Τετάρτη, 3 Ιουλίου 2013

Οι στόχοι της νέας κινεζικής ηγεσίας και τα «κρυφά» χρέη του κρατικού τομέα.



Η νέα διοίκηση της Κίνας υπό τον Xi-Li, πραγματοποιεί μια στροφή στην οικονομική πολιτική της χώρας επιλέγοντας την βελτίωση της ποιότητας παράλληλα με την αποτελεσματικότητα της μεγέθυνσης. Σε απλά λόγια αυτό σημαίνει ότι θα επιχειρηθεί κάποια εξισορρόπηση μεταξύ του ποσοτικού ρυθμού μεγέθυνσης της οικονομίας και διαφόρων ποιοτικών στόχων .
Ήδη οι οικονομικές προβλέψεις προσαρμόζουν το ρυθμό αύξησης του κινέζικου ΑΕΠ περίπου στο 7,5% αρκετά χαμηλότερα από τις αρχικές προβλέψεις αλλά και τον περυσινό ρυθμό μεγέθυνσης .
Σύμφωνα με αρκετές αναγνώσεις η νέα διοίκηση επιθυμεί πρωταρχικά να εξαλείψει σταδιακά τους μακροσκοπικούς ελέγχους στη διαχείριση ακινήτων και στα χρέη των τοπικών κυβερνήσεων. Δεν είναι βέβαιο ότι οι μικρότεροι στόχοι ως προς τους ρυθμούς μεγέθυνσης του ΑΕΠ θα επαναϊσορροπήσουν την κινεζική οικονομία , αλλά είναι βέβαιον ότι θα επιχειρηθεί μια αλλαγή στον τρόπο παροχής των κινήτρων για επενδύσεις , έτσι ώστε να μειωθεί ο ρόλος της κεντρικής και περιφερειακής κυβέρνησης. Παράλληλα όλα αυτά επιχειρούνται με γνώση της χρηματοοικονομικής κατάστασης των περιφερειακών – τοπικών κυβερνήσεων. Επίσης με τις εξαγγελθείσες αλλαγές γίνεται προσπάθεια σχετικής μεγέθυνσης της εγχώρια ζήτησης (μέσω κυρίως της αύξησης των δαπανών για την παιδεία, την απασχόληση, τις κοινωνικές παροχές , τις οικιστικές παρεμβάσεις , το περιβάλλον κτλ). Επίσης η ενδυνάμωση του επιχειρηματικού τομέα θα επιτρέψει και την σχετική αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης. Δεν θα πρέπει να λησμονούμε ότι η ιδιωτική κατανάλωση στην Κίνα αποτελεί το 34,8% του ΑΕΠ , η δημόσια κατανάλωση το 13,3% , ο σχηματισμός πάγιου κεφαλαίου το τρομακτικό  46,2% , οι εξαγωγές το 28,9% και οι εισαγωγές το 26,2% .
Δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι για το κατά πόσον θα επιβεβαιωθούν οι παραπάνω εξελίξεις  διότι το πολιτικό κατεστημένο συχνά προβαίνει σε σημαντικές αλλαγές όταν αντιμετωπίζει προβλήματα.
 Οι αναγγελθείσες αλλαγές δεν είναι ανεξάρτητες από σημαντικά προβλήματα τα οποία έχουν σχέση με τα «κρυφά χρέη» κυρίως των τοπικών κυβερνήσεων.
Από την εποχή της αρχής των μεταρρυθμίσεων , στις αρχές του 1970  , η Κίνα έχει ζήσει τρείς περιπτώσεις μεγάλων δημοσιονομικών δυσκολιών. Στα τέλη της δεκαετίας της δεκαετίας του 1970 η χώρα αντιμετώπισε  ένα αποσταθεροποιητικό κρατικό δημοσιονομικό έλλειμμα.. Τη δεκαετία του 1990 ο επιχειρηματικός τομέας επιβαρύνθηκε από το λεγόμενο  «τριγωνικό» χρέος (όταν ένας παραγωγός ο οποίος δεν πληρώνεται για την παραγωγή του είναι ανίκανος να πληρώσει τους προμηθευτές του, οι οποίοι με τη σειρά τους είναι ανήμποροι να πληρώσουν τους δικούς τους προμηθευτές)  προκαλώντας μια δημοσιονομική κρίση. Αργότερα την ίδια δεκαετία, τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα είχαν φορτωθεί με «κακά» δάνεια τα οποία δημιουργήθηκαν από τις κρατικές επιχειρήσεις με αποτέλεσμα την εμφάνιση νέων προβλημάτων.
Στη σημερινή συγκυρία η Κίνα βρίσκεται αντιμέτωπη με μια τέταρτη περίπτωση  υψηλού κινδύνου λόγω δημοσίου χρέους,  το οποίο προέρχεται από τη υψηλή συσσώρευση χρέους των  περιφερειών της χώρας αλλά και των επιχειρήσεων. Το τελευταίο φαντάζει λίγο περίεργο αλλά αποτελεί απτή πραγματικότητα.
Είναι γνωστό ότι το εθνικό ισοζύγιο της Κίνας, το οποίο παρουσιάζει  θετική καθαρή θέση (στοιχεία ενεργητικού) έχει καταστεί υποκείμενο ενδελεχούς παρατήρησης την τελευταία περίοδο από το σύνολο των διεθνών οργανισμών και αναλυτών.  
Το τρέχον πρόβλημα χρέους   έχει τις ρίζες του στην κυβερνητική πολιτική η οποία ασκήθηκε προκειμένου να αντιμετωπισθεί η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008.  Όπως όλως οι κυβερνήσεις , έτσι και η κινέζικη κυβέρνηση αντέδρασε με επεκτατικά δημοσιονομικά μέτρα. Ο πρώτος γύρος δημοσιονομικών κινήτρων , υποστηριζόμενων από πιστωτικές διευκολύνσεις , οδήγησε τις περιφερειακές κυβερνήσεις να αυξήσουν το επίπεδο της  μόχλευσης τους . Ως αποτέλεσμα , από το 2010, ο συνολικός  βαθμός  μόχλευσης της Κίνας αυξήθηκε κατά 30,0%.
Στο τέλος του 2011 , τα συνολικό ύψος των  κρατικών  ομολόγων της Κίνας   έφθασε τα 7,2 τρις , και ο λόγος του εξωτερικού χρέους προς τα συναλλαγματικά αποθέματα άγγιξαν το 21,8% έχοντας αυξηθεί κατά 27,0% από το 2010. Στο τέλος του 2011, το χρέος της Κεντρικής Κυβέρνησης της Κίνας αποτελούσε το 16,5% του ΑΕΠ, ενώ το χρέος της Γενικής Κυβέρνησης ήταν  18 τρις ¥  ή 38% του ΑΕΠ.
Παρά την αύξηση συνεχίζει να ευρίσκεται πολύ χαμηλότερα από το θεωρούμενο ως επικίνδυνο όριο του 100%. Άλλωστε αυτό είναι και το κύριο επιχείρημα όλων όσοι παρακολουθούν με τρόπο επιφανειακό τις χρηματοοικονομικές εξελίξεις στην Κίνα.  
Λαμβάνοντας υπόψη το συνολικό ισοζύγιο της , η κινέζικη κυβέρνηση έχει ένα σχετικά ευρύ απόθεμα από καθαρά στοιχεία ενεργητικού και χαμηλό δείκτη χρέους, και έτσι φαίνεται ότι βρίσκεται σε μια στερεή θέση προκειμένου να διαχειρισθεί τις υποχρεώσεις της. Πράγματι, σύμφωνα  με τις κινέζικες υπηρεσιακές πηγές , τα κρατικά καθαρά στοιχεία του ενεργητικού αυξάνονται κάθε χρόνο , από το 2000 μέχρι το 2010 , φθάνοντας τα 69,6 τρις  ¥, αρκετά για να καλύψουν τις κρατικές υποχρεώσεις.
Αλλά το θετικό ύψος των στοιχείων ενεργητικού δεν είναι ικανά να απαλείψουν το χρηματοδοτικό κίνδυνο, ο οποίος επίσης εξαρτάται από τη δομή των στοιχείων του ενεργητικού (ρευστότητα, χρόνος ωρίμανσης των υποχρεώσεων σε σχέση με τις απαιτήσεις κτλ). Το ζήτημα της ρευστότητας των στοιχείων του ενεργητικού αποτελεί βασικό παράγοντα μεταξύ άλλων.  Είναι γνωστό ότι αν τα στοιχεία του ενεργητικού δεν μπορούν να ρευστοποιηθούν ή να αξιοποιηθούν επιχειρηματικά ουσιαστικά παραμένουν ως ανεκμετάλλευτο απόθεμα .

Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία ,στην Κίνα , το ποσοστό των  μη ρευστοποιήσιμων στοιχείων του ενεργητικού υπερβαίνει το 90,0% του συνόλου. Εξ αυτών οι διάφοροι υπάρχοντες πόροι (ακίνητοι και άλλοι συναφών χαρακτηριστικών) υπολογίζονται χονδρικά στο 50% του συνόλου των κυβερνητικών στοιχείων του ενεργητικού , τα λειτουργικά στοιχεία του ενεργητικού (δηλαδή όσα χρησιμοποιούνται στην παραγωγική διαδικασία) στο 39% και τα διοικητικά ή μη λειτουργικά σε 6%.
Οι δύο τελευταίες κατηγορίες παρουσιάζουν πολύ χαμηλή ρευστότητα. Επίσης οι πόροι- ως στοιχεία του  ενεργητικού, είναι σπάνιοι και δύσκολα ανανεώσιμοι . Η συνήθης παραδοσιακή διαδικασία της δημοπράτησης και της ενοικίασης των γαιών ως μέσον   κάλυψης και διατήρησης του δημοσιονομικού ελλείμματος υπό έλεγχο, είναι ανύπαρκτος- ειδικά την περίοδο όπου παρατηρούνται εξωτερικά σοκ και ο ρυθμός επέκτασης της εγχώριας οικονομίας υποχωρεί- κάτι που εύκολα μπορεί να οδηγήσει σε βραχυχρόνια κρίση φερεγγυότητας ή σε αθετήσεις χρέους.
Παρότι τα φορολογικά έσοδα ακολουθούν ανοδική τάση , τα τελευταία χρόνια εντούτοις αποτελούν μόνο το 6,0% των συνολικών στοιχείων του ενεργητικού της Κίνας. Υπάρχει δηλαδή μια ανισορροπία μεταξύ εσόδων και του γενικότερου ύψους των στοιχείων ενεργητικού που έχει αυξηθεί υπέρμετρα.
Η Κίνα επίσης αντιμετωπίζει επιπρόσθετο κίνδυνο χρέους λόγω συγκυριακών υποχρεώσεων και ενδο-κρατικής παροχής εγγυήσεων μεταξύ κρατικών και περιφερειακών οργάνων και επιχειρήσεων. Αυτές οι εγγυήσεις δημιουργούν ίσως το μεγαλύτερο χρηματοπιστωτικό κίνδυνο στην κινέζικη οικονομία. Στους προηγούμενους μήνες παρατηρήθηκε μεγάλος αριθμός εκδόσεων ομολόγων από τις LGIV,(local government investment vehicles)   με στόχο την υποστήριξη της προσπάθειας των τοπικών κυβερνήσεων να σταθεροποιήσουν την οικονομία μέσω κινήτρων δημιουργίας επενδυτικών προγραμμάτων. Όμως η παρεχόμενη εγγύηση στα εκδιδόμενα ομόλογα  δημιουργούν «κρυφό χρέος» στην κεντρική κυβέρνηση. Οι τοπικές κυβερνήσεις έχουν επίσης συσσωρεύσει  μεγάλα ποσά χρέους από διάφορες άλλες δραστηριότητες.
 
Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία οι Τοπικές Κυβερνήσεις δανείστηκαν από τον τραπεζικό τομέα , το 2011 περίπου 10,7 τρις γουάν (1,7τρις δολάρια) προκειμένου να υποστηρίξουν το αναπτυξιακό πρόγραμμα της κινεζικής κυβέρνησης. Ο δανεισμός γίνεται μέσω των LGIV,(local government investment vehicles). Το ύψος του δανεισμού σε αυτά τα οχήματα ανήλθε στα 9,3 τρις γουάν το 2012 ενώ το 2011 ήταν 9,1 τρις γουάν. Η Κινέζικη επιτροπή τραπεζικού ελέγχου προσπάθησε να περιορίσει την εξάπλωση αυτού του είδους των πιστώσεων μέσω διοικητικών παρεμβάσεων, αλλά τα συγκεκριμένα χρηματοπιστωτικά οχήματα προχώρησαν σε εκδόσεις ομολόγων και δανείων με εγγυήσεις καταπιστεύματα. Το ύψος αυτού του είδους των εκδόσεων το 2012 ανήλθε συνολικά σε περίπου 1,4 τρις γουάν και περιελάμβανε εκδόσεις ομολόγων των τοπικών κυβερνήσεων , επενδυτικά ομόλογα διαμόρφωσης αστικού περιβάλλοντος, και επενδυτικά κεφάλαια για διάφορα τεχνικά projects.
Τη ίδια περίοδο ο επιχειρηματικός τομέας της Κίνας στηρίζεται υπερβολικά στο δανεισμό παρά στις αυξήσεις των ιδίων κεφαλαίων. Ο επιχειρηματικός μη χρηματοπιστωτικός τομέας . παρουσιάζει χρέος περίπου 62% του συνολικού χρέους , 30-40% υψηλότερο από κάθε άλλη χώρα. Το συνολικό χρέος του επιχειρηματικού τομέα αγγίζει 108% του ΑΕΠ του 2011. Παρότι  δεν έχουμε ακόμη στοιχεία για το 2012 εν τούτοις γνωρίζουμε ότι η τάση αυτή συνεχίζεται.  Πολλές από αυτές τις επιχειρήσεις είναι κρατικές και ελέγχονται παράλληλα από κρατικές τράπεζες. Οι ρητές παραχθείσες εγγυήσεις σε αυτά τα χρέη από την κυβέρνηση  δείχνουν ότι οι κυβερνητικές υποχρεώσεις είναι πολύ υψηλότερες από τις εμφανιζόμενες στο οικονομικό ισοζύγιο της κυβέρνησης.
Η Κίνα δεν είναι τόσο μεγάλη για να θεωρούμε ότι δεν μπορεί να «γονατίσει». Σε ένα εύθραυστο διεθνές οικονομικό περιβάλλον , το μέγεθος της Κίνας δεν επιτρέπει να θεωρείται ότι δεν διατρέχει χρηματοπιστωτικούς κινδύνους.