Παρασκευή, 30 Αυγούστου 2013

Χειροτερεύει η οικονομική προοπτική της Τουρκικής οικονομίας.



Η απόφαση της ΚΤ της Τουρκίας να ασκήσει νομισματική πολιτική υποστήριξης της τουρκικής λίρας χωρίς την χρησιμοποίηση του επιτοκίου (αύξηση) ως μέσου,   αλλά μόνο με την παρέμβαση στην αγορά συναλλάγματος (πωλήσεις συναλλάγματος) έχει δημιουργήσει πολλές αμφιβολίες ως προς την αποτελεσματικότητά της. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της ΚΤ πρόκειται για μια παροδική – συγκυριακή διακύμανση των διεθνών χρηματοπιστωτικών αγορών και η παρατηρούμενη  εκροή κεφαλαίων πολύ σύντομα θα εξασθενίσει. Αν όμως οι εκτιμήσεις της ΚΤ αποδειχτούν λανθασμένες και πρόκειται για μια μονιμότερη κατάσταση τότε είναι βέβαιον ότι θα εξαναγκαστεί να αλλάξει πολιτική έχοντας απολέσει μεγάλο τμήμα των συναλλαγματικών διαθεσίμων της χωρίς αποτέλεσμα. Η κατηγορηματική δήλωση του Διοικητή  Erdem Başçı ότι δεν πρόκειται να αυξήσει τα επιτόκια προκειμένου να εμποδίσει την διολίσθηση του τουρκικού νομίσματος δεν μπορεί παρά να σχετίζεται με τις πιέσεις τις οποίες δέχεται από την κυβέρνηση Ερντογάν  η οποία απεγνωσμένα προσπαθεί να διατηρήσει το ρυθμό μεγέθυνσης του ΑΕΠ πάνω από το 3,0% σε ετήσια βάση. Βεβαίως η ΚΤ αύξησε το επιτόκιο δανεισμού overnight κατά 50 σημεία βάσης (από 7,25% σε 7,75%)  στη συνεδρίαση τις 23 Αυγούστου αλλά όπως τόνισε ο Διοικητής Erdem Başçı αυτή ήταν η τελευταία φορά.
Με τον τρόπο αυτό η νομισματική πολιτική έγινε περισσότερο στενή ως προς τη διαχείριση της ρευστότητας. Παράλληλα όμως δεν άλλαξε το ύψος του επιτοκίου (4,5%) του βασικού νομισματικού εργαλείου , του εβδομαδιαίου
repo, επιχειρώντας να δημιουργήσει μια  μικτή προσέγγιση στη  νομισματική πολιτική αμφιβόλου επιτυχίας.
Ο μεγάλος κίνδυνος της ακολουθούμενης νομισματικής πολιτικής από την ΚΤ της Τουρκίας συνίσταται , εκτός της πιθανής αναποτελεσματικότητας  όπως αναφερθήκαμε προηγουμένως , στην απώλεια συναλλάγματος το ύψος του οποίου χρησιμοποιούταν για την κάλυψη του υψηλού βραχυπρόθεσμου εξωτερικού δανεισμού της χώρας, ο οποίος τον Ιούνιο του 2013 ανερχόταν σε 125,7 δις δολάρια ΗΠΑ. Τα συναλλαγματικά διαθέσιμα  την ίδια περίοδο ανερχόταν σε 137,5 δις δολάρια ΗΠΑ. Βεβαίως όλα θα κριθούν στους προσεχείς μήνες όταν θα γνωρίζουμε αν η συγκεκριμένη κατάσταση ήταν συγκυριακή ή περισσότερο μόνιμη. Η δικιά μας εκτίμηση είναι ότι οι εκροές κεφαλαίων θα επαναλαμβάνονται περίπου κάθε δύο μήνες για το προσεχές έτος και στο ενδιάμεσο διάστημα θα υπάρχει ηρεμία.


Εκτός όμως από τα σχετιζόμενα προβλήματα με την τουρκική λίρα και τις εκροές κεφαλαίων , η Τουρκική οικονομία αντιμετωπίζει δυσμενείς εξελίξεις και στο εμπορικό ισοζύγιο , το οποίο τον Ιούλιο 2013  χειροτέρευσε κατά 22,5% . Οι εξαγωγές αυξήθηκαν κατά 2,2% ενώ οι εισαγωγές κατά 10% (Πίνακας 1).
                                                                 Πίνακας 1
                                                   Εξωτερικό Εμπόριο Ιούλιος 2012-13


 Το εμπορικό έλλειμμα το επτάμηνο Ιανουαρίου – Ιουλίου 2013 (Πίνακας 2) αυξήθηκε κατά 18,3%  έναντι του αντίστοιχου διαστήματος του 2012. Σε απόλυτα νούμερα από -51,102 δις δολάρια  ανήλθε σε -60,463 δις δολάρια.
                                                                    Πίνακας 2
                                     Εξωτερικό εμπόριο Ιανουάριος –Ιούλιος 2012-2013.



Επίσης ο πληθωρισμός τον Ιούλιο 2013 βρίσκεται στο 8,8% αλλά ο πληθωρισμός των τροφίμων έχει ανέβει στο 12,72% σύμφωνα με τα στοιχεία της ΚΤ της Τουρκίας.


Πέμπτη, 29 Αυγούστου 2013

Τι συμβαίνει στις αναδυόμενες αγορές;


Μετά από μια δεκαετία «παθιασμένου έρωτα», οι χρηματοπιστωτικές αγορές και οι φορείς τους (κάθε λογής funds) αποφάσισαν ξαφνικά να γυρίσουν την πλάτη στις αναδυόμενες οικονομίες. Έτσι σειρά από χώρες όπως : Ινδία, Βραζιλία, Ινδονησία, Τουρκία, Μαλαισία  κατ’ αρχάς  και δευτερεύοντος χώρες όπως Κίνα, Ρωσία , Πολωνία και Ουγγαρία  είδαν τους ρυθμούς μεγέθυνσης των οικονομιών τους να μειώνεται απότομα , οι αξίες των νομισμάτων τους να διολισθαίνουν σημαντικά  σε σχέση με το δολάριο , τα ισοζύγια τρεχουσών συναλλαγών να χειροτερεύουν δραστικά και αυξάνεται κατακόρυφα το κόστος δανεισμού. Παραθέτουμε ορισμένα στοιχεία που αφορούν στην υποτίμηση των νομισμάτων και στο κόστος δανεισμού.
Ινδία : η απόδοση των δεκαετών κυβερνητικών ομολόγων τις τελευταίες 30 ημέρες ανέβηκε κατά 0,7 %. Η ρουπία από 1. 1. 2013 μέχρι 29..8.2013  υποτιμήθηκε κατά 23,0% σε σχέση με το δολάριο.
Βραζιλία: η απόδοση  των δεκαετών κυβερνητικών ομολόγων τις τελευταίες 30 ημέρες ανέβηκε κατά 0,77%.  Το ρεάλ υποτιμήθηκε κατά 2,5% τις τελευταίες ημέρες και από την 1.1.2013 κατά 13,3%  σε σχέση με το δολάριο  .
Ινδονησία: η απόδοση των δεκαετών κυβερνητικών ομολόγων τις τελευταίες 30 ημέρες ανέβηκε κατά 0,80%. Η ινδονησιακή ρουπία υποτιμήθηκε τις τελευταίες 30 ημέρες κατά 6,44%  και από την 1.1.2013  κατά 13,3 % σε σχέση με το δολάριο .
Τουρκία : : η απόδοση των δεκαετών κυβερνητικών ομολόγων τις τελευταίες 30 ημέρες ανέβηκε κατά 1,04%. Η τουρκική λίρα  υποτιμήθηκε τις τελευταίες 30 ημέρες κατά 6,03%  και από την 1.1.2013  κατά 15,0 % σε σχέση με το δολάριο .
Θα πρέπει να ειπωθεί με εμφατικό τρόπο ότι δεν μπορούμε να συμπεριλάβουμε όλες αυτές τις χώρες στην ίδια ομάδα ως προς τα ειδικά οικονομικά τους χαρακτηριστικά . Όμως όλες είναι υποκείμενες – στην άνοδο και στην πτώση- στις ροές των διεθνών «επενδυτικών» κεφαλαίων.
Σε αυτά του είδους τα οικονομικά υποδείγματα  πυλώνας ανάπτυξης είναι η συνεχής εισροή πόρων από το εξωτερικό κυρίως με τη μορφή ΑΞΕ και Επενδύσεων Χαρτοφυλακίου οι οποίες στηρίζουν και την τρομακτική πιστωτική επέκταση του τραπεζικού συστήματος. Κατ’ αρχάς ικανή και αναγκαία συνθήκη για να μπορεί να συμβαίνει αυτό , αποτελεί το  διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα  να «επιβάλλει» την συγκεκριμένη επιλογή , κάτι που εξαρτάται πρωτίστως από τη «διαθεσιμότητα πόρων» και δευτερευόντως από την κατάσταση του «περιβάλλοντος της προσφοράς» των διαφόρων χωρών.
 Η «διαθεσιμότητα πόρων» συναρτάται πρωτίστως από την υψηλότερη διαφορική απόδοση που προσφέρουν οι αναδυόμενες οικονομίες  σε σχέση με τις αναπτυγμένες  , κάτι το οποίο συνδέεται με τα προβλήματα που παρουσιάζουν οι αγορές χρέους  αλλά και τα γενικότερα προβλήματα του τραπεζικού τους τομέα. Παράλληλα η «διαθεσιμότητα χρηματοπιστωτικών πόρων» σε παγκόσμιο επίπεδο  εξαρτάται κατά κύριο λόγο από την ασκούμενη νομισματική πολιτική της αμερικανικής Fed ως κατόχου του παγκοσμίου νομίσματος , του δολαρίου. Η έντονα διευκολυντική – επεκτατική νομισματική την οποία ακολούθησε η ομοσπονδιακή τράπεζα των ΗΠΑ, ολόκληρη την τελευταία δεκαετία  επέτρεψε την αύξηση της ποσότητας των δολαρίων , την μείωση των δολαριακών αποδόσεων και την σχετική μείωση της αξίας του αμερικανικού νομίσματος  .
Όμως  η κατανομή των συγκεκριμένων πόρων  στις οικονομικές περιφέρειες,  γίνεται από το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα . Η απόλυτη ελευθερία στην κίνηση κεφαλαίων, πάσης φύσεως, έχει συμβάλλει σε αυτήν την τρομακτική εξάπλωση του  όγκου των κεφαλαίων προς στις αναδυόμενες αγορές . Υπολογίζονται περίπου σε 9 τρις δολάρια τα ομόλογα των αναδυομένων αγορών τα οποία τώρα εκποιούνται.
Ο βασικός παράγοντας κινδύνου όλων αυτών των χρηματοπιστωτικών τοποθετήσεων είναι η πιθανή υποτίμηση του εγχωρίου νομίσματος έναντι του δολαρίου. Από τη στιγμή κατά την οποία η FED ανακοίνωσε την πρόθεσή της να περιορίσει δραστικά την νομισματική πολιτική της «ποσοτικής  διευκόλυνσης» η ανατίμηση του δολαρίου προεξοφλείται  από τις χρηματοπιστωτικές αγορές με αποτέλεσμα τα κεφάλαια τα οποία είναι τοποθετημένα σε χρηματοπιστωτικά εργαλεία των αναδυομένων χωρών (κυρίως ομόλογα) σε εγχώριο νόμισμα εγκαταλείπουν τις συγκεκριμένες χώρες πωλώντας τα χρηματοπιστωτικά εργαλεία που κατείχαν. Αυτό αυξάνει την προσφορά εγχωρίου νομίσματος μειώνοντας την αξία του έναντι του δολαρίου του οποίου η ζήτηση αυξάνει και συνεπώς και η αξία του σε σχέση με τα εγχώρια νομίσματα.
Η διαφαινόμενη κρίση των αναδυομένων οικονομιών ακολουθεί την κρίση χρέους της ΕΕ , την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, την κρίση των εταιρειών e-com του 2000, τις συναλλαγματικές κρίσεις της Ρωσίας (1998) , των χωρών της ΝΑ. Ασίας , τις κρίσεις χρέους του Μεξικού (1994) κτλ[1]. Όπως απορρέει από τα πραγματολογικά στοιχεία βρισκόμαστε αντιμέτωποι με αλλεπάλληλες κρίσεις , η οποίες εκδηλώνονται όλο και πιο σύντομα η μια από την άλλη και με μεγαλύτερη ένταση.



[1] Για όλα αυτά δες: Κ.Μελάς , Οι Σύγχρονες Κρίσεις του Παγκόσμιου Χρηματοπιστωτικού Συστήματος (1974-2008). Εκδόσεις ΑΑ.Λιβάνη Νοέμβριος 2011

Τετάρτη, 28 Αυγούστου 2013

Η τουρκική οικονομία διολισθαίνει συνεχώς σε κατώτερο σημείο ισορροπίας.



Όπως είχα εκτιμήσει[1], με σχεδόν απόλυτη ακρίβεια, τελειώνει ο ενάρετος κύκλος της τουρκικής οικονομίας . Η οικονομία προσγειώνεται σε πολύ χαμηλότερο σημείο ισορροπίας , αρχίζουν να εμφανίζονται σιγά -σιγά τα εγγενή προβλήματα του αναπτυξιακού  υποδείγματος που έχει υιοθετήσει , και κυρίως σηματοδοτεί την απαρχή κοινωνικών διεργασιών και πιθανών πολιτικών εξελίξεων.
 Η τουρκική λίρα συνεχίζει να διολισθαίνει έναντι του αμερικανικού δολαρίου , υπερβαίνοντας τις δύο λίρες ανά δολάριο στις 27 Αυγούστου παρά τις μεγάλες πωλήσεις συναλλάγματος στις οποίες προβαίνει συνεχώς η Κεντρική Τράπεζα της χώρας προκειμένου να συγκρατήσει την πτώση του νομίσματος. Συγκεκριμένα η αξία του τουρκικού νομίσματος άγγιξε το χαμηλότερο σημείο της , 2,0385 λίρες , έναντι του αμερικανικού νομίσματος παρά το ότι η ΚΤ πώλησε 350 εκατομμύρια δολάρια , την ίδια ημέρα, για την υπεράσπιση του εγχωρίου νομίσματος. Συγχρόνως ο γενικός δείκτης του Χρηματιστηρίου της Κωνσταντινούπολης παρουσίασε μείωση περίπου 6,0% την προηγούμενη εβδομάδα.
Παράλληλα η απόδοση των δεκαετών ομολόγων του τουρκικού κράτους ξεπέρασε το 10,58% την ίδια περίοδο. Σύμφωνα με τον διοικητή της ΚΤ , Erdem Başçı, δεν πρέπει να υπάρξει ανησυχία στις αγορές διότι η ΚΤ  μπορεί να διαθέσει περίπου 40 δις δολάρια από τα  συναλλαγματικά αποθέματα της  για την υποστήριξή της. Θα πρέπει πάντως να υπενθυμίσουμε ότι από την αρχή της κρίσης , περίπου το τρίτο δεκαήμερο του Μαΐου η ΚΤ έχει προβεί σε πωλήσεις πάνω από 8 δις δολάρια από τα συναλλαγματικά αποθέματα της χώρας για να περιορίσει τις απώλειες του εγχωρίου νομίσματος. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΚΤ της Τουρκίας τα συναλλαγματικά αποθέματα της χώρας ανέρχονται σε 137,4 δις δολάρια τον Ιούνιο του 2013. Η συνεχής  διολίσθηση του τουρκικού νομίσματος και οι αρνητικές συνέπειες που αυτό συνεπάγεται (αύξηση του εισαγόμενου πληθωρισμού, μείωση των τιμών των στοιχείων του ενεργητικού και δημιουργία καθοδικού φαύλου κύκλου) οδήγησε την ΚΤ σε αύξηση του overnight επιτοκίου από 7,25% στο 7,75% και δε δηλώσεις από τη μεριά του Διοικητή της τράπεζας ότι δεν πρόκειται να αυξηθεί περαιτέρω. Μάλιστα καθόρισε ότι ο διάδρομος εντός του οποίου θα κινηθεί το συγκεκριμένο επιτόκιο θα βρίσκεται μεταξύ 6,75% και 7,75%. Οι δηλώσεις αυτές ακούγονται αρκετά αισιόδοξες και χωρίς επαρκή στήριξη δεδομένου ότι οι μελλοντικές εξελίξεις είναι αρκετά αβέβαιες και προπαντός δεν εξαρτώνται από τη βούληση της τουρκικής κεντρικής τράπεζας. Όμως η αύξηση του overnight επιτοκίου της ΚΤ, στο πλαίσιο της περιοριστικής  νέας  νομισματικής  πολιτικής, έχει αρνητικές επιδράσεις στη μεγέθυνση της οικονομίας (ΑΕΠ) κάτι που αντιμετωπίζεται με έντονα κριτικό τρόπο από τον πρωθυπουργό Ερντογάν.  Οι προβλέψεις για μεγέθυνση του ΑΕΠ στο 4,0% για το 2013 φαίνεται ότι αποτελούν απλές υποθέσεις. Σύμφωνα με τις νέες εκτιμήσεις η μεγέθυνση του ΑΕΠ θα περιοριστεί κάτω από το 3,0%. Βεβαίως με τα σημερινά δεδομένα τα οποία είναι υποκείμενα  σε ραγδαίες αλλαγές και κανένας δεν γνωρίζει πως θα εξελιχθούν. Όπως γίνεται εύκολα κατανοητό , όλες αυτές οι δυσμενείς οικονομικές εξελίξεις   δημιουργούν έστω και υποδορίως , κοινωνικές διεργασίες οι οποίες πιθανά να αναζητήσουν πολιτικές διεξόδους . Η συντηρητική στροφή που επιχειρεί ο Ερντογάν έχει γίνει πλέον εμφανείς και δεν θα έπαιρνε κανείς όρκο ότι δεν έχει σχέση με τις διαδραματιζόμενες οικονομικές εξελίξεις στην γειτονική χώρα.    



[1] Κ. Μελάς , Ακτινογραφώντας την Τουρκική Οικονομία, στο Σ. Λυγερός – Κ. Μελάς , Μετά τον Ερντογάν τι; Εκδόσεις Πατάκη Απρίλιος 2013

Τρίτη, 27 Αυγούστου 2013

Η αύξηση της αξίας της εγχώριας παραγωγής πρωταρχικό ζητούμενο.



Υπάρχουν διατυπώσεις , σε οικονομικές αναλύσεις, οι οποίες φαντάζουν μεγαλειώδεις  ενώ κολυμπούν μέσα στην ασάφειά τους. Ενώ υποτίθεται ότι εκφράζουν βαθυστόχαστες σκέψεις τελικά μετά από την πρώτη ματιά δείχνουν ότι είναι κενές νοήματος. Δείτε :  «Η αύξηση των εισοδημάτων θα γίνεται από εδώ και πέρα από την αύξηση της αξίας της εγχώριας παραγωγής και όχι από τον ξένο δανεισμό».
Με το διάβασμα της παραπάνω απόφανσης γεννιέται το εξής ερώτημα: και η αύξηση της αξίας της εγχώριας παραγωγής πως θα γίνει; Και τι σημαίνει χωρίς ξένο δανεισμό; 
Ας διερευνήσουμε συστηματικά τις πιθανές απαντήσεις . Η αξία της εγχώριας παραγωγής μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσω επενδύσεων. Αυτό είναι νομίζω αποδεκτό από όλους. Οι επενδυτικοί πόροι  μπορούν να  προέλθουν από τα συσσωρευμένα κέρδη  των προηγουμένων χωρών ή από τραπεζικό δανεισμό . Άρα ο τραπεζικός δανεισμός αποτελεί  απαραίτητη  προϋπόθεση για την αύξηση της παραγωγής. Αν παράλληλα υπάρχουν εισροές πόρων από το εξωτερικό (με τη μορφή των ΑΞΕ) οι οποίοι κατευθύνονται  σε επενδύσεις στην παραγωγή , πάλι για δανεισμό πρόκειται δεδομένου ότι αποτελούν υποχρεώσεις της εγχώριας οικονομίας προς το εξωτερικό. Άρα ο δανεισμός για επενδύσεις αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της διαδικασίας αύξησης της αξίας της εγχώριας παραγωγής.
Καμία επιχείρηση αλλά και κανένα κράτος (παρά τις υπάρχουσες και εμφανείς διαφορές) δεν μπορεί να λειτουργήσουν χωρίς  δανεισμό κυρίως για τις επενδυτικές τους δαπάνες.
Το δεύτερο σημείο το οποίο χρειάζεται να αναδείξουμε σε σχέση με την ελληνική περίπτωση είναι ότι οι επενδύσεις δεν μπορούν να προέλθουν από τη συσσώρευση του πλεονάσματος της ελληνικής οικονομίας δεδομένου ότι τα πρωτογενή πλεονάσματα τα οποία σύμφωνα με το πρόγραμμα της δημοσιονομικής προσαρμογής θα πρέπει να παραχθούν , συνολικού ύψους 17,5 δις ευρώ ,για τα έτη 2014-2016, τα οποία θα οδηγηθούν στην αποπληρωμή του χρέους. Παράλληλα οι δημόσιες επενδύσεις οι οποίες πάντοτε με το πρόγραμμα υπολογίζονται να ανέλθουν την ίδια περίοδο ,2014-2016, σε  19,6 δις ευρώ κανείς δεν γνωρίζει αν θα πραγματοποιηθούν ή θα έχουν την τύχη των  αντίστοιχων δημοσίων επενδύσεων της περιόδου 2010-2012. 

Τώρα ας προσεγγίσουμε τον τρόπο που λαμβάνονται οι επενδυτικές αποφάσεις.
Σύμφωνα λοιπόν με όσα υποστηρίζουμε , τα οικονομικά υποκείμενα κινούνται σ΄ ένα περιβάλλον οικονομικής αναρχίας και δεν καταφέρνουν ποτέ να βρουν τον άριστο συγχρονισμό ex ante και ex post   στην αγορά, δεδομένου ότι ο κοινός παρανομαστής των οικονομικών αποφάσεων δεν είναι η ορθολογικότητα αλλά η αβεβαιότητα.
Παράλληλα, εάν υπάρξει ένας συγχρονισμός στην αγορά, αυτός δεν είναι του τύπου που υποθέτει ο βαλρασιανός εκπλειστηριαστής, αλλά ένας τύπος που τιμωρεί τα λάθη εκτίμησης που έχουν λάβει χώρα σε όρους τιμών και ποσοτήτων.
Σ’ αυτό το πλαίσιο αναδεικνύεται η αντίληψη για ριζική διαφοροποίηση του τρόπου ανάληψης των αποφάσεων επενδύσεων και αποταμιεύσεων καθώς και ο ρόλος του χρήματος, το οποίο ενσωματώνει ένα στοιχείο αβεβαιότητας υπερβαίνοντας τη νεοκλασική άποψη περί απλού λιπαντικού, σα μέσο σύνδεσης του παρόντος με το μέλλον.
Σύμφωνα με αυτή την αντίληψη , η ανάπτυξη του εισοδήματος ανάγεται στις αποφάσεις της επένδυσης, δηλαδή στη συμπεριφορά μιας συγκεκριμένης κοινωνικής ομάδας, των επιχειρηματιών.
Η γραμμή που οδηγεί τις σκέψεις τους δεν είναι ο ορθολογισμός της μεγιστοποίησης του κέρδους μέσα σ’ ένα πλαίσιο βεβαιότητας, αλλά η τάση μεγιστοποίησης του κέρδους εντός του πλαισίου ελλιπών πληροφοριών και μεταβαλλόμενων προσδοκιών.
Το επίπεδο της ενεργούς ζήτησης αντιπροσωπεύει ένα σημείο προσανατολισμού, ενώ συγχρόνως αποτελεί ένα παράγοντα κέρδους, αλλά εξαρτάται και αυτό από τις αποφάσεις των επιχειρήσεων. Οι επιχειρηματίες προσδιορίζουν, ανεξάρτητα από τις επενδύσεις στις οποίες βρίσκεται η ρευστότητα, τον όγκο των επενδύσεων, προσανατολισμένοι σ’ αυτό από τις προσδοκίες του κέρδους.
Κύριος στόχος είναι να επιτύχουν από την παραγωγική διαδικασία ένα σύνολο κερδών που να αποπληρώνει τις πραγματοποιημένες επενδύσεις.
Οι επενδύσεις, διαμέσου του πολλαπλασιαστή, προσδιορίζουν το εισόδημα και το συνολικό όγκο της παραγωγής και της απασχόλησης.
Κύριος παράγοντας των οικονομικών αποφάσεων θεωρείται ο επιχειρηματίας. Η αυθόρμητη τάση προς την πλήρη απασχόληση στο πλαίσιο αυτό δεν γίνεται αποδεκτή, μια και η πραγματική παραγωγή και η απασχόληση εξαρτώνται από τις επιχειρηματικές αποφάσεις σχετικά με τις επενδύσεις.
Οι μεταβολές της προτίμησης ρευστότητας, με σταθερή την ποσότητα χρήματος, επηρεάζουν το επιτόκιο, δηλαδή την τιμή που πρέπει να καταβληθεί έτσι ώστε τα υποκείμενα να προσφέρουν ρευστότητα. Το επιτόκιο, συνδυαζόμενο με τις προβλέψεις των πωλήσεων και τη γενική κατάσταση των προσδοκιών, θα επιδράσει στις επενδυτικές αποφάσεις και συνεπώς στο επίπεδο της οικονομίας.
Με τον τρόπο αυτό,  η συνολική προσφορά της οικονομίας είναι συνάρτηση και των νομισματικών μεταβλητών.
Το ίδιο ισχύει για τη συνολική ζήτηση και ιδιαίτερα για το μέρος που αποτελείται από την επενδυτική ζήτηση. Η καταναλωτική ζήτηση, που είναι συνάρτηση του εισοδήματος, εξαρτάται από τους παράγοντες που προσδιορίζουν το εισόδημα.
Επομένως, η περιγραφή του τρόπου που λειτουργεί η οικονομία η οποία  είναι παντελώς διαφορετική από το αντίστοιχο νεοκλασικό υπόδειγμα. Δηλαδή το υπόδειγμα που υιοθετεί η τρόικα αλλά και η ελληνική κυβέρνηση. Σύμφωνα με το οποίο φτάνει να προσαρμόσουμε την ελληνική οικονομία, από την μεριά της προσφοράς ,  στο επίπεδο εξάλειψης των δημοσιονομικών και εξωτερικών ελλειμμάτων και να περιμένουμε …. τους πελάτες – επενδυτές . Και αν αυτοί δεν έλθουν; Τι θα γίνει η  Ελλάς; Θα κλείσει ως κατάστημα;