Σάββατο, 27 Ιουλίου 2013

Συνεχίζονται οι ιδιωτικοποιήσεις στην Τουρκία.



Το πρώτο εξάμηνο του 2013 οι ιδιωτικοποιήσεις στην Τουρκία ανήλθαν σε 8 δις δολάρια . Προχωρούν σχεδόν σύμφωνα με τον κυβερνητικό σχεδιασμό. Μεταξύ των άλλων πωλήθηκαν Seyitömer Thermic Plant (2,2 δις δολάρια), η BEDAŞ, η εταιρεία διανομής ηλεκτρικής ενέργειας της Ανατολικής Κωνσταντινούπολης (2 δις δολάρια) και η εταιρεία φυσικού Başkent Gas της Άγκυρας (1,2 δις δολάρια).
Η αλήθεια είναι ότι πολλές δημόσιες επιχειρήσεις ιδιωτικοποιήθηκαν στη διάρκεια της περιόδου του Κεμάλ Ντερβίς[1],  προκειμένου να αποπληρωθεί μέρος των χρεών της χώρας προς το ΔΝΤ και άλλους πιστωτές. Όμως ο κύριος όγκος των ιδιωτικοποιήσεων πραγματοποιήθηκε στη διάρκεια της  διακυβέρνησης της χώρας από το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης του Πρωθυπουργού Ερντογάν, με αποτέλεσμα ο αριθμός των υπαλλήλων που εργάζονταν για δημόσιες επιχειρήσεις να μειωθεί από 384.000 το 2002 σε 120.000 περίπου σήμερα. Στις εταιρίες που ιδιωτικοποιήθηκαν περιλαμβάνονται εταιρίες όπως η
Türk Telekom τα διυλιστήρια TÜPRAŞ η Turkish tobacco και η εταιρία αλκοολούχων ποτών TEKEL.
Στους άμεσους στόχους του Υπουργείου Οικονομικών είναι η ανεύρεση όρων $3-4 δις από ιδιωτικοποιήσεις τα επόμενα χρόνια. Όμως το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι: Τι μένει ακόμα να πωληθεί;
Στα σχέδια του Υπουργείου Οικονομικών περιλαμβάνονται εταιρίες ενέργειας, αυτοκινητόδρομοι και γέφυρες. Πιο συγκεκριμένα, σχεδιάζεται να ιδιωτικοποιηθούν υδροηλεκτρικά εργοστάσια, με τη μέθοδο της μεταφοράς δικαιωμάτων λειτουργίας, όπως επίσης τμήματα των αυτοκινητοδρόμων και των γεφυρών της χώρας.
Τέλος, στους προαναφερθέντες στόχους περιλαμβάνονται ό Οργανισμός Λιμένος της Σμύρνης και τα Κρατικά Λαχεία.
Το συνολικό ύψος των ιδιωτικοποιήσεων την περίοδο διακυβέρνησης της χώρας από το κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης ανήλθε σε 54 δις δολάρια.

Οι ιδιωτικοποιήσεις στην Τουρκία λειτούργησαν , στην πράξη και όχι στη θεωρία,  ως ο ως βασικός μοχλός  μεγέθυνσης της οικονομίας τουλάχιστον για μια δεκαετία , κάτι όπως οι δημόσιες επενδύσεις στο κεϋνσιανό υπόδειγμα (βεβαίως με όλες τις διαφοροποιήσεις οι οποίες μπορεί να αναδειχτούν επισταμένα όχι μόνο σε θεωρητικό επίπεδο αλλά και σε ιστορικό άρα και οικονομικό χρόνο). Δημιούργησαν υψηλά πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα , επιτρέποντας την εισροή περίπου 130 δις δολαρίων σε ΑΞΕ και περίπου 150 δις δολάρια σε επενδύσεις χαρτοφυλακίου. Μια κατάσταση σχετικής  ισορροπίας στο είδος της εισροής κεφαλαίων.
Στην Ελλάδα αντιθέτως την περίοδο  1993- 2010 το ύψος των ιδιωτικοποιήσεων ανήλθε σε περίπου  30 δις δολάρια  (25 δις ευρώ). Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία οι ΑΞΕ από το 1991 μέχρι και το 2012 ανέρχονται περίπου στα 24 δις ευρώ εκ των οποίων το 1,5  δις ευρώ συνιστά επανεπένδυση κερδών. Δηλαδή οι εισροή ΑΞΕ είναι μικρότερη από το συνολικό ύψος των αποκρατικοποιήσεων. Δηλαδή δεν προκύπτει για την ελληνική περίπτωση , το συμπέρασμα που θεωρητικά επικαλούνται οι υποστηρικτές της  συγκεκριμένης άποψης  ,in senso lato, ότι οι αποκρατικοποιήσεις  προκαλούν εισροή  πολλαπλάσιων ΑΞΕ , ανοίγουν την αγορά και δημιουργούν πληθώρα νέων θέσεων εργασίας. Αντιθέτως οι εισροές  επενδύσεων χαρτοφυλακίου ήταν  πολλαπλάσιες και υπό μιαν έννοια υπεύθυνες για την φούσκα που δημιουργήθηκε στην ελληνική οικονομία τα τελευταία δέκα χρόνια. Συγκεκριμένα την περίοδο 2000-2009 εισέρευσαν στην ελληνική οικονομία 202,456 δις  ευρώ (την τριετία 2010-2012 ακολούθησαν την αντίθετη διαδρομή 99,868 δις ευρώ).
Βεβαίως μπορούν να προβληθούν αιτιάσεις, οι οποίες ακούγονται σήμερα, ότι δεν ήρθαν περισσότερες ΑΞΕ λόγω πχ της υπερρυθμισμένης αγοράς εργασίας, της φορολογικής αναρχίας, των διοικητικών αρρυθμιών του δημοσίου  κτλ.. Όλες αυτές οι αιτιάσεις μπορούν να γίνουν αποδεκτές.
 Όμως κατά την άποψή μου δεν είναι αυτός ο πρωταρχικός λόγος της μη εισροής ΑΞΕ επενδύσεων στην ελληνική οικονομία . Υπάρχουν δύο πολύ συγκεκριμένοι και βασικότατοι λόγοι:
Ο πρώτος αφορά στο μέγεθος της ελληνικής αγοράς. Η μικρή εσωτερική αγορά δεν επιτρέπει να δημιουργηθούν οι απαραίτητες οικονομίες κλίμακος ώστε το κόστος της  επένδυσης να αποσβένεται σε  χρόνο ικανό ώστε το παραγόμενο κέρδος να βρίσκεται σε επίπεδο τουλάχιστον ίδιου ύψους με το προερχόμενο από τις εξαγωγές που οι ίδιες οι επιχειρήσεις πραγματοποιούν στην Ελλάδα.
Ο δεύτερος ίσως και σημαντικότερος από τον πρώτο, αλλά πάντως συνδεόμενος μαζί του,  οφείλεται στο ότι η οικονομία της Ελλάδος  ανήκει με κριτήριο το τεχνολογικό επίπεδο, σε αυτό που ονομάζουμε μέσο επίπεδο . Αυτό δημιουργεί το εξής πρόβλημα ,το οποίο ειρήσθω εν παρόδω , δύσκολα ξεπερνιέται: η ελληνική οικονομία είναι σχεδόν αδύνατον να συναγωνισθεί τις αναπτυγμένες τεχνολογικά οικονομίες , οι οποίες απορροφούν περίπου το 85% των Παγκόσμιων ΑΞΕ, (η Κίνα απορροφά ακόμη περίπου 10,0%) ακριβώς λόγω της υψηλής τεχνολογίας που ενσωματώνουν στην παραγωγή τους. Επίσης , και αυτό είναι το χειρότερο και το πλέον επικίνδυνο , η ελληνική οικονομία χάνει σιγά –σιγά όποιο τεχνολογικό προβάδισμα κατέχει ,από τις αναπτυσσόμενες οικονομίες , οι οποίες λειτουργούν με πολύ χαμηλότερο μισθολογικό  αλλά και κοινωνικό κόστος. Οι αναπτυσσόμενες οικονομίες επίσης βρίσκονται σε ανοδική τάση στην ανάπτυξή τους , αποτελούν χώρους όπου η οικονομική επέκταση και η προσπάθεια δημιουργίας της μεσαίας τάξης βρίσκεται εν εξελίξει, οι ανθρώπινοι πόροι είναι υπεραρκετοί και κυρίως μικρής ηλικίας  αλλά κυρίως υπάρχουν μεγάλες δυνατότητες ανάπτυξης της εσωτερικής αγοράς. Όλα αυτά συνηγορούν , και εδώ επιλεκτικά για κάθε χώρα και όχι γενικά, στην εισροή ΑΞΕ. Οι πολυεθνικές επιχειρήσεις γνωρίζουν καλύτερα από τον καθένα που θα επενδύσουν.
 Στον αντίποδα βρίσκεται η ελληνική οικονομία η οποία βρίσκεται σε συρρίκνωση , έχει γερασμένο πληθυσμό , και το όποιο συγκριτικό πλεονέκτημα διαθέτει είναι στατικό αλλά μη επαρκές να δημιουργήσει συνθήκες πλήρους απασχόλησης.  Συνεπώς το πιο πιθανό (για να μην πω σχεδόν βέβαιο) είναι να μην αυξηθεί  η εισροή ΑΞΕ στην ελληνική οικονομία σε βαθμό που να αποτελέσουν την απαιτούμενη κατάλληλη μάζα για επανεκκίνηση της όπως θεωρεί η κυβέρνηση . Άρα θα πρέπει αλλού να αναζητηθούν οι απαιτούμενοι πόροι. Αυτό δεν σημαίνει ότι οπωσδήποτε  θα υπάρξουν στο επιθυμητό μέγεθος .






[1] Σ. Λυγερός – Κ. Μελάς , Μετά τον Ερντογάν τι; Εκδόσεις Πατάκη Απρίλιος 2013. Ειδικά Τέταρτο Μέρος .