Τρίτη, 20 Αυγούστου 2013

Η κατάρρευση των εισαγωγών βασικός παράγοντας της μείωσης των εξωτερικών ελλειμμάτων.




Είναι γνωστόν ότι η σημαντικότατη μείωση των εισαγωγών αποτελεί το βασικό παράγοντα μείωσης των ελλειμμάτων του εμπορικού ισοζυγίου αλλά και του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Όπως είναι εύκολα κατανοητό η μεγάλη μείωση του εγχώριου (διαθεσίμου) εισοδήματος στην ελληνική οικονομία προκάλεσε κατάρρευση των εισαγωγών με σχετικά υψηλή εισοδηματική ελαστικότητα.
Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη[1] την περίοδο 2009-2012 , τα εισαγόμενα αγαθά (εκτός των καυσίμων) μειώθηκαν, κατά 42,0%  σε σταθερές τιμές , ενώ σωρευτικά το διαθέσιμο πραγματικό εισόδημα μειώθηκε περίπου κατά 28,0%.  
Συγκεκριμένα οι κατηγορίες των εισαγομένων αγαθών υψηλής ελαστικότητας που μειώθηκαν σημαντικά όπως αναμενόταν άλλωστε, είναι : τα διαρκή καταναλωτικά , τα ημι- διαρκή και άλλες κατηγορίες προϊόντων που διαφοροποιούνται με βάση την ποιότητα, πολυτελείας αλλά και  κεφαλαιουχικά αγαθά. Σύμφωνα με την αναφερόμενη μελέτη η συνολική αξία  όλων  αυτών των κατηγοριών εισαγομένων αγαθών μειώθηκε από 10,2% του ΑΕΠ το 2008 στο 5,1% το 2012.  
Το πρώτο ερώτημα που τίθεται αφορά στο κατά πόσον είναι διαχειρίσιμη και μπορεί να υποστηριχθεί μακροχρόνια  η συγκεκριμένη κατάρρευση των εισαγωγών σε συνθήκες μεγέθυνσης του ΑΕΠ. Το ερώτημα τίθεται δεδομένου ότι η ελληνική παραγωγή εξαρτάται από τις εισαγωγές κεφαλαιουχικών αγαθών, ενεργειακών πόρων, ενδιάμεσα αγαθά, και άλλες παραγωγικές εισροές των οποίων συνολικά η αξία (εισαγωγής) ανήρχετο σε 6,3% του ΑΕΠ (εκτός καυσίμων) το 2008 και μειώθηκε στο 4,8% του ΑΕΠ το 2012.
Η αναγκαιότητα επομένως των εισαγωγών αυτού του είδους είναι δεδομένη για την συνέχιση της ελληνικής παραγωγής. Όλα τα παραπάνω αγαθά παρουσιάζουν για το λόγο αυτό χαμηλότερη εισοδηματική ελαστικότητα από τα υπόλοιπα εισαγόμενα . Σημαντικό ρόλο στις εξελίξεις  θα παίξουν οι σχετικές τιμές των εισαγομένων. Η εσωτερική υποτίμηση της τάξεως του (περίπου) 30,0% που επιβλήθηκε στην ελληνική οικονομία σημαίνει ότι οι τιμές των εξαγομένων αγαθών έχουν υποστεί σχετική μείωση ενώ αντίθετα τα εισαγόμενα αγαθά ,    λόγω της αποτίμησής τους σε ευρώ, θα παραμείνουν σταθερά. Συνεπώς θα χρειαστεί πολλαπλάσιες εξαγωγές (σε όγκο) για να καλυφθεί η ίδια ποσότητα (σε όγκο) εισαγωγών. Αυτό αποτελεί το αρνητικό σημείο των εξελίξεων. Παράλληλα όμως το θετικό σημείο συνίσταται ότι η αύξηση των τιμών των εισαγομένων, λόγω της εσωτερικής υποτίμησης , πιθανά να λειτουργήσει αποτρεπτικά στην εισαγωγή αγαθών στρέφοντας την κατανάλωση  προς τα παραγόμενα εγχωρίως. Επομένως αναμένεται και μέσω αυτής της διαδικασίας η σταδιακή υποκατάσταση εισαγωγών με εγχωρίως παραγόμενα. Αυτό άλλωστε πρέπει να αποτελεί το τελικό στόχο της οικονομικής πολιτικής η οποία υποστηρίζει την ανταγωνιστικότητα των εγχωρίων επιχειρήσεων. Όμως όλα αυτά αποτελούν σύνθετες και επίπονες καταστάσεις οι οποίες  χρειάζονται μακροχρόνια συστηματική προσπάθεια για να οδηγήσουν σε ευτυχή κατάληξη.
Γίνεται κατανοητό ότι η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας (των επιχειρήσεων) δεν σημαίνει μονοσήμαντη αύξηση των εξαγωγών, αλλά συνολική αύξηση της εγχώριας παραγωγικότητας η οποία θα λειτουργεί υπέρ της επέκτασης της παραγωγικής βάσης της οικονομίας και  αποτρεπτικά  στην εισαγωγική διείσδυση των ξένων προϊόντων.
Υπάρχουν ενδείξεις ότι η μέχρι σήμερα ακολουθούμενη οικονομική πολιτική οδηγεί προς αυτή την κατεύθυνση;  Μέχρι σήμερα οι ενδείξεις δεν οδηγούν προς μια σαφή απάντηση στο συγκεκριμένο ερώτημα. Όμως εδώ ίσως να βρίσκεται η αρχή της επέκτασης της παραγωγικής βάσης της ελληνικής οικονομίας.
 
Στην  αναφερομένη μελέτη υποστηρίζεται ότι η υποκατάσταση εισαγωγών η οποία παρατηρείται  σε συγκεκριμένους κλάδους (τρόφιμα, ποτά, φαρμακευτικά, και άλλες υποκατηγορίες χημικών προϊόντων αλλά και στα έπιπλα) μπορεί να εξηγήσει  περίπου το 17,0% της συνολικής μείωσης των εισαγωγών (εκτός καυσίμων) η οποία αναλογεί περίπου στο 1,5% του ΑΕΠ την περίοδο 2009-2012. Οι κλάδοι αυτοί αποτελούν συγχρόνως τους πλέον εκτεθειμένους στον παγκόσμιο ανταγωνισμό δεδομένου ότι είναι οι κύριοι εξαγωγικοί κλάδοι της ελληνικής οικονομίας.
Οι εξελίξεις αυτές  πιθανά να εξηγούνται  με βάση  αυτό που έχουμε αναφέρει παραπάνω: την αύξηση των σχετικών τιμών των εισαγομένων λόγω της εσωτερικής  υποτίμησης η οποία ασκείται τα  τελευταία τρία χρόνια.  Όμως η διαφαινόμενη σε μικρό ποσοστό  υποκατάσταση των εισαγωγών δεν έχει οδηγήσει σε αύξηση του κύκλου εργασιών των συγκεκριμένων κλάδων[1] αντιθέτως  εξακολουθεί η μείωση (εκτός των φαρμακευτικών προϊόντων). Θα πρέπει στο σημείο αυτό να σημειωθεί ότι η παραγωγή της μεταποιητικής
βιομηχανίας έχει σταθεροποιηθεί, με απειροελάχιστες  τάσεις ανόδου, αφού αυξήθηκε στο 1ο 6μηνο 2013 κατά +0,6%,σε ετήσια βάση. Βρισκόμαστε ακόμη πολύ μακριά από την πολυπόθητη ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας.  Το επιβαρυμένο φορολογικά  δημοσιονομικό περιβάλλον με τις υψηλές μειώσεις του διαθεσίμου εισοδήματος που επιφέρει,  στερεί την αναγκαία συμβολή του παράγοντα της λελογισμένης ζήτησης για την επέκταση του παραγωγικού αποτελέσματος.
Η λελογισμένη – αναγκαία ζήτηση σε αυτή την συγκυριακή φάση της ελληνικής οικονομίας μπορεί να προέλθει μόνο από τη ζήτηση των  επενδύσεων.   


[1] ΕΛΣΤΑΤ : Δείκτης Κύκλου Εργασιών στην Βιομηχανία, 19 Ιουλίου 2013.     



[1] National Bank of Greece, External Rebalancing of the Greek Economy, July  2013.