Τετάρτη, 30 Οκτωβρίου 2013

Πρόστιμα και συνέχιση των ερευνών για τους ευρωπαϊκούς τραπεζικούς κολοσσούς.




Τα προβλήματα συνεχίζονται για τους ευρωπαϊκούς τραπεζικούς κολοσσούς. Συγκεκριμένα:
Προβλέψεις για δικαστικούς λόγους οι οποίοι βρίσκονται σε εξέλιξη ύψους 1,2 δις ευρώ , μείωση των κερδών από χρηματοοικονομικές πράξεις περίπου 48,0% το τρίτο τρίμηνο σε σχέση με το αντίστοιχο τρίμηνο του 2012, προκάλεσαν μείωση των κερδών της Deutsche Bank,  από 747 εκατ. ευρώ την ίδια περίοδο το 2012 σε 51 εκατ. ευρώ το 2013. Οι αναλυτές ανέμεναν κέρδη ύψους 430 εκατ. ευρώ. Ο γερμανικός τραπεζικός κολοσσός παρότι αρνείται τις κατηγορίες , έχει μέχρι τώρα σχηματίσει προβλέψεις ύψους 4,1 δις ευρώ για προληπτικούς λόγους ενόψει των κατηγοριών για χειραγώγηση των επιτοκίων. Οι δαπάνες για την εκδίκαση των συγκεκριμένων νομικών εκκρεμοτήτων βαραίνουν αρνητικά στα αποτελέσματα της Deutsche Bank αλλά το σημαντικότερο είναι ότι κανείς δεν γνωρίζει το τελικό ύψος του προστίμου που θα κληθεί να καταβάλει . Είναι λογικό όλα τα παραπάνω να επηρεάζουν αρνητικά τις προοπτικές της τράπεζας
Η ολλανδική τράπεζα Rabobank συμφώνησε με τις αρμόδιες υπηρεσίες των ΗΠΑ, ΜΒ, Ολλανδίας και Ιαπωνίας να καταβάλει πρόστιμο ύψους 774 εκατ. ευρώ (περίπου 1 δις δολάρια) για την εμπλοκή της στο σκάνδαλο της χειραγώγησης του επιτοκίου   Libor. Πρόκειται για το δεύτερο σε μέγεθος πρόστιμο μετά από αυτό της UBS η οποία συμφώνησε να πληρώσει πρόστιμο 1,5 δις δολάρια.  Οι δύο αναφερόμενες τράπεζες μαζί με τις  Barclays, Rbs e Icap θα καταβάλουν συνολικά 3,5 δις δολάρια. Επίσης η Rabobank συμφώνησε με τις αρμόδιες αρχές των ΗΠΑ στο ονομαζόμενο καθεστώς "deferred prosecution agreement" σύμφωνα με το οποίο η τράπεζα δεν δέχεται την ενοχή της αλλά της επιβάλλει να σεβασθεί από εδώ και μπροστά τους ισχύοντες κανονισμούς . Σε διαφορετική περίπτωση θα κηρυχθεί ένοχη. 
Αντιθέτως η UBS παραδέχτηκε την ενοχή της και γι’ αυτό το λόγο το ύψος του προστίμου είναι τόσο μεγάλο. Οι αμερικανικές αρχές θα λάβουν 1,2 δις δολάρια , οι βρετανικές 160 εκατ. στερλίνες και οι ελβετικές  59 εκατ. δολάρια.
Παράλληλα η ελβετική τράπεζα παρουσίασε κέρδη 577 εκατ. ελβετικών φράγκων το τρίτο τρίμηνο του 2013, έναντι ζημιών 2,13 δις ελβετικών φράγκων το αντίστοιχο τρίμηνο του 2012 και δημιουργίας προβλέψεων 586 εκατ. ελβετικών φράγκων για τους γνωστές δικαστικές περιπέτειες. Ο δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας
Tier 1 ανέβηκε στο 11,9% .
Αντίστοιχα η  Barclays παρουσίασε κέρδη ύψους 1,4 δις στερλίνες (2,3 δις δολάρια) για το τρίτο τρίμηνο του 2013.  Τα αποτελέσματα του τομέα της επενδυτικής τραπεζικής ήταν μειωμένα κατά 50,0% έναντι του τρίτου τριμήνου του 2012. Επίσης τα έσοδα από τον τομέα σταθερού εισοδήματος , πρώτων υλών και συναλλάγματος παρουσίασαν μεγάλη μείωση , κατά 44% , πάντα σε σχέση με το αντίστοιχο τρίμηνο του 2012. Ο δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας Tier 1 ανέβηκε στο 9,6% . Η τράπεζα εξακολουθεί να παραμένει υπό τον έλεγχο διαφόρων κρατικών νομικών αρχών για το ζήτημα της χειραγώγησης του Libor.

Είναι εύκολα κατανοητό ότι η κατάσταση των μεγάλων ευρωπαϊκών τραπεζών δεν εμπνέουν εμπιστοσύνη για την μελλοντική τους εξέλιξη. Η κακή υγεία του τραπεζικού της συστήματος δημιουργεί προσκόμματα παράλληλα και στην ανάκαμψή της ευρωπαϊκής οικονομίας.
Σε όλα αυτά τα προβλήματα έρχεται να προστεθεί ακόμη ένα : όπως είναι γνωστό η ΕΚΤ έχει ήδη διοχετεύσει στο ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα πάνω από 1 τρισεκ. ευρώ προχωρώντας δυο φορές στις λεγόμενες χορηγήσεις μακροπρόθεσμης ρευστότητας (LTROs) στα τέλη του 2011 και στις αρχές του 2012.
Αλλά η πρώτη δόση της αποπληρωμής των δανείων αυτών τριετούς διάρκειας είναι προγραμματισμένο να καταβληθεί στα τέλη της επόμενης χρονιάς κι ενδέχεται αυτό να σημάνει περισσότερες  δυσκολίες  πιθανά για μεγάλο αριθμό των τραπεζών της ΕΕ, αν ληφθεί υπόψη η κατάσταση των μεγάλων τραπεζών.
Η πρόσφατη δήλωση του προέδρου της ΕΚΤ ότι  είναι έτοιμος να προσφέρει περισσότερη ρευστότητα στις τράπεζες θα πρέπει να ερμηνευθεί ότι υπάρχει γνώση της υφιστάμενης κατάστασης και ότι επίκειται  ένα ακόμη LTRO (πιθανότατα με την μορφή παράτασης των προηγουμένων ή με περισσότερο βραχεία διάρκεια).
Το ζήτημα πάντως είναι φλέγον δεδομένου ότι χωρίς ρευστότητα (και μάλιστα προς τον επιχειρηματικό τομέα) δεν πρόκειται να προχωρήσει η μεγέθυνση της ευρωπαϊκής οικονομίας.