Τρίτη, 9 Ιουλίου 2013

Νέοι ρυθμιστικοί κανονισμοί στη λειτουργία της διατραπεζικής αγοράς συναλλάγματος στην Κίνα σε μια προσπάθεια περιορισμού των επιπτώσεων από τις αθρόες εισροές βραχυπρόθεσμων κεφαλαίων



Είναι γνωστό ότι τα συναλλαγματικά διαθέσιμα της Κίνας είναι ένα από τα πλέον παρατηρούμενα οικονομικά μεγέθη στον κόσμο. Τούτο διότι η οποιαδήποτε αλλαγή η οποία παρατηρείται στα συναλλαγματικά αποθέματα προκαλεί μεγάλες επιδράσεις στις παγκόσμιες χρηματοπιστωτικές αγορές.
Ένας ακόμη λόγος είναι ότι η συσσώρευση συναλλαγματικών διαθεσίμων συνδέεται στενά με τη μεγέθυνση των αποταμιεύσεων του κινεζικού τραπεζικού συστήματος. Αυτή η σύνδεση της μεγέθυνσης των αποταμιεύσεων με τη συσσώρευση συναλλαγματικών διαθεσίμων πραγματοποιείται υπό το καθεστώς που διέπει τον καθορισμό της συναλλαγματικής ισοτιμίας του κινέζικου νομίσματος.
Η αγκίστρωση της κινέζικης συναλλαγματικής ισοτιμίας , πρωταρχικά ως προς το αμερικανικό νόμισμα, επιτυγχάνεται μέσω μιας σειράς κανονισμών που διέπουν τη λειτουργία των  επιχειρήσεων  και του  τραπεζικού συστήματος καθώς και από τον κεντρικό έλεγχο της αγοράς συναλλάγματος ,μέσω  των παρεμβάσεων της State Administration of Foreign Exchange (SAFE), αλλά και της Κεντρικής Τράπεζας της Κίνας [ Peoples Bank of China (PBoC)].
Σύμφωνα  με τους υπάρχοντες κανονισμούς οι κινέζικες επιχειρήσεις επιτρέπεται να καταθέτουν το συνάλλαγμα το οποίο κέρδισαν από το εξωτερικό εμπόριο και να προβαίνουν σε επενδύσεις (πράξεις) μέσω συγκεκριμένων – καθορισμένων τραπεζών διαχείρισης συναλλάγματος. Εκτός από δύο βραχείες εξαιρέσεις η σταθερή ανατίμηση του γουάν (renminbi) τα τελευταία χρόνια δημιούργησε πλεονέκτημα στις επιχειρήσεις δίνοντάς τους τη δυνατότητα να μετατρέπουν τα υπερβάλλοντα  συναλλαγματικά  αποθέματα  τους σε renminbi. Ένα ανατιμημένο renminbi αγοράζει περισσότερα δολάρια κατά τη μετατροπή επιφέροντας μεγαλύτερη κερδοφορία.
Κάθε τράπεζα διαχείρισης συναλλάγματος έχει ένα όριο διαχείρισης του συναλλάγματος εγκεκριμένο από State Administration of Foreign Exchange (SAFE), με βάση το μέγεθος  της αλλά και τα θεμελιώδη μεγέθη της.  Μετά την έγκριση οι συγκεκριμένες τράπεζες προβαίνουν στη μετατροπή συναλλάγματος σε renminbi για τους πελάτες τους. Τα υπερβάλλοντα ποσά σε ξένο νόμισμα τα πωλούν στην διατραπεζική αγορά συναλλάγματος.
Οι τράπεζες οι οποίες έχουν ανάγκη συναλλάγματος μπορούν να αγοράσουν τα πλεονάζοντα ποσά από τις άλλες τράπεζες μέσω της διατραπεζικής αγοράς. Όλες οι διαπραγματεύσεις γίνονται μέσω του China Foreign Exchange Trading System (CFETS), μιας ηλεκτρονικής διατραπεζικής πλατφόρμας της οποίας ο κανονισμός λειτουργίας ρυθμίζεται από την Κεντρική Τράπεζα της Κίνας [ Peoples Bank of China (PBoC)].
Τις περισσότερες φορές , η προσφορά από τις πλεονασματικές (σε συνάλλαγμα) τράπεζες υπερβαίνει τη ζήτηση από τις ελλειμματικές. Αυτό οφείλεται στο ότι το κινέζικο νόμισμα διατηρείται ,με διοικητικό τρόπο, υποτιμημένο γεγονός που οδηγεί σε διαρκή εξωτερικά πλεονάσματα και σε εισροή κεφαλαίων. Η λύση αυτής της εμμενούς ανισορροπίας δίνεται από την παρέμβαση της PBoC η οποία αγοράζει το πλεονάζον συνάλλαγμα. Τα δολάρια που αγοράζονται με αυτόν τον τρόπο οδηγούν σε αύξηση των συναλλαγματικών διαθεσίμων. Η αυξανόμενη απόκλιση μεταξύ της καθαρής συναλλαγματικής θέσης και της μεγέθυνσης των συναλλαγματικών διαθεσίμων έχει ως αποτέλεσμα την ανατίμηση του κινεζικού νομίσματος
Όταν η PBoC αγοράζει συνάλλαγμα από τις κινέζικες (ειδικές) τράπεζες αυξάνει την εγχώρια  συνιστώσα της νομισματικής βάσης της οικονομίας. Για να προφυλαχθεί από τις πληθωριστικές πιέσεις , η  PBoC , επεμβαίνει για να περιορίσει τις επιδράσεις της εξάπλωσης της νομισματικής βάσης στην προσφορά χρήματος μέσω  πράξεων ανοικτής αγοράς( έκδοση ομολόγων της PBoC) και αύξηση των υποχρεωτικών δεσμεύσεων. Προβαίνει δηλαδή σε στειροποίηση των αρχικών αποτελεσμάτων εξάπλωσης της νομισματικής βάσης. Αυτό δυσκολεύει την πιστωτική επέκταση των τραπεζών και συγχρόνως καλυτερεύει το λόγο δάνεια /καταθέσεις (επειδή παράλληλα με τη μείωση του ρυθμού επέκτασης των δανείων αυξάνονται και οι καταθέσεις). Με αυτό τον τρόπο οι τράπεζες βοηθιούνται να διατηρήσουν το λόγο δάνεια/καταθέσεις κάτω από το επιτρεπόμενο όριο του 75,0%. 
Με μια πρώτη ανάγνωση, ο σχετικά συντηρητικός λόγος 75,0% δανείων/καταθέσεων, οδηγεί στη σκέψη ότι οι τράπεζες διαθέτουν υψηλή ρευστότητα. Όμως το υψηλό ποσοστό υποχρεωτικών δεσμεύσεων , 20,0% για τις μεγάλες τράπεζες, καθώς και η οδηγία της PBoC για αγορά ομολόγων της κεντρικής τράπεζας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι μεγάλο μέρος των τραπεζικών πόρων οδηγούνται στην υποστήριξη της τρέχουσας κυβερνητικής πολιτικής. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα συχνά να παρατηρείται στενότητα ρευστότητας στο τραπεζικό σύστημα.
Για παράδειγμα οι στενότεροι κανονισμοί του SAFE στις εξαγωγικές συναλλαγματικές συνέβαλαν στη μείωση των εισροών συναλλάγματος και στην επακόλουθη μείωση του ρυθμού μεγέθυνσης των συναλλαγματικών διαθεσίμων το Μάιο του 2013. Το γεγονός αυτό μαζί με την απόφαση της PBoC να μην αυξήσει τη ρευστότητα στην οικονομία οδήγησε στην αύξηση των διατραπεζικών επιτοκίων δανεισμού .
Αυτό συνέβηκε  καθώς η Κίνα αισθάνθηκε την πίεση από τη μεγάλη εισροή βραχυπρόθεσμων κεφαλαίων . Το γεγονός αυτό την οδήγησε , μέσω του State Administration of Foreign Exchange (SAFE)  σε λήψη μέτρων για τον έλεγχο του «ζεστού χρήματος» και μείωσης των εξωτερικών κινδύνων.
Διάφοροι δείκτες φανερώνουν το μεγάλο μέγεθος των εισροών βραχυπρόθεσμων κεφαλαίων. Στο πρώτο τρίμηνο του 2013, οι κινέζικες τράπεζες απόκτησαν συνάλλαγμα ύψους –ρεκόρ 1,2 τρις renminbi (195 δις δολάρια) σχεδόν διπλάσια ποσότητα από τον  προηγούμενο χρόνο συνολικά. Την ίδια περίοδο τα συναλλαγματικά διαθέσιμα αυξήθηκαν κατά 128 δις δολάρια για να φθάσουν συνολικά στο ύψος ρεκόρ των 3,4 τρις δολαρίων. Ακόμη πρέπει να υπολογίσουμε το εμπορικό πλεόνασμα (43 δις δολάρια) και την εκροή 30 δις δολαρίων για ξένες επενδύσεις.
Οι συνέπειες της ανώμαλης εισροής κεφαλαίων στην Κίνα άρχισαν να εμφανίζονται ειδικά στην αγορά συναλλάγματος. Ανεξάρτητα το μειωμένο ρυθμό του ΑΕΠ , περίπου 7,7% ετησίως, το κινέζικο νόμισμα ανατιμήθηκε γρήγορα , αγγίζοντας την υψηλότερη κεντρική ισοτιμία 6,2082 έναντι του αμερικανικού νομίσματος στις αρχές του Μαΐου 2013.
Χωρίς αλλαγές στα θεμελιώδη μεγέθη της κινέζικης οικονομίας η ανατίμηση του renminbi πρέπει να αποδοθεί  στις υπερβολικές εισροές βραχυπρόθεσμων κεφαλαίων. Το υψηλότερο αντιπροσωπευτικό κινέζικο επιτόκιο σε σχέση με το αντίστοιχο αμερικάνικο αποτελεί κίνητρο για τους ιδιώτες αλλά και τις επιχειρήσεις να παρακρατούν το  renminbi ως στοιχείο ενεργητικού και το δολάριο ως στοιχείο του παθητικού. 
Οι νέοι ρυθμιστικοί κανονισμοί SAFE επιχειρούν να ανατρέψουν αυτή την τάση, θέτοντας για πρώτη φορά όρια στην καθαρή ανοικτή θέση  των κινέζικων τραπεζών , με το λόγο δανείων σε συνάλλαγμα /καταθέσεις να υπερβαίνει το 75,0% και για τις ξένες τράπεζες ο αντίστοιχος δείκτης να υπερβαίνει το 100,0%. Αυτό σημαίνει ότι ένας υψηλότερος λόγος  δανείων σε συνάλλαγμα /καταθέσεις, θα μειώσει τον αντίστοιχο λόγο σε εγχώριο νόμισμα και συνεπώς τις μακροπρόθεσμες θέσεις σε  renminbi.  Όμως , όπως όλα τα πράγματα στην οικονομία είναι αλληλοεξαρτώμενα, η πολιτική αυτή οδηγώντας τις τράπεζες να παρακρατήσουν περισσότερες καταθέσεις   σε συνάλλαγμα έναντι των χορηγήσεων τους , προκαλεί ανατίμηση της αξίας των δανείων σε συνάλλαγμα ,  αποτρέποντας τις επιχειρήσεις να χρησιμοποιούν τα δάνεια σε δολάρια για κερδοσκοπία  στο εγχώριο νόμισμα.
Όμως υπάρχουν και άλλα προβλήματα τα οποία αποτελούν απειλή για τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος της Κίνας και κατά συνέπεια και για το οικονομικό της σύστημα . Πρόκειται για την κατάσταση του σκιώδους τραπεζικού συστήματος το οποίο είναι βέβαιον ότι έχει εξαπλωθεί υπέρμετρα αλλά για τους δυτικούς αναλυτές αποτελεί terra incognita σχετικά με το ακριβές μέγεθός του. Παρόλα αυτά μπορούμε , με βάση τα υπάρχοντα στοιχεία και τις πληροφορίες σημειώνουμε τα παρακάτω:  
Το σκιώδες τραπεζικό σύστημα μπορεί να εξαπλωθεί μέσω δανείων τα οποία στηρίζονται σε καταπιστεύματα (τα οποία εξαπλώνονται μέσω εταιριών καταπιστευμάτων), ενδο -επιχειρησιακά δάνεια  τα οποία πρακτορεύουν τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα), γραμμάτια αποδοχής τραπέζης και εταιρικά ομόλογα. Το ύψος του χρηματικού ποσού που διακινήθηκε μέσω των συγκεκριμένων χρηματοπιστωτικών προϊόντων τον προηγούμενο έτος 2012 ανήλθε σε 5,9 τρις γουάν, εκ των οποίων τα 2,3 τρις γουάν ανήκαν στα εταιρικά ομόλογα.
Τα δάνεια αυτού του τύπου, τα οποία αυξήθηκαν κατά 400% τον προηγούμενο χρόνο, αποτελούν το σημαντικότερο παράγοντα της αύξησης του κινδύνου χώρας δεδομένου ότι εμπλέκονται οργανισμοί υψηλού ρίσκου όπως οι εταιρίες διαχείρισης ακίνητης περιουσίας και οι περιφερειακοί κυβερνητικοί οργανισμοί.  Το σύνολο σχεδόν των δανείων αυτού του τύπου έχουν την εγγύηση του κινεζικού κράτους . Συνεπώς αποτελούν σημαντικό κίνδυνο για το γενικότερο χρηματοπιστωτικό σύστημα σε περίπτωση  που υπάρξουν προβλήματα πτώχευσης ή αδυναμίας πληρωμών.    

Παράλληλα και οι εμπορικές τράπεζες παρουσιάζουν σημαντική αύξηση των δραστηριοτήτων «εκτός ισολογισμού»  οι οποίες δραστηριότητες προσομοιάζουν με τις δραστηριότητες του «σκιώδους τραπεζικού συστήματος». Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία την περίοδο 2011-2012 ο ι δραστηριότητες αυτού του είδους αυξήθηκαν κατά 1,1 τρις γουάν φθάνοντας συνολικά το ύψος των 3,6 τρις γουάν (περίπου το 23,0% της συνολικής τραπεζικής χρηματοδότησης) ενώ οι εντός ισολογισμών χορηγήσεις ανήλθαν μόνο σε 732 δις γουάν. Αυτή η κατάσταση του χρηματοπιστωτικού τομέα της Κίνας θυμίζει , υπό μιαν έννοια, την αρχική φάση απελευθέρωσης του δυτικού χρηματοπιστωτικού συστήματος κατά την οποία τα πράγματα οδηγήθηκαν στην αντίθετη ακριβώς κατάσταση όπου κυριαρχούσε μια παντελώς ασύδοτη αγορά.
Η έντονη πιστωτική επέκταση που ακολούθησε , όπως συμβαίνει σε όλες τις αντίστοιχες περιπτώσεις, δημιουργεί τις περίφημες πιστωτικές φούσκες των στοιχείων του ενεργητικού.