Δευτέρα, 19 Αυγούστου 2013

Για ποια Ενωμένη Ευρώπη πρόκειται ;





Σκοπός του παρόντος σημειώματος δεν είναι άλλος παρά  η συμβολή στη διαμόρφωση ενός διαφαινόμενου διαλόγου επί των ουσιαστικών προβλημάτων που τίθενται στο τραπέζι και αφορούν στην προοπτική αυτού του μορφώματος ,της ΕΕ. Ευρισκόμενοι σε μια πλανητική εποχή εκ των πραγμάτων η αντιμετώπιση του ζητήματος της ΕΕ  δεν μπορεί να μην ευρίσκεται εντός του πλανητικού ορίζοντα..
Κατά την άποψή μου το ερώτημα που τίθεται πλέων με μεγαλοπρέπεια και από πλείστες όσες πλευρές[1] είναι : «Για ποια  Ενωμένη Ευρώπη πρόκειται ;».
 Η απάντηση στο ερώτημα αυτό θα μας επιτρέψει να περιχαρακώσουμε υπό μια έννοια το τι ακριβώς σηματοδοτεί ο όρος Ενωμένη Ευρώπη και ως εκ τούτου,  έχοντας μια στερεή ή σχεδόν στερεή βάση περί τίνος πρόκειται να μπορούμε να συλλογιστούμε με συνέπεια εντός ενός καθορισμένου πλαισίου αναφοράς.
Για να δοθεί ορισμός της Ενωμένης Ευρώπης, [ανεξάρτητα και χωρίς αναφορά στα Κράτη – Έθνη που μετέχουν σ’ αυτήν, αλλά με απόλυτη επίγνωση ότι το εθνικό- κρατικό σύστημα αποτελεί το υπαρξιακό στοιχείο του ευρωπαϊκού γίγνεσθαι ] κατά την άποψή μου, χρειάζεται να διερευνηθούν  δύο πολύ συγκεκριμένα ζητήματα τα  οποία δεν είναι ανεξάρτητα το ένα από το άλλο.
Το πρώτο αφορά στην αναζήτηση σειράς κριτηρίων στη βάση των  οποίων  θα συγκροτηθεί ή μπορεί να συγκροτηθεί η έννοια «ευρωπαϊκός λαός» ο οποίος οφείλει να αναγνωρίζεται όχι μόνο ως συγχρονικό Είναι, αλλά και ως αέναο, διαρκές και δομημένο εξουσιαστικό Γίγνεσθαι. Λαός υπάρχει και νοείται μόνον όταν το συνολικό συμπαγές πλήθος συγκροτείται σ’ ένα ήδη δεδομένο σώμα ,το οποίο δρα ως συλλογικός φορέας λήψης αποφάσεων που δεσμεύουν το σύνολο.  Ως μόνη πηγή της νέας εξουσίας, ο κυρίαρχος λαός θα πρέπει λοιπόν να μην είναι δυνατόν να εμφανίζεται ως φαντασιακά  υποκαταστάσιμος από «άλλους» κυρίαρχους λαούς ή διασπάσιμος ή κατακερματίσιμος σε περισσότερους «υπό-λαούς». Ως ήδη δηλαδή συγκροτημένος στον ενικό, ο λαός θα κληθεί να συντάσσεται εσαεί στον ίδιο αριθμό και ο οποίος για να δράσει πρέπει να αναγνωρίζει ως τέτοιον τον εαυτό του. Η απόφαση για τα ποια κριτήρια θα χρησιμοποιηθούν για τη συγκρότηση της έννοιας Λαός ,δεν μπορούν να θεωρηθούν αυτόδηλα.[2] Αποτελούν κατ’ εξοχήν πολιτικά κριτήρια  εκφράζοντας κατά τρόπο αποφασιστικό τις εξουσιαστικές δυνάμεις της ιστορικής «στιγμής». Τα κριτήρια αυτά ποτέ δεν εμφανίζονται ως προερχόμενα από συγκεκριμένες εξουσιαστικές βουλήσεις. Ενδύονται εξ’αρχής με τον ηθικοκανονιστικό μανδύα νοηματοδοτώντας πράξεις με νέους συμβολισμούς. Μέχρι σήμερα η  ΕΕ , έχει αρνηθεί να προβεί σε τέτοιες διευθετήσεις αρνούμενη τον ουσιαστικό ρόλο του  Πολιτικού.
   Το δεύτερο αφορά στον ορισμό των γεωγραφικών συνόρων της Ευρώπης εντός των οποίων θα δημιουργηθεί η Πολιτεία – Ευρώπη (με όποια μορφή διακυβέρνησης επιλεγεί) θα συγκροτηθεί ο λαός ως μοναδική πηγή κυρίαρχης εξουσίας.
Εάν η συλλογική ταυτότητα θεωρηθεί ότι είναι σήμερα ,αυτό που ενώνει τους ανθρώπους ώστε να δεχθούν να συγκροτήσουν την έννοια «Ευρωπαϊκός Λαός» είναι η ψυχή του όλου εγχειρήματος, η ύπαρξη συγκεκριμένων ορίων και εδάφους αποτελεί το σώμα εντός του οποίου θα κατοικήσει η ψυχή και θα δημιουργηθεί ο «ευρωπαϊκός πατριωτισμός» νοούμενος ως προσπάθεια ανύψωσης διεύρυνσης και υπεράσπισης των όποιων κατακτήσεων έχουν υπάρξει, υπάρχουν ή θα υπάρξουν για τον Ευρωπαϊκό Λαό. Μέχρι σήμερα η ΕΕ έχει αποφύγει  να ορίσει τα σύνορα της επιμελώς. Θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι αυτό γίνεται για λόγους σκοπιμότητας ή για λόγους εύλογης διπλωματίας. Θεωρώ ότι αυτό γίνεται λόγω πολιτικής αδυναμίας  και καταφανούς διαστρέβλωσης του ρόλου του Πολιτικού.
Οι δύο αυτές προϋποθέσεις οδηγούν ευθέως στους βασικούς λόγους ύπαρξης του Πολιτικού. Το οριοθετούν και το θεμελιώνουν κατά τρόπο στέρεο και απρόσβλητο. Το Πολιτικόν ορίζεται ως η διαδικασία οριοθέτησης ενός γεωγραφικού χώρου με απόφαση  των κατοίκων αυτού του χώρου και με την κοινή βούληση τους να τον υπερασπισθούν έναντι οποιουδήποτε εχθρού τον επιβουλεύεται.. Ουσιαστικά πρόκειται για ορισμό του Πολιτικού ως διάκριση Φίλου και Εχθρού.[3] Η αντίθεση  Φίλου και Εχθρού είναι πρωτεύουσα προϋπόθεση κάθε κοσμοκατασκευής, είναι η αναγκαία συνθήκη του ανθρώπινου τίθεσθαι εν τω κόσμω.[4] «Η διάκριση Φίλου – Εχθρού , ως εμπειρικό ανθρωπολογικό δεδομένο και κατά τούτο θεμελιακός μηχανισμός αυτοσυντήρησης , περιλαμβάνει την ειδικά πολιτική αντίθεση Εχθρού-Φίλου , δίκην ακρότατης πύκνωσής της , στο απώτατο όριο μιας κατά τα λοιπά συνεχούς κλίμακας»[5] . Υπάρχει συνεπώς ένα είδος διανύσματος η αρχική βαθμίδα του οποίου συνίσταται από την καθαρή ενόρμηση της αυτοσυντήρησης και στην απώτατη η πολιτική διάκριση Εχθρού – Φίλου ως γενεσιουργός του Πολιτικού .Το Πολιτικόν αποτελεί βαθμίδα του δημοσίου βίου συγκροτημένη εν είδει οργανωμένης αξίωσης βουλητικής κατίσχυσης , όπου η υπαρξιακή εχθρότητα είναι πυκνότατη .Μεταξύ των δύο ακραίων καταστάσεων αναδύονται άλλες όπου η πύκνωση του Πολιτικού είναι μικρότερη λόγω των πολιτισμικών παρεμβάσεων και των λοιπών κοινωνικών λειτουργιών. Όμως το Πολιτικόν ως διάκριση μεταξύ Φίλου και Εχθρού παραμένει ανεξίτηλον.[6]  Τούτο σημαίνει ότι όλες οι ενδιάμεσες καταστάσεις δεν έχουν αυτοδύναμη ύπαρξη αλλά νοηματοδοτούνται και υπάρχουν λόγω της ύπαρξης του Πολιτικού. Έτσι και κάθε είδους νομιμότητα δεν είναι προϋπόθεση αλλά προϊόν του πολιτικού αγώνα.  «…Η πολιτική αντίθεση , ως υπαρξιακή και ταυτοχρόνως δημόσια αντίθεση , παραμένει αμαγάριστη στην καθαρότητα και επιτακτικότητά της. Απαβλύνσεις ή παροξύνσεις επιδέχεται μόνο στο εσωτερικό της , αφότου έχει ήδη καθιδρυθεί στην αυτονομία της. Τούτες οι αυξομειώσεις έντασης της εχθρότητας είναι οντολογικά πλέον ετερογενείς, λόγω της έτσι και αλλιώς μεγάλης πυκνότητας προς όσες θα συνεπάγονταν διολίσθηση προς εξωπολιτικές σφαίρες της ύπαρξης, δηλαδή το οικονομικό , το πολιτισμικό και τα συναφή πεδία. Εμφανίζεται  δε εντός του κράτους , του υπέρτατου οργανωμένου Όλου ,κλειδοκράτορα  της αρμοδιότητας για την κατάταξη των Άλλων σε Φίλους και Εχθρούς – εφ’όσον κατέχει το μονοπώλιο της έννομης άσκησης βίας. Εδώ μέσα , όσα μορφώματα πολιτικής αντιστοιχούν σε τούτες τις μεταβολές υπαρξιακής έντασης , δεν συνιστούν παρά δευτερεύουσες έννοιες ,η επιπτώσεις του Πολιτικού και είτε αφορούν επιμέρους ακολουθητέες στρατηγικές είτε προκύπτουν ως φαλκιδεύσεις του Πολιτικού, όπως οι ίντριγκες , οι ραδιουργίες , οι οικονομικές δοσοληψίες  κτλ. Σήμερα θα προσθέταμε αυτονοήτως  ό,τι ονομάζεται «επικοινωνιακή πολιτική» των κομμάτων , πολιτικό star system , διεξαγωγή δημοσκοπήσεων και συναφείς εμπορικού χαρακτήρα, παραπολιτικές δραστηριότητες»[7]. Το παραπάνω απόσπασμα δείχνει με απλότητα και σαφήνεια το αυτόνομο  του Πολιτικού και το ετερώνυμο των λοιπών ενδιαμέσων καταστάσεων. 
Η Ευρωπαϊκή Ένωση, όχι μόνο στερείται στη μέχρι σήμερα πορεία της πολιτικής ολοκλήρωσης το πλέον βασικό, δηλαδή μιας αυτοδύναμης «πολιτικής ύπαρξης» αλλά αρνείται ευσχήμως την όποια συζήτηση περί αυτού. Η όποια «πολιτική» έκφραση υπάρχει σήμερα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, φαίνεται ότι αποτελεί τη συνισταμένη των «διακυβερνητικών» βουλήσεων των εθνικών κυβερνήσεων. Οι βουλήσεις αυτές ουσιαστικά συνίστανται σε μια διεύρυνση της εσωτερικής πολιτικής σε ευρωπαϊκό επίπεδο, και οι εθνικές κυβερνήσεις δρουν πρωτίστως και αποκλειστικώς ως εκφραστές των εθνικών συμφερόντων. Η «κοινή υπόθεση» της Ευρώπης δεν μπορεί να είναι στόχος «διακρατικών» συμφωνιών, αλλά το κοινό αγαθόν μιας ενιαίας πολιτικής βούλησης η οποία θα εκφράζει ,αφενός την πλειοψηφία του «ευρωπαϊκού λαού» (άρα χρειάζεται ως τέτοιος να συνταχθεί) και αφετέρου την ιστορική εθνοκρατική ιδιομορφία των χωρών που την απαρτίζουν.  
 Μέχρι και την κρίση χρέους υπήρχε υπεραπασχόληση με την οικονομική οργάνωση της ενώ φαίνεται ότι ουδόλως την απασχολούσε η πολιτική της υπόσταση. Όμως όπως έχω προσπαθήσει να δείξω[8]επρόκειτο για μια συνειδητή παράλειψη μπροστά στην αδυναμία των ευρωπαϊκών ελίτ να επιλύσουν προβλήματα υψηλής πολιτικής όπως το Πολιτικό Ζήτημα. Όμως ο κερδισμένος χρόνος , με αυτό τον τρόπο , εύκολα μετατρέπεται σε χαμένο χρόνο με την έλευση πολλαπλασίων συσσωρευμένων προβλημάτων . Αυτό άλλωστε ζούμε σήμερα.
Το ότι  το ζήτημα του Πολιτικού έχει εκλείψει παντελώς από τη συζήτηση για το πολιτικόν μέλλον της Ενωμένης Ευρώπης, μέχρι και την αρχή της κρίσης χρέους,  είναι πασιφανές και σε όλους γνωστόν. Άρχισε να εμφανίζεται με εντελώς «ανορθολογικό» και μη συστηματικό τρόπο στην περίοδο της κρίσης όπου ο «εγωιστικός»  χαρακτήρας των κρατών- εθνών οδηγείται στα ακρότατα σημεία του ωθούμενος από τις νέες διαμορφούμενες κοινωνικές διεργασίες. Σε περιόδους κρίσης, είθισται ,να εκφράζονται πάντοτε οι μύχιες και οι υπαρξιακές δυνάμεις των ατόμων και των κρατών.


2. Η πορεία της ΕΕ είναι εκ των προτέρων διαγεγραμμένη. Η επιλεχθείσα διαδικασία κτισίματος εμπεριέχει τόσες πασιφανείς αντιφάσεις που καθιστούν αδύνατη την ολοκλήρωσή της . Είναι ορατές δια γυμνού οφθαλμού οι εγγενείς αδυναμίες του θεωρητικού υποδείγματος ,του πολιτικού και οικονομικού νεοφιλελευθερισμού , που έχει υιοθετηθεί , για την οικοδόμηση της ΕΕ.
Η ελεύθερη οικονομία της αγοράς στην ακραία φιλελεύθερη εκδοχή της αποτέλεσε εξ αρχής τον ιδρυτικό μύθο της ΕΕ. Στην παραδοχή αυτή το κράτος είναι απλά ο νυκτοφύλακας που επιβλέπει τη σωστή λειτουργία των νόμων στη βάση των οποίων εξασφαλίζεται η λειτουργία της ελεύθερης αγοράς αφού προηγουμένως με πολιτικές πράξεις το ίδιο το κράτος την έχει δημιουργήσει  Συνεπώς το πολιτικόν καταδικάζεται να αποποιηθεί την ίδια την ύπαρξή του και να λειτουργεί ως υπήκοος και υπηρέτης ενός απρόσωπου , έξω από τη συνείδηση των ανθρώπων, μηχανισμού. Οι άνθρωποι δεν δημιουργούν οι ίδιοι την ιστορία τους , αλλά μπορούν μόνο να την ανακαλύπτουν εκ των υστέρων ,όπως ανακαλύπτουν οι επιστήμονες τους διάφορους πλανήτες στο ηλιακό μας σύστημα. Η ιστορία των ανθρώπων , οι αγώνες των ανθρώπων ,το αίμα των ανθρώπων , χρειάζονται μόνο για να τηρούνται οι κανόνες  εντός των οποίων θα λειτουργεί η ελεύθερη οικονομία της αγοράς. ….
 Το συγκεκριμένο υπόδειγμα αποτελεί την κατ’ εξοχήν «αντιπολιτική» πολιτική σύλληψη  στην ιστορία της πολιτικής φιλοσοφίας και ως εκ τούτου οδηγεί ευθέως τα ευρωπαϊκά κράτη- έθνη αλλά κυρίως τους ευρωπαϊκούς λαούς στην υποταγή και στην ολοσχερή καταστροφή.
 Απαραίτητη προϋπόθεση η γρηγορότερη απαλλαγή από το συγκεκριμένο πολιτικό δόγμα. Η επαναφορά του Πολιτικού  στο εσωτερικό των εθνικών κρατών  είναι η  πρώτη πράξη που απαιτούν οι καιροί.
Γίνεται κατανοητό τώρα γιατί η επαναφορά του πολιτικού ως καθοριστικού παράγοντα διαμόρφωσης του οικονομικού πράττειν απαιτείται να επανέλθει στο προσκήνιο. Όμως και αυτό δεν αρκεί. Το οικονομικό δεν είναι παρά μια στιγμή μέσα στο κοινωνικό πράττειν των ανθρώπων. Δεν καθορίζει τα πάντα. Ούτε  και όταν αφελώς αναφέρεται ότι σε «τελευταία ανάλυση το οικονομικό καθορίζει τα πάντα». Διότι η φράση «σε τελευταία ανάλυση» είναι άνευ νοήματος , δεν σημαίνει απολύτως τίποτε.  Το Πολιτικόν με όλες τις  μορφές που έχει εμφανισθεί μέχρι σήμερα και που θα συνεχίσει να εμφανίζεται όσο υπάρχουν άνθρωποι σε τούτον το πλανήτη(από τον ολοκληρωτισμό , την ελέω θεού μοναρχία μέχρι τη δημοκρατία)  θα λαμβάνει τη μορφή της παρέμβασης και της κυριαρχίας βασισμένης στην ισχύ της καθημερινής δράσης των ανθρώπων. Το πολιτικόν σημαίνει παρεμβαίνω , καθοδηγώ , αποφασίζω. Η στιγμή της λήψης όποιας απόφασης σηματοδοτεί  την περιχαράκωση ενός «χώρου» που έχει περιλάβει ορισμένους και έχει αφήσει έξω ορισμένους άλλους. Όμως σήμερα ποιος θα πάρει αυτή την απόφαση όταν έχει θεσμοθετηθεί ένας συγκεκριμένος τρόπος λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης ο οποίος έχει ως βασικό πυλώνα το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο;  Σε αυτό συνίσταται η ουσιαστική αδυναμία των προτάσεων όλων όσοι ευαγγελίζονται μιαν άλλη Ευρώπη ,δημοκρατική, κοινωνική , ασκμάζουσα και ..ειρηνική. Γίνεται κατανοητό ότι χρειάζεται να μεταβληθούν σύσσωμοι όλοι οι πολιτικοί συσχετισμοί που υπάρχουν σήμερα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι απίστευτες θεωρίες περί σπασίματος του αδύνατου κρίκου (η Ελλάδα) που θα επιφέρει αλυσιδωτές αντιδράσεις στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι μόνο ως φάρσα μπορεί να ληφθεί. Άλλωστε η ίδια η λενινιστική θέση δεν βρήκε εφαρμογή ούτε την περίοδο της Σοβιετικής Ένωσης.
Ακόμη περισσότερο όταν όλοι γνωρίζουν το πώς λειτουργούν τα ζητήματα εντός του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου. Μέχρι και το ξέσπασμα της κρίσης χρέους, ο Γαλλογερμανικός άξονας ήταν ο φορέας ισχύος της ακολουθούμενης πολιτικής. Στην περίοδο της επέκτασης της κρίσης χρέους η Γερμανία εξελίχθηκε στον αδιαμφισβήτητο ηγέτη της ένωσης  και οποιαδήποτε κρίσιμη απόφαση χρειάζεται την έγκρισή της. Προσοχή σε ηγέτη και όχι σε ηγεμόνα. Το ζήτημα της ηγεμονίας πρέπει να προσεγγιστεί με προσοχή και να μην συνδέεται με την έννοια του ηγέτη. Η ηγεμονική δύναμη μπορεί να υπάρξει μόνο αν, αφ’ ενός, αναπαράγει συνεχώς στο εσωτερικό της τις πηγές της υπεροχής της και αν, αφ’ ετέρου, ξέρει να εκμεταλλευτεί τη διεθνή ρύθμιση του παγκόσμιου συστήματος σαν πηγή της ηγεμονίας της. Η ηγεμονική δύναμη  αποκαλύπτεται ολοκληρωτικά διαμέσου κάποιου πολέμου ή ότι δεν περιμένει να αναγνωριστεί, αλλά παρουσιάζεται μόνη της.. Έχει γενικά συμφέροντα, δηλαδή πλατιά όσο και του ίδιου του συστήματος κρατών, πράγμα που σήμερα σημαίνει παγκόσμια.
Εκλογικεύοντας τα χαρακτηριστικά της ηγεμονεύουσας δύναμης , στο ζήτημα που μας αφορά καταλήγουμε στο ότι μια ισχυρή οικονομία θα πρέπει να στηρίζει την ύπαρξη της στην πολιτική κυριαρχία του συγκεκριμένου κράτους, στην στρατιωτική ισχύ, στην οικονομική ευρωστία αλλά και στην ιδεολογική του πειθώ.
Εκ των σημείων αυτών θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι η πολιτική κυριαρχία νοούμενη όχι ως εσωτερική κυριαρχία σ’ όλο το έδαφος της χώρας, αλλά ως (dominant) δεσπόζουσα περισσότερο από άλλες στη διεθνή κονίστρα και η στρατιωτική ισχύς καθορίζουν τους διεθνείς ρυθμιστικούς κανόνες μέσω των οποίων λειτουργεί απρόσκοπτα η οικονομία.
Παρατηρούμε λοιπόν ότι στην περίοδο της κρίσης οι εξελίξεις οδηγήθηκαν σε εντελώς αντίθετη κατεύθυνση από αυτήν που πίστευαν πολλοί ότι θα οδηγούσε σε μια «ευρωπαϊκή πολιτεία».  Για ακόμη μια φορά αποδείχτηκε ότι είναι τουλάχιστον αφελές να πιστεύει κανείς ότι χώρες όπως η Λιθουανία , η Λετονία ,η Εσθονία, η Μάλτα , το Λουξεμβούργο ,η Κύπρος , η Δανία ,η Ελλάδα αλλά και η Ολλανδία και η Ιταλία μπορούν να επηρεάσουν τις παγκόσμιες εξελίξεις και τις αποφάσεις των μεγάλων δυνάμεων. Ανέκαθεν οι μεγάλες παγκόσμιες δυνάμεις καθόριζαν τις εξελίξεις και δεν υπάρχει κανένας λόγος αυτό να μεταβληθεί σήμερα αλλά και στο προσεχές μέλλον. Το μέλλον της Ευρώπης ουσιαστικά φαίνεται να ταυτίζεται με τις εξελίξεις των μεγάλων ευρωπαϊκών χωρών (οι οποίες είναι μικρομεσαίες δυνάμεις σε παγκόσμιο επίπεδο) και ως τέτοιες  μόνο η Γερμανία και η Μεγάλη Βρετανία (για ιδιαίτερους λόγους)  μπορούν να θεωρηθούν.









[1] Κάτι το οποίο ήταν αδιανόητο πριν δύο με τρία χρόνια. Η αναφορά γίνεται για τους πρόσφατα ανανήψαντες «ευρωλάγνους» οι οποίοι  μετατράπηκαν άρδην σε «ευρωπολέμιους».
[2] Κ. Τσουκαλάς , «Η εξουσία ως Λαός και ως Έθνος» Θεμέλιο  1999.
[3] C.Schmitt, Η Έννοια του Πολιτικού . Κριτική 1988. Π.Κονδύλης , Ισχύς και Απόφαση , Θεμέλιο 1992. 

[4]  Για μια ενδελεχή όσο σφαιρική ανάλυση της έννοιας του πολιτικού βλέπε : Αιμ. Μεταξόπουλος ,    Αυτοσυντήρηση , Πόλεμος , Πολιτική , Λιβάνης 2005.

[5] Ο.π. , σελ. 97.
[6] Δ. Μαρκής , Η κατασκευή της Ευρώπης , Κριτική , 2000 σελ. 55.
[7] Αιμ. Μεταξόπουλος , Ο. π , σελίδα  99.
[8] Κ. Μελάς, Η Σαστισμένη Ευρώπη, Εκδόσεις Εξάντας 2009.