Τρίτη, 6 Αυγούστου 2013

Οι εισπράξεις από εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών στην ελληνική οικονομία.



Ας  μελετήσουμε  συγκεκριμένα τους πόρους οι οποίοι εισέρχονται στην ελληνική οικονομία προερχόμενοι από τις  «οιονεί» εγχώριες παραγωγικές δυνατότητες της. Δηλαδή τις εισπράξεις από εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών (Πίνακας 1).
Στην ελληνική οικονομία οι εισερχόμενοι πόροι την περίοδο 2000-2012 ανέρχονται σε 32075 εκ ευρώ (2000) , σε 53879,1 εκ ευρώ (2008) το μεγαλύτερο ύψος μέχρι σήμερα και σε 49129,4 εκ. ευρώ (2012) μετά από μια σημαντική μείωση 42301,3 (2009) .
  1. Εισπράξεις από εξαγωγές αγαθών.
Οι εισπράξεις από τις συνολικές εξαγωγές αγαθών κυμαίνονται από 34,6% (2000) μέχρι το 44,8% (2012)  του συνόλου των εισπράξεων από  αγαθά και υπηρεσίες. Αν όμως αναφερθούμε μόνο στις εισπράξεις από τις εξαγωγές λοιπών αγαθών , χωρίς καύσιμα και πωλήσεις πλοίων, που αποτελούν και τις εξαγωγές της πραγματικής ελληνικής παραγωγής τότε το ποσοστό είναι μειωμένο και κυμαίνεται από 27,05% (2000) έως 28,2% το 2012. Δηλαδή η πραγματική οικονομία συνεισφέρει τα παραπάνω ποσοστά στις συνολικές εισπράξεις της ελληνικής οικονομίας από τις διεθνείς συναλλαγές.
Τώρα ως % του ΑΕΠ οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών κυμαίνονται από 23,5% (2000) σε 23,1%(2008) και σε 25,35% (2012).  Η παρουσιαζόμενη αύξηση οφείλεται κατά τα 2/3 στη μεγαλύτερη μείωση του ΑΕΠ σε σχέση με τη μείωση των εισπράξεων από εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών (έτος βάσης 2008 , το υψηλότερο σημείο του ΑΕΠ).
Οι εισπράξεις από τις εξαγωγές λοιπών αγαθών (πραγματική παραγωγή)  κυμαίνονται ως % του ΑΕΠ ,από 6,37%(2000) , σε 6,0% (2008) και σε 7,15% (2012). Ποσοστό πολύ χαμηλό για τα ευρωπαϊκά δεδομένα. Όμως αυτό αποτελεί διαχρονικό χαρακτηριστικό της ελληνικής οικονομίας και υπό μιαν έννοια μια από της ιδιομορφίες της[1]. Στην αύξηση των εισπράξεων από τις εξαγωγές αγαθών συμβάλλουν , παραδοσιακά, οι πωλήσεις πλοίων από τους έλληνες εφοπλιστές , μια ακόμη ιδιομορφία της ελληνικής οικονομίας. Ενώ λογιστικά φαίνεται να συνεισφέρουν τα συγκεκριμένα έσοδα στη βελτίωση των εισπράξεων από τις εξαγωγές αγαθών , ουσιαστικά δεν συνιστούν παραγόμενα προϊόντα στην ελληνική οικονομία. Το κονδύλι το οποίο αναλογεί στις εισπράξεις από τις εξαγωγές των καυσίμων εμφανίζει σημαντική αύξηση τα τελευταία χρόνια και κυρίως από το 2008 και μετά. Όπως είναι γνωστό οι εξαγωγές καυσίμων συνίστανται στο εξής: εισάγονται πετρέλαιο το οποίο διυλίζεται στα ελληνικά διυλιστήρια και στην συνέχεια πωλείται σε χώρες που λόγω της οικονομικής τους μεγέθυνσης χρειάζονται συνεχώς μεγαλύτερες ποσότητες πετρελαίου. Σύμφωνα με τα στοιχεία International Energy Agency[2] τα διυλιστήρια των χωρών της Νότιας Ευρώπης – Ελλάδος, Ιταλίας, Ισπανίας- έχουν αυξήσει σημαντικά την επεξεργασία αργού πετρελαίου την τελευταία περίοδο λόγω της σημαντικής μεγέθυνσης των οικονομιών της Τουρκίας και της Νοτίου Αφρικής και της συνεπαγόμενης αύξησης των αναγκών τους σε πετρέλαιο. Οι εισαγωγές διυλισμένου πετρελαίου στην Τουρκία αυξήθηκαν κατά 16,0% από το 2010 μέχρι και το πρώτο τρίμηνο του 2013 ή  από 40000  σε 200000 βαρέλια την ημέρα τα περισσότερα των οποίων προέρχονται από τα ελληνικά διυλιστήρια. Όπως γίνεται κατανοητό και αυτή η δραστηριότητα , παρότι είναι συγκυριακή είναι καλοδεχούμενη, αλλά δεν αποτελεί παραγωγική δραστηριότητα της πραγματικής ελληνικής οικονομίας.

  1. Εισπράξεις από υπηρεσίες.
Οι εισπράξεις από υπηρεσίες κυμαίνονται από 65,4% (2000) , σε 64,23% (2008) και σε 55,2% (2012)του συνόλου των εισπράξεων από αγαθά και υπηρεσίες. Δηλαδή οι εισπράξεις από τις εξαγόμενες υπηρεσίες είναι μέχρι και το 2010 σχεδόν διπλάσιες από τις εισπράξεις των συνολικών εξαγωγών αγαθών. Η πτώση του ποσοστού των εισπράξεων από υπηρεσίες την τριετία 2010-2012 οφείλεται σχεδόν αποκλειστικά στη μείωση των εισπράξεων από υπηρεσίες και συγκεκριμένα στον τομέα των (θαλασσίων)μεταφορών. Συγκεκριμένα από 19188,3 εκ ευρώ (2008) σε 13856,4 (2012). Οι λόγοι αυτής της μείωσης συνδέονται άμεσα με την παρατεταμένη ύφεση της ελληνικής οικονομίας, λόγω του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής.
Οι εισπράξεις από τις υπηρεσίες ως % του ΑΕΠ κυμαίνονται από 15,39%(2000) σε 14,61% (2008) και σε 14% το 2012. Η παρατηρούμενη μείωση οφείλεται αποκλειστικά στη μείωση των εισπράξεων ,34066,2 εκ ευρώ (2008)  - 27108,8 εκ ευρώ (2012)παρά την  σημαντική μείωση του ΑΕΠ 233198 εκ ευρώ (2008) – 193749 εκ ευρώ (2012).
Εκείνο που έχει σημασία και αξίζει να σημειωθεί είναι ότι οι προσφερόμενες υπηρεσίες της ελληνικής οικονομίας συνίστανται σε εισπράξεις από ταξιδιωτικό συνάλλαγμα και μεταφορές κυρίως θαλάσσιες. Απουσιάζουν σχεδόν ολοκληρωτικά οι υπηρεσίες υψηλής τεχνολογίας.
Πίνακας   1
Πίνακας 2
Πίνακας 3

  1. Ο στόχος της οικονομικής πολιτικής και το νέο αναπτυξιακό υπόδειγμα.
Σύμφωνα με τους σχεδιασμούς της Τρόικας οι εισπράξεις από τις εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών στην ελληνική οικονομία θα πρέπει να αυξηθούν και να κυμανθούν γύρω στο 35,0% του ΑΕΠ. Όπως δείχνουν τα στοιχεία του Πίνακα 4, η Ελλάδα  βρίσκεται στην  τελευταία θέση στις εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών ως % του ΑΕΠ μεταξύ των χωρών της Ευρώπης. Σύμφωνα με τα στοιχεία του έτους 2010 , οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών φθάνουν στο 21,5% του ΑΕΠ. Το 2012 το ποσοστό ανήλθε στο 25,5% του ΑΕΠ. Όμως η παρατηρούμενη αύξηση οφείλεται κατά τα 2/3 στη μείωση του ΑΕΠ και κατά 1/3 στη μείωση των εισπράξεων εξαγωγών αγαθών και υπηρεσιών. Συνεπώς μια τέτοια αύξηση δεν ανταποκρίνεται στο ζητούμενο. Το ζητούμενο είναι ο ρυθμός αύξησης των εξαγωγών αγαθών και υπηρεσιών να υπερβαίνει τον προσδοκώμενο ρυθμό μεγέθυνσης του ΑΕΠ ο οποίος υπολογίζεται μέχρι το 2020 (σύμφωνα με την Τρόικα) να παρουσιάζει μέσο ετήσιο ρυθμό περίπου του 3,0%. Υπολογίζεται ότι θα πρέπει να φθάνει  η ετήσια αύξηση των εξαγωγών στο 7,67% και το συνολικό ύψος τους σε 88,5 δις ευρώ. Αρκετά δύσκολο επίτευγμα σύμφωνα με τα ιστορικά δεδομένα της χώρας.

Πίνακας 4




[1] Κ. Μελάς, Μικρά Μαθήματα για την Ελληνική Οικονομία, Εκδόσεις Πατάκη Μάρτιος 2013.
[2]Hurriyet Daily News  July/12/2013.