Πέμπτη, 31 Οκτωβρίου 2013

Οι αρνητικές παράπλευρες επιδράσεις της ασκούμενης δημοσιονομικής προσαρμογής στην ευρωζώνη.



Δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα της European Commission, , η μελέτη του Jan in ‘t Veld , Fiscal consolidations and spillovers in the Euro area periphery and core, Directorate-General for Economic and Financial Affairs, October 2013.
Πρόκειται για μια μελέτη η οποία επιχειρεί να διερευνήσει εμπειρικά τις παράπλευρες επιδράσεις από τις συνεχείς ταυτόχρονες  δημοσιονομικές προσαρμογές την περίοδο 2011-2013, στο σύνολο των χωρών που ανήκουν στη ζώνη του ευρώ.
Τα αποτελέσματα της μελέτης βρίσκονται σε πλήρη αρμονία με την απόφανση της οικονομικής θεωρίας σύμφωνα με την οποία  σε μια οικονομική ζώνη με κοινό νόμισμα εφαρμόζεται πολιτική δημοσιονομικής προσαρμογής, ταυτόχρονα στο σύνολο των χωρών που την απαρτίζουν, θα έχουμε μειώσεις στο ρυθμό μεγέθυνσης του ΑΕΠ μέχρι και είσοδο σε υφεσιακές καταστάσεις . Αν επίσης ληφθεί υπόψη ότι πάνω από το 50% του εξωτερικού εμπορίου  των χωρών μελών αποτελεί εμπόριο μεταξύ τους τότε υπάρχει ακόμη ένας παράγοντας που συμβάλλει περαιτέρω στη μείωση του ΑΕΠ της ευρωζώνης όταν εφαρμόζεται συνεχής και σχεδόν βίαιη δημοσιονομική προσαρμογή.  Βεβαίως τα αποτελέσματα δεν είναι ομοιόμορφα και κατανέμονται ανισομερώς εις βάρος των πιο ευπρόσβλητων χωρών.
Σύμφωνα με τη μελέτη οι διασυνοριακές παράπλευρες επιδράσεις έχουν επιδεινώσει τις αρνητικές επιδράσεις της συνεχούς  ασκούμενης δημοσιονομικής πολιτικής .  

Σε γενικές γραμμές οι ακόλουθοι τύποι παράπλευρων επιδράσεων λαμβάνονται υπόψη στην μελέτη είναι οι παρακάτω:
-          Παράπλευρες επιδράσεις ζήτησης . Αυτές είναι το αποτέλεσμα της μείωσης του ΑΕΠ σε μια χώρα λόγω της πολιτικής της δημοσιονομικής προσαρμογής , η οποία επιδρά στις εξωτερικές συναλλαγές με τις χώρες που αποτελούν τους εμπορικούς εταίρους. Καθώς τα δημοσιονομικά μέτρα σε μια χώρα  μειώνουν την εγχώρια ζήτηση και τη μεγέθυνση του ΑΕΠ , αυτό έχει αρνητικές επιπτώσεις στη ζήτηση και στη μεγέθυνση του ΑΕΠ των υπολοίπων χωρών.
-          Παράπλευρες επιδράσεις ανταγωνιστικότητας. Αυτές μπορούν να παραχθούν από την εμφάνιση αντιπληθωριστικών σοκ τα οποία επιφέρουν μειώσεις σε τιμές και μισθούς βελτιώνοντας την ανταγωνιστικότητα της χώρας κάτι όμως που δημιουργεί προβλήματα στις υπόλοιπες χώρες ενδυναμώνοντας τις παράπλευρες  αρνητικές επιδράσεις της ζήτησης.
-          Οι διεθνείς χρηματοοικονομικές ροές οι οποίες εισρέουν σε μια χώρα λόγω των μεταρρυθμίσεων έχουν αρνητικές επιδράσεις στις υπόλοιπες χώρες. Όλα τα παραπάνω μπορεί να οδηγήσουν σε επιβάρυνση του ασφαλίστρου κινδύνου σε μια σειρά χωρών κάτι που μπορεί να οδηγήσει σε επιβάρυνση του λόγου χρέους/ΑΕΠ αλλά ακόμη και σε αθέτηση πληρωμών.

Όλες αυτές οι παράπλευρες αρνητικές επιδράσεις εκτιμήθηκαν εμπειρικά στη συγκεκριμένη μελέτη και επιβεβαιώθηκε η ισχύς τους. Δεν θα αναφερθώ στις ποσοτικές εκτιμήσεις της μελέτης. Ο ενδιαφερόμενος μπορεί να ανατρέψει στο πρωταρχικό  κείμενό.
Αξίζει όμως να σταθούμε σε ένα αρκετά ενδιαφέρον σημείο της μελέτης και συγκεκριμένα όταν εξετάζεται το σενάριο υπέρβασης της σημερινής κατάστασης με βάση την υπόθεση αύξησης της εγχώριας ζήτησης  της Γερμανίας και των υπολοίπων πλεονασματικών χωρών οι οποίες αποτελούν την καρδιά της ευρωζώνης ,  κατά 1,0% μέσω αύξησης των δημοσίων δαπανών για δύο έτη .
Τα αποτελέσματα είναι πενιχρά : η αύξηση του ΑΕΠ στην Ελλάδα , στην Ιταλία και στην Ιρλανδία προβλέπεται να κυμανθεί μεταξύ 0,2 και 0,3% (προς το 0,2% η Ελλάδα και η Ιταλία και προς το 0,3% η Ιρλανδία).
Το συγκεκριμένο συμπέρασμα δείχνει με σαφήνεια ότι η αύξηση της εγχώριας ζήτησης στις πλεονασματικές χώρες της ευρωζώνης δεν είναι σε θέση να προκαλέσει σημαντική μεγέθυνση στο ΑΕΠ των περιφερειακών χωρών για να τις οδηγήσει σε μεγέθυνση του ΑΕΠ ικανή να οδηγήσει τις χώρες αυτές έξω από την κρίση σε τροχιά ανάπτυξης.  Το αποτέλεσμα αυτό ήταν λίγο πολύ αναμενόμενο αν ληφθούν υπόψη οι εμπορικές σχέσεις των συγκεκριμένων χωρών και των πλεονασματικών χωρών αλλά και οι δυνατότητές των περιφερειακών να αυξήσουν τις εξαγωγές τους προς την ομάδα των πλεονασματικών χωρών. Οι μεγάλες διαφορές παραγωγικότητας και τελικών παραγόμενων προϊόντων δεν επιτρέπει αισιοδοξία για κάλυψη του ανοίγματος στο εξωτερικό ισοζύγιο και κατά συνέπεια και στην μεγέθυνση του ΑΕΠ ειδικά για τις χώρες του Νότου. Η Ιρλανδία είναι μια ξεχωριστή περίπτωση και δεν πρέπει να την συνδέουμε με τις χώρες του Νότου.
Συνεπώς αν δεν ληφθούν άλλου είδους μέτρα (πχ.επενδύσεις σε ευρωπαϊκό και περιφερειακό επίπεδο, μείωση των υποχρεώσεων και χρησιμοποίησή τους για επενδυτικούς σκοπούς)    και περιορισθούμε μόνο στην αύξηση της εγχώρια ζήτησης της Γερμανίας …μακροπροθέσμως θα είμαστε όλοι νεκροί .

 | October 2013

Τετάρτη, 30 Οκτωβρίου 2013

Πρόστιμα και συνέχιση των ερευνών για τους ευρωπαϊκούς τραπεζικούς κολοσσούς.




Τα προβλήματα συνεχίζονται για τους ευρωπαϊκούς τραπεζικούς κολοσσούς. Συγκεκριμένα:
Προβλέψεις για δικαστικούς λόγους οι οποίοι βρίσκονται σε εξέλιξη ύψους 1,2 δις ευρώ , μείωση των κερδών από χρηματοοικονομικές πράξεις περίπου 48,0% το τρίτο τρίμηνο σε σχέση με το αντίστοιχο τρίμηνο του 2012, προκάλεσαν μείωση των κερδών της Deutsche Bank,  από 747 εκατ. ευρώ την ίδια περίοδο το 2012 σε 51 εκατ. ευρώ το 2013. Οι αναλυτές ανέμεναν κέρδη ύψους 430 εκατ. ευρώ. Ο γερμανικός τραπεζικός κολοσσός παρότι αρνείται τις κατηγορίες , έχει μέχρι τώρα σχηματίσει προβλέψεις ύψους 4,1 δις ευρώ για προληπτικούς λόγους ενόψει των κατηγοριών για χειραγώγηση των επιτοκίων. Οι δαπάνες για την εκδίκαση των συγκεκριμένων νομικών εκκρεμοτήτων βαραίνουν αρνητικά στα αποτελέσματα της Deutsche Bank αλλά το σημαντικότερο είναι ότι κανείς δεν γνωρίζει το τελικό ύψος του προστίμου που θα κληθεί να καταβάλει . Είναι λογικό όλα τα παραπάνω να επηρεάζουν αρνητικά τις προοπτικές της τράπεζας
Η ολλανδική τράπεζα Rabobank συμφώνησε με τις αρμόδιες υπηρεσίες των ΗΠΑ, ΜΒ, Ολλανδίας και Ιαπωνίας να καταβάλει πρόστιμο ύψους 774 εκατ. ευρώ (περίπου 1 δις δολάρια) για την εμπλοκή της στο σκάνδαλο της χειραγώγησης του επιτοκίου   Libor. Πρόκειται για το δεύτερο σε μέγεθος πρόστιμο μετά από αυτό της UBS η οποία συμφώνησε να πληρώσει πρόστιμο 1,5 δις δολάρια.  Οι δύο αναφερόμενες τράπεζες μαζί με τις  Barclays, Rbs e Icap θα καταβάλουν συνολικά 3,5 δις δολάρια. Επίσης η Rabobank συμφώνησε με τις αρμόδιες αρχές των ΗΠΑ στο ονομαζόμενο καθεστώς "deferred prosecution agreement" σύμφωνα με το οποίο η τράπεζα δεν δέχεται την ενοχή της αλλά της επιβάλλει να σεβασθεί από εδώ και μπροστά τους ισχύοντες κανονισμούς . Σε διαφορετική περίπτωση θα κηρυχθεί ένοχη. 
Αντιθέτως η UBS παραδέχτηκε την ενοχή της και γι’ αυτό το λόγο το ύψος του προστίμου είναι τόσο μεγάλο. Οι αμερικανικές αρχές θα λάβουν 1,2 δις δολάρια , οι βρετανικές 160 εκατ. στερλίνες και οι ελβετικές  59 εκατ. δολάρια.
Παράλληλα η ελβετική τράπεζα παρουσίασε κέρδη 577 εκατ. ελβετικών φράγκων το τρίτο τρίμηνο του 2013, έναντι ζημιών 2,13 δις ελβετικών φράγκων το αντίστοιχο τρίμηνο του 2012 και δημιουργίας προβλέψεων 586 εκατ. ελβετικών φράγκων για τους γνωστές δικαστικές περιπέτειες. Ο δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας
Tier 1 ανέβηκε στο 11,9% .
Αντίστοιχα η  Barclays παρουσίασε κέρδη ύψους 1,4 δις στερλίνες (2,3 δις δολάρια) για το τρίτο τρίμηνο του 2013.  Τα αποτελέσματα του τομέα της επενδυτικής τραπεζικής ήταν μειωμένα κατά 50,0% έναντι του τρίτου τριμήνου του 2012. Επίσης τα έσοδα από τον τομέα σταθερού εισοδήματος , πρώτων υλών και συναλλάγματος παρουσίασαν μεγάλη μείωση , κατά 44% , πάντα σε σχέση με το αντίστοιχο τρίμηνο του 2012. Ο δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας Tier 1 ανέβηκε στο 9,6% . Η τράπεζα εξακολουθεί να παραμένει υπό τον έλεγχο διαφόρων κρατικών νομικών αρχών για το ζήτημα της χειραγώγησης του Libor.

Είναι εύκολα κατανοητό ότι η κατάσταση των μεγάλων ευρωπαϊκών τραπεζών δεν εμπνέουν εμπιστοσύνη για την μελλοντική τους εξέλιξη. Η κακή υγεία του τραπεζικού της συστήματος δημιουργεί προσκόμματα παράλληλα και στην ανάκαμψή της ευρωπαϊκής οικονομίας.
Σε όλα αυτά τα προβλήματα έρχεται να προστεθεί ακόμη ένα : όπως είναι γνωστό η ΕΚΤ έχει ήδη διοχετεύσει στο ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα πάνω από 1 τρισεκ. ευρώ προχωρώντας δυο φορές στις λεγόμενες χορηγήσεις μακροπρόθεσμης ρευστότητας (LTROs) στα τέλη του 2011 και στις αρχές του 2012.
Αλλά η πρώτη δόση της αποπληρωμής των δανείων αυτών τριετούς διάρκειας είναι προγραμματισμένο να καταβληθεί στα τέλη της επόμενης χρονιάς κι ενδέχεται αυτό να σημάνει περισσότερες  δυσκολίες  πιθανά για μεγάλο αριθμό των τραπεζών της ΕΕ, αν ληφθεί υπόψη η κατάσταση των μεγάλων τραπεζών.
Η πρόσφατη δήλωση του προέδρου της ΕΚΤ ότι  είναι έτοιμος να προσφέρει περισσότερη ρευστότητα στις τράπεζες θα πρέπει να ερμηνευθεί ότι υπάρχει γνώση της υφιστάμενης κατάστασης και ότι επίκειται  ένα ακόμη LTRO (πιθανότατα με την μορφή παράτασης των προηγουμένων ή με περισσότερο βραχεία διάρκεια).
Το ζήτημα πάντως είναι φλέγον δεδομένου ότι χωρίς ρευστότητα (και μάλιστα προς τον επιχειρηματικό τομέα) δεν πρόκειται να προχωρήσει η μεγέθυνση της ευρωπαϊκής οικονομίας.

Τρίτη, 29 Οκτωβρίου 2013

Η χρηματοδότηση της ελληνική οικονομίας 2001-2013. Ο ρόλος της πιστωτικής επέκτασης προς τα νοικοκυριά.



Η χρηματοδότηση της ελληνική οικονομίας από το εγχώριο τραπεζικό σύστημα,  την περίοδο εισόδου της χώρας την ευρωζώνη και το ενιαίο νόμισμα, παρουσιάζεται στον Πίνακα 1 . Με βάση τα στοιχεία του Πίνακα 1 παρατηρούνται τα παρακάτω:
-          Η χρηματοδότηση του επιχειρηματικού τομέα της οικονομίας ως % του Γενικού Συνόλου Χρηματοδότησης , παραμένει ουσιαστικά αμετάβλητη την περίοδο 2001-2012, περίπου στο 42,0%. Σε απόλυτους αριθμούς διπλασιάστηκε : από 50,9 δις ευρώ το 2001 αυξήθηκε στα 107,3 δις ευρώ το 2012.
-          Η χρηματοδότηση των ιδιωτών –νοικοκυριών , πάντοτε ως  % του Γενικού Συνόλου Χρηματοδότησης , υπερδιπλασιάστηκε. Από 19,7% το 2001, ανήλθε στο 41,5% το 2012. Σε απόλυτους αριθμούς σχεδόν τετραπλασιάστηκε , από 23,7 δις ευρώ το 2001 αυξήθηκε σε 106,1 δις ευρώ το 2012, σχεδόν στο μέγεθος της χρηματοδότησης των επιχειρήσεων.
-          Η χρηματοδότηση της Γενικής Κυβέρνησης αντιθέτως παρουσίασε σημαντική μείωση και από 38,1% του ΓΣΧ το 2001, μειώθηκε σε 16,5% το 2012.
Με την πρώτη ματιά γίνεται φανερό ότι η  αύξηση της χρηματοδότησης της ελληνικής οικονομίας προήλθε σχεδόν αποκλειστικά από την αύξηση της χρηματοδότησης των νοικοκυριών. Πρόκειται για μια τάση η οποία παρατηρείται τα τελευταία σχεδόν 20 έτη στις αναπτυγμένες χώρες κυρίως της Δύσης[1]. Συνεπώς και η παρατηρούμενη διόγκωση του χρηματοπιστωτικού τομέα προέρχεται βασικά από την σημαντική αύξηση της χρηματοδότησης των νοικοκυριών.
Ενώ τα θεωρητικά και περισσότερο εμπειρικά  υποδείγματα τα οποία συσχετίζουν την χρηματοοικονομική εμβάθυνση (μέγεθος και ποιότητα των παρεχομένων υπηρεσιών εκ μέρους του χρηματοπιστωτικού συστήματος στην οικονομία) με τη μεγέθυνση της οικονομίας επικεντρώνονται στις πιστώσεις προς τις επιχειρήσεις, παρατηρείται ότι τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα προμηθεύουν ένα  ευρύ μερίδιο των υπηρεσιών τους , στις οποίες πρωταρχική θέση κατέχουν οι πιστώσεις, προς τους ιδιώτες παρά στις επιχειρήσεις. Υπάρχουν πολλές χώρες , μεταξύ των οποίων η Δανία, ο Καναδάς και η Ολλανδία που το ποσοστό των δανείων προς τον ιδιωτικό τομέα αγγίζει το 80,0% του συνολικού δανεισμού.  Ο δανεισμός των νοικοκυριών σε πολλές αναπτυγμένες χώρες , σύμφωνα με αρκετές μελέτες , δεν βρίσκεται σε αρμονική σχέση με τη μεγέθυνση του ΑΕΠ  και για αυτό σε πολλές από αυτές τις χώρες η μεγέθυνση του είναι πολύ χαμηλή[2].  
Με βάση αυτές τις παρατηρήσεις είναι εύλογο να αναρωτηθεί κανείς ποια είναι η επίδραση , ‘όχι της συνολικής πιστωτικής επέκτασης στην μεταβολή του ΑΕΠ, αλλά των επιμέρους συνιστωσών της. Δηλαδή των πιστώσεων προς τις επιχειρήσεις και των αντίστοιχων προς τα νοικοκυριά. Η απάντηση στο παραπάνω ερώτημα θα επιτρέψει , κατ’ αρχάς, να καταστεί περισσότερο κατανοητή η επίδραση των πολιτικών του χρηματοπιστωτικού τομέα στη μεγέθυνση της πραγματικής οικονομίας.
Ενώ, στην  οικονομική θεωρία υποστηρίζεται η ύπαρξη πολλών μηχανισμών μέσω των οποίων η πίστωση προς τις επιχειρήσεις βοηθά την μεγέθυνση της πραγματικής οικονομίας  δεν υπάρχουν σαφείς ενδείξεις αν το ίδιο συμβαίνει με τη διεύρυνση της πίστωσης προς τα νοικοκυριά. Διατυπώνονται αντιτιθέμενες απόψεις με αποτέλεσμα να μην διαφαίνεται ομοφωνία .
Συγκεκριμένα:
-          Η συνεχής (υπέρμετρη;) πιστωτική επέκταση προς τα νοικοκυριά μειώνει το ποσοστό αποταμίευσης στο ΑΕΠ, γεγονός το οποίο μεσομακροπρόθεσμα, έχει αρνητικές συνέπειες  στην οικονομική μεγέθυνση. Αυτό επιβεβαιώνεται εμπειρικά σε όλες τις χώρες όπου παρατηρείται πιστωτική επέκταση προς τα νοικοκυριά. Στην ελληνική οικονομία ισχύει δίχως αμφιβολία , όπως συνάγεται από τα στοιχεία του Πίνακα 2.   
-          Η επίδραση της πιστωτικής επέκτασης προς τα νοικοκυριά επιδρά στην εξομάλυνση της καταναλωτικής δαπάνης  με βάση τη θεώρηση του μονίμου εισοδήματος.  Όμως  εκείνο το οποίο έχει σημασία να διερευνηθεί είναι το κατά πόσον  η συμμετοχή της υποστηριζόμενης κατανάλωσης από την πιστωτική επέκταση οδηγείται στις εισαγωγές και κατά συνέπεια συμβάλλει αρνητικά στη μεγέθυνση του ΑΕΠ. Σε χώρες όπως η Ελλάδα στις οποίες υπάρχει μεγάλο έλλειμμα στο εμπορικό ισοζύγιο αυτό είναι εμφανές δια γυμνού οφθαλμού. Επομένως δεν μπορεί να εξαχθεί μια γενική θέση για την περίπτωση αυτή.
-          Η πιστωτική επέκταση επιδρά  θετικά στην οικονομική μεγέθυνση καθώς αυξάνει τη συσσώρευση ανθρωπίνου κεφαλαίου . Οι εμπειρικές μελέτες δείχνουν ότι υπάρχει θετική συσχέτιση μεταξύ αύξησης της πιστωτικής επέκτασης προς τα νοικοκυριά και του επιπέδου μόρφωσης των μελών των νοικοκυριών. Δεν επιβεβαιώνεται όμως η θετική επίδραση στην οικονομική μεγέθυνση.
-          Μια ακόμη αρνητική σημαντική επίδραση της διόγκωσης του χρηματοπιστωτικού τομέα στην πραγματική  οικονομία είναι η δημιουργία υψηλών προσόδων πληροφόρησης (information rents)[3]. Δηλαδή υπάρχει υψηλή ασύμμετρη πληροφόρηση , μέσω της οποίας δημιουργούνται μεγάλες και σημαντικές πρόσοδοι γεγονός το οποίο έλκει τα περισσότερα νέα ταλέντα να ασχοληθούν με τον χρηματοπιστωτικό τομέα και όχι με τις δραστηριότητες της πραγματικής οικονομίας[4].  Αυτό καθηλώνει την παραγωγικότητα των υπολοίπων τομέων και συνεπώς την παραγωγικότητα της συνολικής οικονομίας. Στην Ελλάδα ισχύει κατά κόρον αυτή η θέση . Ένας τρόπος  που μπορούμε να προσεγγίσουμε το ζήτημα είναι να παρατηρήσουμε το πώς ανέβηκαν οι βάσεις της εισαγωγής στις οικονομικές σχολές την τελευταία δεκαετία αλλά και το ποσοστό των μεταπτυχιακών με αντικείμενο τα οικονομικά στο σύνολο των μεταπτυχιακών.
-          Υπάρχουν και άλλες πλευρές οι οποίες χρήζουν ανάλυσης , όπως πχ. ο ρόλος της πιστωτικής επέκτασης προς τα νοικοκυριά στη μεταβολή της κατανομής του  εισοδήματος.
Συμπερασματικά η πιστωτική επέκταση προς τα νοικοκυριά αποτελεί μια τάση των τελευταίων 20 χρόνων στις αναπτυγμένες χώρες της Δύσης. Η συμβολή της στη μεγέθυνση της πραγματικής οικονομίας είναι αμφισβητούμενη και αμφίβολη. Πρόκειται όμως για μια δομική και όχι συγκυριακή ανάγκη του χρηματοπιστωτικού συστήματος των χωρών της δύσης. Οι λόγοι εκτός από οικονομικοί  (σπρώξιμο της οικονομίας με όλα τα διαθέσιμα μέσα σε καθεστώς ανακατανομής της βιομηχανικής παραγωγής σε πλανητικό επίπεδο) και λόγοι κυριαρχίας [5] όπως εδώ και πολύ καιρό υποστηρίζω.







                                                              Πίνακας 1




                                                       

                                                              Πίνακας 2


[1] Beck, Thorsten, Berrak Büyükkarabacak, Felix K. Rioja, and Neven T. Valev. (2012), “Who Gets the Credit? And Does it Matter? Household vs. Firm Lending across Countries.” B.E. Journal of Macroeconomics: Contributions 12

[2] Jean-Louis Arcand, Enrico Berkes and Ugo Panizza, Too Much Finance? IMF, June 2012
[3] Bolton, Patrick, Tano Santos and Jose Scheinkman (2011), “Cream Skimming in Financial Markets.” National Bureau of Economic Research Working Paper 16804.
[4] Kneer, Christiane (2013b) “The Absorption of Talent into Finance: Evidence from US Banking Deregulation”, DNB Working Paper 391
[5] Κ. Μελάς, Οι Σύγχρονες Κρίσεις του Παγκόσμιου Χρηματοπιστωτικού Συστήματος, Εκδόσεις ΑΑ.Λιβάνη , Νοέμβριος 2011.