Πέμπτη, 1 Αυγούστου 2013

Τα «καυτά» ερωτήματα για τη φύση της Ευρωπαϊκής Ένωσης[1].


Μέχρι την εξάπλωση της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης στην Ευρώπη με την μορφή του κρατικού χρέους  , οι υπέρμαχοι της ενοποίησης της ΕΕ τα τελευταία χρόνια αναφέρονταν σε αυτή ως το κυριότερο επίτευγμα του «μετανεωτερικού κόσμου»[2].
Μεταξύ αυτών όλοι εκείνοι οι έλληνες μελετητές οι οποίοι υποστήριζαν μετά μανίας την  κυρίαρχη άποψη των ευρωπαϊκών πολιτικών και ακαδημαϊκών ελίτ  και οι οποίοι  εκ των υστέρων   «ανακάλυψαν», το 2012-13, ότι η ΕΕ αποτελεί χώρο ο οποίος κυριαρχείται ή επιχειρείται να κυριαρχηθεί από τις μεγάλες δυνάμεις και ειδικά την Γερμανία. Μάλιστα αρκετοί εξ αυτών ανακάλυψαν, τα τελευταία δύο με τρία χρόνια διότι προηγουμένως υποστήριζαν τα εντελώς αντίθετα, διαθέσεις της Γερμανίας για δημιουργία αυτοκρατορίας στην Ευρώπη. Με όποιο κριτήριο ισχύος η Γερμανία δεν αποτελεί παρά μια μικρομεσαία δύναμη σε παγκόσμιο επίπεδο. Μάλιστα μια δύναμη χωρίς πυρηνικά όπλα στην εποχή μας. Επίσης με οποιοδήποτε κριτήριο η ΕΕ αλλά και γενικότερα η Ευρώπη , βρίσκεται σε παρακμή. Είναι δύσκολο για τους ευρωπαίους να το αποδεχτούν. Κατανοητό. Όμως η ιστορία προχωρά χωρίς να νοιάζεται για τις μελαγχολίες του καθένα. Η ευρωπαϊκή εποχή της παγκόσμιας κυριαρχίας κράτησε πάνω από τρεις αιώνες. Τώρα κυριαρχούν άλλοι. Μόνο λόγω της «συμμαχίας» με αυτούς οι χώρες της ΕΕ εξακολουθούν να «έχουν ρόλο» στο πλανητικό  γίγνεσθαι.
Όμως ανεξάρτητα με τα παραπάνω, αξίζει να αναφερθεί το ιδεολογικό και θεωρητικό πλαίσιο της κυρίαρχης αντίληψης για τη φύση της ΕΕ , ώστε να γίνει κατανοητό το πόσο απέχει από την πραγματικότητα.

Σύμφωνα με τις κυρίαρχες τότε αντιλήψεις η ΕΕ διαφοροποιείται τόσο από τα συμβατικά κράτη του «νεωτερικού κόσμου» όσο και από τον «προνεωτερικό κόσμο», δηλαδή το χάος που προηγήθηκε του κράτους και έπεται των αυτοκρατοριών[3].
Η μετανεωτερική ΕΕ προσφέρει το όραμα ενός μεταμοντέρνου[4] «συνεργατικού διακυβερνητικού χώρου», με κοινό επίπεδο ελευθεριών και κοινή ασφάλεια, με μειωμένη εθνική κυριαρχία – στοιχείο που χαρακτήριζε όλες τις αυτοκρατορίες στην ιστορία. 
Μέσα από τις μακροχρόνιες διαδικασίες του ευρωπαϊκού state-building, η ΕΕ θα σχηματοποιείται σιγά-σιγά  σε ένα «μεταμοντέρνο σύστημα», που έχει σαφή χαρακτηριστικά  μεταεθνικής, μετακυριαρχικής ή μετακρατικής πολιτείας.
Ένα τέτοιο μετανεωτερικό μόρφωμα καθοδηγούμενο από μεταμοντέρνες αντιλήψεις αλλά και από αντιλήψεις εκσυγχρονιστικού ορθολογισμού και τη θεωρία της νεωτερικότητας,  αποτελεί το πλαίσιο μέσα στο οποίο καμία χώρα δεν κυριαρχεί και το οποίο γεννά αρχές που δεν είναι εθνικές αλλά ηθικές και  νομικοκανονιστικές[5].
Τα κράτη που συγκροτούν την ΕΕ επιχειρούν να  διαμορφώσουν  το πρώτο μεταεθνικό διακυβερνητικό μόρφωμα στην παγκόσμια ιστορία. Αυτό το μόρφωμα αποκτά μια διακριτότητα μέσα από τη χρήση πολλαπλών μέσων επηρεασμού του διεθνούς περιβάλλοντος , αποκλειόμενης της στρατιωτικής ισχύος.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ένα ιδιαίτερο διακρατικό μόρφωμα  που, μόνο ως τέτοιο[6] , θεωρεί ότι ο πόλεμος –η τραυματική ευρωπαϊκή εμπειρία των δύο παγκόσμιων πολέμων  προβάλλεται ως βασικό επιχείρημα – αποτελεί αποτυχία της πολιτικής.
Οι Ευρωπαίοι τείνουν να αντιλαμβάνονται το δικό τους μεταμοντέρνο σύστημα ως μέρος ενός γενικότερου συστήματος, στο οποίο η έννοια του συσχετισμού δυνάμεων πρέπει να αντικατασταθεί από έννοιες όπως η «απόρριψη της ισχύος» και η «αυτοεπιβαλλόμενη συμπεριφορά». Αυτό τους οδηγεί στην απόρριψη του κλασικού raison d’état από την εποχή του Μακιαβέλι, δηλαδή της αποτελεσματικότητας –άρα, εν πολλοίς, και της μη ηθικής– της λειτουργίας του κράτους, και στην αντικατάστασή του από μια συγχορδία , όσο και να φαντάζει αντιφατικό, οικουμενικής και  σχετικιστικής ηθικής  στις διεθνείς υποθέσεις.[7]
 Ο αποκλεισμός της χρήσης στρατιωτικής ισχύος προσδίδει ιδιαίτερη βαρύτητα στην εκτεταμένη χρησιμοποίηση της διπλωματίας, όχι ενός οποιουδήποτε είδους διπλωματίας, αλλά συγκεκριμένα της «κοσμοπολίτικης διπλωματίας», η οποία προκύπτει από έναν νέο τρόπο «μετακρατικής[8] » συγκρότησης. Η «κοσμοπολίτικη διπλωματία»[9] δεν προσπαθεί να αντιμετωπίσει τα προβλήματα στο επίπεδο της εμφάνισής τους (π.χ. τρομοκρατία), αλλά και στο επίπεδο της πρωταρχικής δημιουργίας τους. Δηλαδή επιχειρεί να τα απαλείψει στο επίπεδο παραγωγής τους. Αυτό πιστεύεται ότι μπορεί να επιτευχθεί με την πειθώ , τη συνεργασία, το διάλογο και την επικοινωνία μέσω της  επίκλησης οικουμενικών αξιών και γενικών συμφερόντων. Οι προσπάθειες των οικουμενιστών κατατείνουν στην απόδειξη ύπαρξης πανανθρώπινων καταβολών ή νοητικών ικανοτήτων και προδιαθέσεων , πιστεύοντας ότι με τον τρόπο αυτό διαπιστώνονται κοινές αξίες , κοινοί τρόποι σκέψης  και συνεπώς χώρος για καθολική συνεννόηση.[10]

 Αν τα παγκόσμια προβλήματα είναι δυσεπίλυτα στο επίπεδο του εθνικού κράτους, η κοινή συμπόρευση κρατικών οντοτήτων πολλαπλασιάζει και ανανεώνει τη δύναμη της πολιτικής να πείθει πολλαπλά ακροατήρια και να διαμορφώνει νέες διεθνείς καταστάσεις.[11]
Είτε στο επίπεδο των κρατών-μελών είτε στο επίπεδο της ΕΕ, η συναινετική πολιτική κάνει τη διάκριση μεταξύ «εχθρού» και «φίλου» εξαιρετικά δυσχερή.[12] Σε γενικές γραμμές, η ΕΕ πιστεύει ότι διαμορφώνεται σε μια «δημοκρατική κοινότητα χωρίς εχθρούς».[13]

Ο συναινετικός τρόπος λήψης αποφάσεων[14] στην ΕΕ παράγει διακριτά αποτελέσματα, που επηρεάζουν τις εθνικές ταυτότητες και ιδέες, κυρίως αν αυτές οι αποφάσεις σχετίζονται με την εξωτερική πολιτική και την πολιτική άμυνας και ασφάλειας. Πρόκειται για διαδικασίες διαμόρφωσης συλλογικής αντίληψης   βασισμένες σε  συμβολισμούς και ιδεολογίες  που ενώ παρουσιάζονται ως νέοι είναι παλαιότατη και επικεντρώνονται  με το τι πρέπει να κάνει, από εδώ και εμπρός  η Ευρώπη στον κόσμο. Το παρελθόν, δηλαδή το τι έκανε στον κόσμο η Ευρώπη, χρησιμοποιείται μόνο σαν αφανές υπόβαθρο, σαν μια συνιστώσα της συλλογικής μνήμης που αδυνατίζει με το πέρασμα των χρόνων. Εδώ πρωταρχικό ρόλο κατέχει το επιχειρούμενο ξαναγράψιμο της ιστορίας[15] από μια πλήρως αναθεωρητική οπτική η οποία κυρίως εξυπηρετεί αυτό το ιδεολογικό πρόταγμα που απορρέει από την κυρίαρχη αντίληψη των πολιτικών ευρωπαϊκών ελίτ. Σιγά -σιγά επιχειρείται η απαξίωση των εθνικών ταυτοτήτων.[16] 
Το ευρωπαϊκό εγχείρημα εδράζεται σε μια νέα αρχή  που προϋποθέτει ότι το μεγαλύτερο μέρος της κοινής ευρωπαϊκής άμυνας και ασφάλειας εξασφαλίζεται από τις ΗΠΑ. Με αυτά τα δεδομένα, η έννοια της αλληλεξάρτησης (δηλαδή οι δεσμοί δια των οποίων η Ευρώπη συνδέεται με τον γεωοικονομικό της περίγυρο μέσα από συμφωνίες, καθεστώτα εμπορικών προτιμήσεων και τη διαδικασία συμμετοχής στην ΕΕ) αποτελεί καθαυτή μια επεκτατική τάση, που σπρώχνει τα σύνορα της Ευρώπης προς την Ανατολή, τη Ρωσία, την Ουκρανία, τα Βαλκάνια και τις παρυφές της Ευρασίας.
Σε κάθε περίπτωση η λογική που διέπει την  ΕΕ ως μετανεωτερικό μόρφωμα με τον τρόπο που το ορίσαμε παραπάνω , εγείρει πλήθος ερωτημάτων.

Υπάρχουν κατ’ αρχάς,  ορισμένα βασικά ερωτήματα που χρειάζεται να τεθούν  αναφορικά με την δικαιολογητική επιχειρηματολογία που προβάλλεται  για τον επιλεχθέντα   τρόπο κτισίματος της  του μορφώματος που ονομάζεται ΕΕ.
Η μελέτη του ιστορικού χώρου Ευρώπη μας επιτρέπει να συνάγουμε στοιχεία ιστορικής ενότητας που να τα χρησιμοποιήσουμε ως συγκολλητικούς παράγοντες τις παρούσης ενωσιακής διαδικασίας ;  Είναι πράγματι αληθές ότι η επιχειρούμενη ενοποίηση αποτελεί αποτέλεσμα της κοινής συνείδησης των ευρωπαϊκών λαών;  του κοινού της αξιακού συστήματος ; Ότι οφείλεται στη συνείδηση , μετά το Β’ παγκόσμιο πόλεμο , η ανάγκη κατάργησης του πολέμου ως μέσου επίλυσης των διακρατικών διαφορών;  Ακόμα κι αν δεχτούμε ότι ισχύουν όλα αυτά  γιατί  δεν είναι ικανά να προκαλέσουν την πολυπόθητη υπέρβαση και να οδηγήσουν στη δημιουργία της «ευρωπαϊκής πολιτείας» ;
Σε αυτά χρειάζεται να δοθούν ορισμένες απαντήσεις με πρωταρχικό στόχο  την αποκατάσταση της  αλήθειας ενώ συγχρόνως θα τεθούν τα πραγματικά ζητήματα της ευρωπαϊκής ενοποιητικής διαδικασίας υπερβαίνοντας έναν καθαρό και ατελέσφορο οικονομισμό ανεξάρτητα από ποια ιδεολογική οπτική προέρχεται. Τα αδιέξοδα τα οποία συνεχώς παράγονται στη διαδικασία ενοποίησης της ΕΕ δεν μπορεί παρά να είναι πολιτικής φύσης. Ακόμη και η λογική των Γερμανών είναι πολιτική. Οι απεγνωσμένες άτσαλες και χοντροκομμένες παρεμβάσεις τους προέρχονται από την απόλυτη κατανόησή τους στο ότι η λύση στα σημερινά αδιέξοδα μπορεί να είναι μόνο πολιτική. Πολιτική λύση  η οποία όμως μέσα στην σημερινή παγκόσμια αβεβαιότητα και στην συντελούμενη  ανακατανομή ισχύος θα εξασφαλίζει πρωτίστως την γερμανική πλευρά η οποία κατά τους γερμανούς αποτελεί την πλέον παραγωγική δύναμη της περιοχής. Η όποια πολιτική λύση επιβάλλεται εμπεριέχει εγγενώς  την κυριαρχία από την πλευρά των νικητών. Το παιχνίδι της δημοκρατίας είναι σαφές. Οι όποιες εξιδανικεύσεις ακούγονται αποτελούν απλά ηθικοκανονιστικά ενδύματα απόκρυψης της κυριαρχίας[17].
Η συνεχής ενασχόληση με το υποσύστημα της οικονομίας δείχνει αδυναμία εξεύρεσης ή ύπαρξης πολιτικής λύσης. Κάτι που γνώριζαν εξ αρχής όλοι όσοι συμμετείχαν στην ενωσιακή διαδικασία. Απλά το παρέκαμψαν πιστεύοντας ότι η επίλυση χαμηλής ή μεσαίας εντάσεως προβλημάτων θα διευκόλυνε όταν θα έφτανε η ώρα της τελικής αποφάσεως. Όλα αυτά αποτελούν κατά την άποψή μου , την αιτία της επιμήκυνσης της κρίσης στην ΕΕ, και όχι η κρίση χρέους των χωρών του Νότου. Το πολιτικό αδιέξοδο είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα σήμερα  στην ΕΕ ως αποτέλεσμα της επιλογής του συγκεκριμένου τρόπου για την επίτευξη της ενωσιακής διαδικασίας.   







[1] Κ. Μελάς, Η Σαστισμένη Ευρώπη , Εκδόσεις Εξάντας 2009.
[2]  Η σχετική βιβλιογραφία είναι πολυάριθμη και πολυσχιδής ώστε δεν χρειάζεται να αναφερθούμε συγκεκριμένα σε κάποιο τίτλο.

[3] Για  τις έννοιες αυτές και τον τρόπο που χρησιμοποιούνται στο σημείο αυτό του κειμένου δες : R.Cooper , Η Διάσπαση των Εθνών. Κέδρος 2005.
[4] Οπ .παρ.
[5] Δες : J. Habermas, α) Il discorso  filosofico della modernita. Laterza 1988. β) Η ηθική της επικοινωνίας. Εναλλακτικές Εκδόσεις 1997. γ) Ο μεταεθνικός  αστερισμός. Πόλις 2003. δ) Η διάσπαση της δύσης. Καστανιώτης 2007. Ο Habermas αναζητά την πολιτική δυνατότητα μιας μεταεθνικής δημοκρατίας, η οποία αποδίδει ειδική σημασία στην έννοια «λαός» , απαλλαγμένη από κάθε μορφής υπαγωγή σε μια «προπολιτική κοινότητα πεπρωμένου και δημιουργίας δεσμών και προκαταβολικής εμπιστοσύνης». Δηλαδή ψάχνει να βρει μια άλλη μορφή συλλογικής ταυτότητας για να αντικαταστήσει τους φαντασιακούς δεσμούς του έθνους , ως συνεκτικούς και οργανικούς δεσμούς συγκρότησης της έννοιας του «λαού». Η συνεκτική αυτή ύλη , κατά τον  Habermas πρέπει να αναζητηθεί στην αξιακή θεμελίωση του ευρωπαϊκού ηθικού και πολιτικού πολιτισμού.
[6] Η πρόσφατη ιστορική εμπειρία έδειξε ότι τα εθνικά κράτη που συμμετέχουν στο ιδιαίτερο αυτό μόρφωμα υπερασπίζονται τα «εθνικά τους συμφέροντα» μέσω πολέμων (περίπτωση νήσων Φώκλαντ)
[7] Β. Χωραφάς- Κ.Μελάς: Ποια είναι τα όρια επέκτασης της ΕΕ και ποιες οι δυνάμεις που καθορίζουν αυτή τη διαδικασία; Monthly Review Νο 42. Ιούνιος 2008.
[8] Ο προσδιορισμός «μετά» εδώ  χρησιμοποιείται μόνον ως χρονικός προσδιορισμός και καθόλου δεν έχει αξιολογικό περιεχόμενο.
[9] Ο σημαντικότερος εκφραστής του κοσμοπολιτισμού ως διεθνούς πολιτικής και ηθικής φιλοσοφίας είναι ο Καντ. Στο έργο του, Για την Αιώνια  Ειρήνη, Αλεξάνδρεια 1992,  ο Γερμανός φιλόσοφος και στοχαστής επιχειρεί να διατυπώσει μια ηθική διεθνή θεωρία γύρο από το βασικό , κυρίαρχο και ζωτικό ζήτημα του πολέμου. Μέσα από τη φιλοσοφική του θεώρηση και τη λογική ενός κώδικα συμπεριφοράς καταλήγει ότι υπάρχει ανάγκη δημιουργίας έννομων σχέσεων μεταξύ κυρίαρχων κρατών. Η πρότασή του συνίσταται στην ανάγκη ύπαρξης ενός «κοσμοπολιτικού δικαίου» (ius cosmopoliticum) ως μια νέα κατηγορία δικαίου ( παράλληλα και πέρα από το συνταγματικό  και το διεθνές δίκαιο)  με βάση το οποίο οι λαοί και τα έχοντα συνταγματική τάξη κράτη να αναδείξουν το σύστημα της «κοσμοπολιτικής δικαιοσύνης». Θα πρέπει να σημειωθεί ότι αυτό που επιδιώκει ο Καντ δεν είναι η δημιουργία ενός «παγκόσμιου – οικουμενικού – δημοκρατικού  κράτους» αλλά το κτίσιμο ενός διεθνοδικαϊκού πλαισίου εντός του οποίου τα κράτη θα συμπεριφέρονται ηθικά, δεδομένου ότι η ηθική συμπεριφορά είναι απόρροια της υιοθέτησης ηθικών αρχών. Φυσικά οι πρώτοι που υποστήριξαν τον κοσμοπολιτισμό ήταν οι αρχαίοι στωικοί φιλόσοφοι . Ένας από τους πρώτους γνωστούς «κοσμοπολίτες» ήταν (ο ρωμαίος αυτοκράτορας) Μάρκος Αυρήλιος, Τα Εις Εαυτόν , Δαίδαλος , Αθήνα ,, ο οποίος πίστευε ότι ο Κόσμος μοιάζει με μια μεγάλη πόλη-κράτος , μια κοινότητα στην οποία όλοι οι άνθρωποι συνδέονται μεταξύ τους με βάση την ισότητα.
[10] Κύριος εκπρόσωπος, στην εποχή μας, αυτής της αντίληψης σε φιλοσοφικό επίπεδο είναι ο J. Habermas .  Για μια καταλυτική κριτική αυτής της αντίληψης δες: Π. Κονδύλης,, Από τον 20ο στον 21ο αιώνα . Θεμέλιο 1998 . . Α. Μεταξόπουλος, Αυτοσυντήρηση, Πόλεμος και Πολιτική. Α Α.Λιβάνης 2005. Κεφάλαιο ΙΙ. Επίσης :Β’ Μέρος, Κεφ.2-3. C. Preve, Καιροί Αναζήτησης.  Στάχυ 1998.
[11] Η πολυμερής συνεργασία ισοδυνάμων δυνάμεων φαντάζει ως το ιδανικό σκηνικό μιας τέτοιας αντίληψης. Η ιστορική πραγματικότητα και στο σημείο αυτό παραβλέπεται και δεν λαμβάνεται υπόψη.
[12] Για την αντίληψη αυτή δες :C.Schmitt, Η Έννοια του Πολιτικού. Κριτική 1988. Π. Κονδύλης, Ισχύς και Απόφαση. Στιγμή 1991. Α. Μεταξόπουλος, Αυτοσυντήρηση, Πόλεμος και Πολιτική. ΑΑ.Λιβάνης 2005.
[13] Οι οπαδοί της θεωρίας για τη δημοκρατική ειρήνη εξακολουθούν να υποστηρίζουν ότι είναι εξαιρετικά δύσκολο στο επίπεδο των εθνικών κρατών να κινητοποιηθεί ο λαϊκός παράγοντας υπέρ οποιασδήποτε πολεμικής λύσης. Αυτό ισχύει ακόμα περισσότερο για τις ευρωπαϊκές «μεταεθνικές» κοινωνίες, που εμφανίζουν αποδυνάμωση της εθνικής τους ταυτότητας αλλά και ιδιαίτερη ευαισθησία στις αντιδράσεις της παγκόσμιας κοινής γνώμης.
[14] Ο τρόπος λήψης των αποφάσεων  μετά την επικύρωση της Συνθήκης της Λισσαβόνας και από ομόφωνος  έγινε  πλειοψηφικός. Διατηρείται η ομοφωνία μόνο στην περίπτωση περαιτέρω διεύρυνσης και  εισδοχής νέων μελών. Όμως σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να συγχέουμε την ομοφωνία με τη συναίνεση. Η τελευταία μπορεί να επιτευχθεί άνετα μέσω της ισχύος του δυνατότερου και με την κατασκευή τυπικής ομοφωνίας. 
[15] Στην Ελλάδα είμαστε μάρτυρες ενός τέτοιου γεγονότος πρόσφατα  με το βιβλίο ιστορίας της ΣΤ’ Δημοτικού.
[16] Στην πραγματικότητα πρόκειται για ψευδαίσθηση, στο βαθμό που εθνικές διαφοροποιήσεις στα κράτη-μέλη εξακολουθούν να υπάρχουν (π.χ. Βάσκοι, Ιρλανδοί κ.λπ.), ενώ δεν υφίσταται κανένας μηχανισμός που να μπορέσει να αποτρέψει αυτές τις αντιθέσεις από το να γίνουν ανταγωνιστικές. Πολύ περισσότερο, η κατάσταση στα Βαλκάνια και στην Ανατολική Μεσόγειο παραμένει τεταμένη, εφόσον τα εθνικά προβλήματα μεταξύ των κρατών δεν μπορούν να διευθετηθούν.

[17] Σκεφτείτε μόνο πως λειτουργούν εκείνα τα πολιτικά κόμματα τα οποία μάλιστα επιζητούν να επιβάλλουν την δημοκρατική λειτουργία  στην κοινωνία και κόπτονται για τη δημοκρατική λειτουργία του πολιτεύματος.