Τρίτη, 30 Ιουλίου 2013

Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια και το απαιτούμενο κεφάλαιο των τραπεζών.



Η συμφωνία Basel III, επιβάλλει στις τράπεζες ο λόγος ιδίων κεφαλαίων/σταθμισμένα με τον φέροντα κίνδυνο των στοιχείων του ενεργητικού να κυμαίνεται μεταξύ 8% και 12%. Το 4,5% αναλογεί στα βασικά κεφάλαια  ,το  2,5% αποτελεί στο «μαξιλάρι» συντήρησης, το υπόλοιπο 2,5% στο μαξιλάρι που χρησιμοποιείται στην περίπτωση ύπαρξης αντικυκλικών (στο ανώτερο σημείο του κύκλου) αναγκών και το επιπλέον 2,5% επιβάλλεται στις συστημικές τράπεζες[1]
Σύμφωνα με τα στοιχεία[2] που αφορούν την κατανομή των μη εξυπηρετουμένων δανείων  στις χώρες του ΟΟΣΑ, ,στα περισσότερα ιστορικά συμβάντα το ποσοστό είναι χαμηλό. Η διάμεσος αντιστοιχεί περίπου στο 6,0% , είναι σχετικά χαμηλή. Όμως αν συμπεριληφθούν τα κατά περιόδους ακραία συμβάντα τότε το ποσοστό των μη εξυπηρετουμένων δανείων ξεπερνά το 19,0%. Μέχρι την σημερινή κρίση τα υψηλά ποσοστά μη εξυπηρετούμενων δανείων εμφανιζόταν με την μορφή διπλών κρίσεων (συναλλαγματική – τραπεζική) όπως στην Νότια Κορέα(1997), στην Τουρκία (1999- 2000) και στην Ισλανδία (2008). Στις αναπτυγμένες χώρες της Δύσης δεν είχαν παρουσιαστεί ανάλογα φαινόμενα. Το ποσοστό 19% θα μπορούσε να ληφθεί ως το ανώτερο πλαφόν για τις αναπτυγμένες οικονομίες. Βεβαίως αν θεωρήσουμε ότι η Ελλάδα ανήκει στις αναπτυγμένες οικονομίες, τότε το ποσοστό 29% των μη εξυπηρετούμενων δανείων βρίσκεται εκτός του παραπάνω πλαισίου.
Υπάρχει, όπως είναι γνωστό, μια σχέση που διέπει το ύψος των επισφαλών δανείων με τις καταγραφόμενες τελικές απώλειες από τα ανεπίδεκτα είσπραξης δάνεια. Οι  εμπειρικές μελέτες[3] συσχέτισης των δύο μεγεθών δείχνουν ότι περίπου το 50,0% των επισφαλών  (των μη εξυπηρετούμενων) δανείων καταλήγουν τελικά στην κατηγορία των ανεπίδεκτων είσπραξης , δημιουργώντας τις αντίστοιχες ζημιές. Επίσης , σύμφωνα με την υπάρχουσα εμπειρία , περίπου το 1% από τις παραγόμενες ζημιές καλύπτεται από τις υπάρχουσες προβλέψεις στο λογαριασμό αποτελεσμάτων.    
Με βάση τις παρατηρήσεις των τραπεζικών κρίσεων των χωρών του OECD τα τελευταία 50 χρόνια εξάγεται το συμπέρασμα ότι αν τα ίδια κεφάλαια αποτελούν το 9,0% του συνολικού ενεργητικού τότε ο λόγος ιδίων κεφαλαίων/σταθμισμένα με τον φέροντα κίνδυνο των στοιχείων του ενεργητικού στο ύψος του  18% , θεωρείται ικανός για να απορροφήσει τους πρώτους κραδασμούς των στοιχείων του ενεργητικού στις παραπάνω περιπτώσεις.
Βεβαίως θα πρέπει να αναφερθεί εδώ ότι  η στατιστική διερεύνηση δεν αποτελεί παρά σχετικό γνώμονα για  μελλοντική δράση των τραπεζών ως προς το ύψος του απαιτούμενου κεφαλαίου σε περίπτωση νέων κρίσεων. Επίσης θα πρέπει να υπογραμμισθεί το γεγονός ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση έχει ληφθεί υπόψη μόνο οι απαιτήσεις των δανείων από το σύνολο του ενεργητικού των τραπεζών. Όπως είναι γνωστό το υπόλοιπο 50% αποτελείται κατά 25% από το επενδυτικό χαρτοφυλάκιο το οποίο σαφώς εμπεριέχει στοιχεία υψηλοτέρου κινδύνου και κατά 25% από τις διατραπεζικές απαιτήσεις και ταμειακά διαθέσιμα. Ακόμη δεν λαμβάνονται υπόψη όλες εκείνες οι δραστηριότητες οι οποίες καταγράφονται ως «εκτός ισολογισμού» (off balance sheet activities) οι οποίες επίσης υποκρύπτουν υψηλότατο κίνδυνο.
 Στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια το πρώτο τρίμηνο του 2013 συνέχισαν να αυξάνονται και έφθασαν το 29% έναντι 24,2% στο τέλος του 2012[4]. Πρόκειται για ποσοστό υπερβολικά υψηλό για αναπτυγμένη δυτική χώρα του OECD και μάλιστα χώρα της ζώνης του ευρώ. Μάλιστα η τάση συνεχίζει να είναι ανοδική κάτι που θέτει συνεχώς νέα  προβλήματα στην μέχρι τώρα ανακεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών. Αν ληφθούν υπόψη τα αποτελέσματα της προαναφερόμενης μελέτης με βάση τα στοιχεία των χωρών του OECD τότε οι ζημιές στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα θα κυμανθούν περίπου στο 50%, δηλαδή περίπου στο 33,5 δις ευρώ. Οι προβλέψεις των τεσσάρων συστημικών τραπεζών (ισολογισμοί του έτους 2012) ανέρχονται συνολικά σε 7,9 δις ευρώ ή περίπου στο 9% του συνόλου των μέχρι τώρα μη εξυπηρετούμενων δανείων. Το ύψος των προβλέψεων είναι πολλαπλάσιο από αυτό που  υπολογίζεται από τα ιστορικά στοιχεία των χωρών του  OECD και δικαιολογείται από το ότι η ελληνική οικονομία βρίσκεται σε ακραία κατάσταση σε σχέση με το μέσο όρο των ιστορικών περιπτώσεων που λαμβάνονται υπόψη στη μελέτη.
Η ανακεφαλαιοποίηση του ελληνικού τραπεζικού συστήματος όπως έχει πραγματοποιηθεί , αυτή την στιγμή , φαίνεται να ανταποκρίνεται στα απαιτούμενα από τη Βασιλεία ΙΙΙ. Όμως η δυναμική της οικονομίας δεν είναι ευνοϊκή για το τραπεζικό σύστημα το οποίο σε σύντομο χρονικό διάστημα θα κληθεί να ξαναπεράσει τους ελέγχους  ακραίων συνθηκών  τα αποτελέσματα των οποίων όλοι αναμένουμε με ενδιαφέρον.





[1] Lev Ratnovski  , How much capital should banks have? VOX.org , 28 July 2013.

[2] Laeven, L and F Valencia (2012), "Systemic Banking Crises Database: An Update", IMF Working Paper 12/163.
[3] Schuermann, T (2004), "What do we know about loss given default?" Federal Reserve Bank of New York.

[4] European economy, Occasional Paper 159/July 2013