρωση του χρέους  όπως αυτή που αναμένεται να ληφθεί τον Μάιο του 2014 σύμφωνα με τις αποφάσεις του Eurogroup 27.11.2012 ώστε να έχει σημαντικές θετικές επιπτώσεις στην ελληνική οικονομία, δεδομένου ότι  σύμφωνα με την κυρίαρχη λογική της ΕΕ και της ΕΚΤ δεν προβλέπεται απομείωση του μέσω «κουρέματος».
Αυτό που μπορεί να γίνει , σύμφωνα πάντα με την λογική αυτή, είναι:
-          Περαιτέρω μείωση του περιθωρίου για τα διακρατικά δάνεια. Το ανώτερο ύψος της μείωσης είναι να μηδενιστεί το περιθώριο. Υπολογιζόμενο όφελος περίπου 260 εκατ. ευρώ.
-          Η δαπάνη εξυπηρέτησης του ΔΧ με τη μορφή ομολόγων δεν μπορεί να μεταβληθεί.
-          Η δαπάνη εξυπηρέτησης του ΔΧ με τη μορφή δανείων από το ΔΝΤ επίσης.
-          Η χρονική επιμήκυνση των ομολόγων που διακρατούνται από την ΕΚΤ , (ανταλλαγή με ομόλογα μεγαλύτερης ωρίμανσης ) φαίνεται ότι αποκλείεται  διότι θα αποτελούσε δημοσιονομική διευκόλυνση προς χώρα μέλος .
-          H περαιτέρω επιμήκυνση των διακρατικών δανείων και των δανείων   του EFSE θα ήταν καλοδεχούμενη αλλά χωρίς θετικό αντίκρισμα στην παρούσα φάση ανάκαμψης της οικονομίας.   
Συνεπώς τι αναμένουμε να συμβεί ; Γιατί το τι πρέπει να συμβεί με βάση την οικονομική λογική αλλά και την ιστορία , το γνωρίζουν όλοι.

Παρασκευή, 22 Νοεμβρίου 2013

Ο μονόδρομος του Μνημονίου συνεχίζεται απρόσκοπτα.


Μετά το Eurogroup της Πέμπτης και τις δηλώσεις των ευρωπαίων αξιωματούχων αλλά και του εκπροσώπου  του ΔΝΤ επιβεβαιώνεται ότι δεν έχει επιτευχθεί συμφωνία με την ελληνική κυβέρνηση σχετικά και  όλα τα συζητούμενα θέματα παραμένουν ανοικτά. Επίσης αμφίβολο θεωρείται ότι   θα έχει επιτευχθεί τελική συμφωνία μέχρι το Eurogroup της 9ης Δεκεμβρίου, κάτι που άλλωστε επιβεβαίωσε και ο Ολι Ρεν, σε δηλώσεις του από το Στρασβούργο, αλλά και ο εκπρόσωπος Τύπου του ΔΝΤ, Τζέρι Ράις.
Όλες οι παραπάνω εξελίξεις προκαλούν δικαιολογημένα έντονο προβληματισμό στην κυβέρνηση η οποία μετά από μια επικοινωνιακή καταιγίδα περί success story και άλλα συναφή βρίσκεται αντιμέτωπη με τη γυμνή και σκληρή πραγματικότητα.
Το πρώτο πρόβλημα έγκειται στο ότι η κατάθεση του προϋπολογισμού  την Πέμπτη  στη Βουλή από το υπουργείο Οικονομικών, βρίσκεται κυριολεκτικά στον αέρα   καθώς, όπως δήλωσε ο Σάιμον Ο’ Κόνορ, εκπρόσωπος Τύπου του αντιπροέδρου της Κομισιόν, Ολι Ρεν, η τρόικα δεν συμφωνεί πλήρως με τις προβλέψεις του. Σε ό,τι αφορά τον προϋπολογισμό, επί της ουσίας, ο κ. Ο’ Κόνορ επιβεβαίωσε επισήμως κάτι που ήταν ήδη γνωστό: ότι, δηλαδή, τρόικα και Αθήνα διαφωνούν ως προς τις παρεμβάσεις που απαιτούνται το 2014 και επομένως οι δανειστές εντοπίζουν «δημοσιονομικό κενό».
Επομένως τίθεται εν αμφιβόλω το σύνολο των προβλέψεων και των μέτρων που συμπεριλαμβάνονται σε αυτόν μέχρι η τρόικα δώσει την έγκρισή της. Άρα θα πρέπει να περιμένουμε , στο προσεχές μέλλον , έναν συμπληρωματικό προϋπολογισμό με τα ακριβή στοιχεία ως προς την εξέλιξη των μεγεθών της ελληνικής οικονομίας αλλά και τα μέτρα που θα ληφθούν. Αυτή είναι άλλωστε και η συμφωνία μεταξύ των δύο πλευρών, όπως σημείωσε ο εκπρόσωπος. Σε διαφορετική περίπτωση, αν δηλαδή η Ελλάδα επιμείνει στις θέσεις της, τότε η επόμενη δόση από τα χρήματα του μηχανισμού στήριξης Ευρωζώνης και ΔΝΤ δεν θα μπορεί να καταβληθεί.
Τα δεύτερο πρόβλημα αφορά στο ότι η ελληνική κυβέρνηση δεν κατάφερε να  κλείσει ένα τουλάχιστον από τα δύο ανοιχτά μέτωπα , δηλαδή τη συμφωνία για το ύψος του δημοσιονομικού  κενού και τα συνεπαγόμενα μέτρα  και την εκκαθάριση των Ελληνικών Αμυντικών Βιομηχανιών (προαπαιτούμενα από την υποδόση του Ιουλίου). Η μη επίλυση των παραπάνω προβλημάτων ,με τρόπο που θα παρείχε τουλάχιστον  τη δυνατότητα στην κυβέρνηση να τον υποστηρίξει επικοινωνιακά, δημιουργεί τεράστιο πολιτικό κόστος στην κυβέρνηση. Η απώλεια αξιοπιστίας της κυβέρνησης σε  πολιτικό κεφάλαιο φαίνεται ότι είναι σημαντική κάτι το οποίο ανιχνεύεται στη δυσαρέσκεια μέρους των κυβερνητικών βουλευτών. 
Το τρίτο μεγάλο αγκάθι της κυβέρνησης  αφορά στα σημαντικά ζητήματα  , τα οποία είτε άμεσα είτε έμμεσα  επηρεάζουν τα μέτρα που τελικά θα συμπεριληφθούν στον προϋπολογισμό , του νέου φόρου για τα ακίνητα και του  πλειστηριασμού των ακινήτων πρώτης κατοικίας. Εδώ πραγματικά η κυβέρνηση πρέπει να υπερβεί έναν ύφαλο δεδομένων των άμεσων κοινωνικών επιπτώσεων που θα έχουν τα μέτρα αυτά.
Μέσα σε αυτό το κλίμα , γίνεται την Παρασκευή, η συνάντηση Σαμαρά –Μέρκελ , η οποία περισσότερο εντάσσεται σε μια διαδικασία ενημέρωσης της γερμανίδας καγκελαρίου παρά σε απαίτηση για οτιδήποτε άλλο.
 Η ελληνική κυβέρνηση φαίνεται να επενδύει πάλι σε επικοινωνιακό επίπεδο , ειδικά  με τις χθεσινές θερμές αναφορές της κ. Μέρκελ για τις ελληνικές προσπάθειες, ωστόσο είναι σαφές ότι ακόμη και στου Μαξίμου αμφισβητεί τη συνέχεια της γερμανικής πολιτικής.
Ο κ. Σαμαράς θα επιδιώξει να διαγνώσει  (και όχι οτιδήποτε άλλο)τις διαθέσεις του Βερολίνου, και κατ’ επέκταση του πυρήνα της Ευρωζώνης, έναντι των ανοικτών ζητημάτων της χρηματοδότησης και της ελάφρυνσης του χρέους, όπως έχει δεσμευθεί το Eurogroup.
Σύμφωνα με τον γερμανικό Τύπο,  η αντίδραση της καγκελαρίου είναι προβλέψιμη και στερεότυπη: θα επαινέσει τις προσπάθειες και τις θυσίες των Ελλήνων και μετά θα ενθαρρύνει την κυβέρνηση της Αθήνας να τηρήσει τις υποχρεώσεις της.
Συμπερασματικά , όπως είχαμε αναφέρει και σε προηγούμενο άρθρο μας, …παρά τις όποιες φιλότιμες προσπάθειες της ελληνικής κυβέρνησης …πάλι οι Γερμανοί θα κερδίσουν τον αγώνα . Το ασφυκτικό πλαίσιο του Μνημονίου θα συνεχίσει να επιβάλλει την ασκούμενη πολιτική και η ελληνική οικονομία θα συνεχίσει να προσγειώνεται σε κατώτερα επίπεδα δεδομένου ότι  και οι προβλέψεις για την άνευρη ανάκαμψη του ΑΕΠ το 2014  τίθενται εν αμφιβόλω ακόμη περισσότερο  μετά την προσθήκη των νέων μέτρων τα οποία θα προκαλέσουν(ανεξάρτητα τη μορφή θα λάβουν) εκροή από το εισοδηματικό κύκλωμα  περίπου 1,8 δις ευρώ.