Τρίτη, 1 Οκτωβρίου 2013

Το διεθνές χρηματοοικονομικό ισοζύγιο της Γερμανίας.



Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία το διεθνές χρηματοοικονομικό ισοζύγιο της Γερμανίας είναι παγκοσμίως το τρίτο μεγαλύτερο , μετά από το αντίστοιχο των ΗΠΑ και της ΜΒ , και μπροστά από το αντίστοιχο της Ιαπωνίας. Η διεθνής επενδυτική θέση (άθροισμα παθητικού και ενεργητικού)  της Γερμανίας έχει φθάσει ,το 2012, στο 500% του ΑΕΠ της χώρας. Επομένως κυμαίνεται  σε περίπου 12,3 τρις ευρώ. Από την πλευρά του ενεργητικού: Δάνεια , καταθέσεις κτλ 2,6 δις ευρώ, Επενδύσεις χαρτοφυλακίου 2,3 τρις ευρώ, ΑΞΕ 1,4 τρις ευρώ, Συναλλαγματικά  διαθέσιμα 0,7 τρις ευρώ. Από την πλευρά του παθητικού: Επενδύσεις χαρτοφυλακίου 2,5 τρις ευρώ, ΑΞΕ 2,3 τρις ευρώ, Δάνεια, καταθέσεις κτλ 0,8 τρις ευρώ. Η καθαρή διεθνής επενδυτική θέση ανέρχεται περίπου στο 1,4 τρις ευρώ.  Από τα παραπάνω στοιχεία φαίνεται ότι από την πλευρά του ενεργητικού το γερμανικό τραπεζικό σύστημα παίζει σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της παραπάνω κατάστασης μαζί με τις επενδύσεις χαρτοφυλακίου. Αντιθέτως από την μεριά των υποχρεώσεων οι επενδύσεις χαρτοφυλακίου είναι αυτές που έχουν τη μεγαλύτερη συμβολή και αφορούν σε επενδύσεις χρεογράφων του γερμανικού κράτους.
Η καθαρή εξωτερική θέση της Γερμανίας έφθασε σε 1,4τρις δολάρια το 2012, κυρίως λόγω της αύξησης του πλεονάσματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών τα τελευταία έτη. Στα τέλη της δεκαετίας του ’70 το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της Γερμανίας ήταν ελλειμματικό. Από το 1981 μέχρι και το 1991 μετατρέπεται σε θετικό αγγίζοντας το 5,0% του ΑΕΠ την περίοδο 1986-1988 που αποτελεί και το υψηλότερο σημείο της περιόδου. Το 1991 μετατρέπεται σε ελλειμματικό μέχρι και το 2001 (κατά μ.ο -2,0% του ΑΕΠ).
Από το 2002 μέχρι και το 2012 γίνεται πάλι πλεονασματικό αγγίζοντας το 7,5% το 2007 που αποτελεί και το υψηλότερο σημείο. Παρά την μεγάλη χρηματοοικονομική κρίση το πλεόνασμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών της Γερμανίας παραμένει υψηλό , περίπου στο 6,0% του ΑΕΠ δείχνοντας με σαφήνεια ότι η χώρα κερδίζει από την κρίση.
Επίσης ως πιστώτρια  χώρα η Γερμανία ανήλθε παγκοσμίως στην τρίτη θέση , μετά την Ιαπωνία και την Κίνα.
 Σε σχέση με τα επενδυτικά πιστωτικά εργαλεία τα οποία επιλέγει η Γερμανία για να τοποθετήσει τα πλεονάσματά της παρατηρείται διαχρονικά μια διαφοροποίηση συναρτώμενη με την ωρίμανση και την ενδυνάμωση της οικονομίας της. Κατά τις δεκαετίες 1960 και 1970 η Γερμανία διακρατούσε μακροχρόνια χρεόγραφα του υπολοίπου κόσμου στοχεύοντας στις αποδόσεις τους. Άρχισε να μεταβάλει την επενδυτική της στρατηγική μετά την πτώση του τείχους του Βερολίνου.  Άρχισε να κτίζει απαιτήσεις επί μετοχικού κεφαλαίου  ενώ συγχρόνως οι απαιτήσεις χρέους έγιναν αρνητικές λόγω των πληρωμών τις μεταφορές πόρων για την ενοποίηση της χώρας αλλά και για το κόστος της φούσκας ακινήτων . Όταν περιορίστηκαν οι μισθοί στο τέλος της δεκαετίας του 1990 και το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών μετατράπηκε πάλι σε θετικό , οι γερμανικές καθαρές απαιτήσεις χρέους έγιναν πάλι θετικές στην αρχή της δεκαετίας του 2000.
 Σήμερα η Γερμανία παρουσιάζει θετικό καθαρό εξωτερικό ισοζύγιο χρηματοοικονομικών συναλλαγών στο οποίο οι απαιτήσεις χρέους είναι υψηλότερες από τις απαιτήσεις σε μετοχικό κεφάλαιο και συναφή  .
Φυσικά τα κέρδη από όλες αυτές τις τοποθετήσεις είναι σημαντικά. Για την Γερμανία, το καθαρό εισόδημα από τις καθαρές διεθνείς επενδύσεις κυμαίνεται μεταξύ 6,0%-8,0%  των ετήσιων καθαρών διεθνών επενδύσεων.