Πέμπτη, 25 Ιουλίου 2013

Η Πολιτική της Αντιπολιτικής : η περίπτωση της «Αντικειμενικής» Οικονομικής.



1.
Η ιστορική εποχή στην οποία ο δυτικός άνθρωπος διάγει τον βίο του , στο πολιτικό επίπεδο , , «μπορεί να ειπωθεί ότι» χαρακτηρίζεται ως α-πολιτική , αντιπολιτική και απαθής . Αυτό δεν σημαίνει καθόλου όμως ότι το πολιτικόν εξαφανίζεται. Τουναντίον , κατά την άποψή μας,  το πολιτικόν ισχυροποιείται και καθίσταται κυρίαρχο , υπακούοντας τα κελεύσματα και τις επιταγές των νικητών αυτής της περιόδου. Αν «διαβάσουμε»  την πολιτική πάλη που διεξ(άγεται)ήχθη   τα τελευταία  εκατό με εκατό πενήντα  χρόνια μεταξύ αφενός της αστικής τάξης αρχικά  και των μετεξελίξεων της σε διάφορες πολιτικές ελίτ στη συνέχεια και της αντίστοιχης εργατικής τάξης και των αντίστοιχων μετεξελίξεων της αφετέρου , υπό το πρίσμα του σμιτιανού δίπολου εχθρός – φίλος , ή της μαρξικής  ταξικής πάλης , ή της  ευρωκομμουνιστικής και σοσιαλδημοκρατικής οπτικής της διεύρυνσης της δημοκρατίας και του δημόσιου νοικοκυριού , ανεπιφύλακτα θα συμπεράνουμε ότι νικητές στην παρούσα φάση (μόνο; ) στην πολιτική αντιπαλότητα είναι οι δυνάμεις που ανήκουν στην πρώτη πλευρά. Τώρα ασκούν την πολιτική τους επικυριαρχία επιβάλλοντας τους όρους τους.
Ο βασικός πολιορκητικός κριός των νικητών δεν είναι άλλος από το να επιχειρούν να πείσουν περί του τέλους της πολιτικής , απαξιώνοντάς την στο διηνεκές ή μετατρέποντάς την σε διαδικασία συζήτησης, επικοινωνίας  και συναίνεσης. Δηλαδή σε μια ουδέτερη διαχειριστική διαδικασία ζητημάτων άνευ ουσίας  και ειδικού βάρους. Αυτό επιζητούν να εμφανίζεται ως το πολιτικό πρόβλημα . Ταυτόχρονα , από τη στιγμή που η απεμπόληση του πολιτικού καθίσταται πρακτικά αδύνατη , η όλη προσπάθεια επικεντρώνεται στην απεμπόληση της πολιτικής όπως αυτή εκφράζεται στις φιλελεύθερες κοινοβουλευτικές δημοκρατίες της δύσης και την αντικατάστασή τους από φορείς της πολιτικής που δεν είναι αναγκασμένοι να διαβούν τη στενωπό της λαϊκής βούλησης και επιλογής.
Βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια κατάσταση ριζικής υποτίμησης του παραδοσιακού ρόλου της πολιτικής, ο οποίος επικεντρωνόταν στο χειρισμό της κρατικής εξουσίας στο εσωτερικό των χωρών αλλά και στον τρόπο αντιπροσώπευσης , και ακόμα περισσότερο , της νομιμοποίησης της πολιτικής δύναμης. Η κατάργηση των ορίων της πολιτικής συνδέεται με την καθιέρωση νέων κέντρων και πεδίων «υποπολιτικής» , τα οποία βρίσκονται – πέρα από τους θεσμούς και τις συμβολικές μορφές της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας – αφ’ ενός στα κέντρα εξουσίας του οικονομικού και του τεχνοεπιστημονικού συστήματος και αφετέρου στα πεδία της αντίστασης και της διαμαρτυρίας των νέων συστημάτων.
«Οι νεοεμφανιζόμενες δομές εξουσίας προδιαγράφουν μια οργάνωση του κόσμου κυριαρχούμενη από νέες ολιγαρχίες, στηριγμένες σε κοινωνικές ομάδες και ελίτ, οι οποίες έχουν αποκτήσει μια ισχύ ελέγχου και λήψεων αποφάσεων έξω από το πλαίσιο πολιτικής και κοινωνικής αντιπροσώπευσης και νομιμοποίηση των εθνικών κρατών. Η δυναμική αυτών των ολιγαρχιών υπακούει σε μια καθαρά κατακτητική λογική, έτσι ώστε να μπορούμε να μιλούμε για την πρόσφατη ιστορία του κόσμου ως την ιστορία της επιστροφής των κατακτητών, της επιστροφής μορφών ισχύος και κυριαρχίας που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν νέες βαρβαρότητες. Η σύγχρονη ιστορική εποχή στηρίζεται σε δομές αυταρχικής επέμβασης  οι οποίες δρουν σε παγκόσμια κλίμακα.[1]».

Συνεπώς το Πολιτικό στην ανταγωνιστική του διάσταση ζει και βασιλεύει και οι πολιτικοί ανταγωνισμοί είναι ακόμα μαζί μας. Δεν θα μπορούσε να ήταν αλλιώς αφού το πολιτικό περιλαμβάνει όλα όσα αφορούν τη ρητή εξουσία η οποία περιλαμβάνει τα ιδιαίτερα όργανά της , τις συγκεκριμένες της λειτουργίες , το νομικό της πλαίσιο.
 Ό,τι παρουσιάζεται ως τέλος της πολιτικής ή ως εξαφάνιση του πολιτικού ανταγωνισμού , «είναι αποφθέγματα ενός δημαγωγού εκσυγχρονιστικού τύπου  ή ασταθής παρέμβαση ενός παλαιοπώλη της ηθικής». Το ζητούμενο επομένως είναι να αντιληφθούμε ότι η Πολιτική είναι πάντοτε παρούσα και απαιτεί συνεχή προσπάθεια και αγώνα.                              
Οι αριστερές απόψεις(επειδή φορείς αυτών των απόψεων είναι αυτοί που διεκδικούν) είναι αυτές που αποφενακίζουν την παράδοση της συναινετικής προσέγγισης περί δημοκρατίας. Είναι αυτές που αποτελούν στοχασμό πάνω στο Πολιτικό καθ’ αυτό. Αυτές που διατυπώνουν το αίτημα (επανόδου) της ανταγωνιστικής διάστασης του Πολιτικού. Η βάση της δημοκρατίας , αντίθετα με τη ρασιοναλιστική φιλελεύθερη αισιοδοξία , δεν θεμελιώνεται στο κυνήγι της αρμονίας που υπερβαίνει τον πολιτικό ανταγωνισμό αλλά στους αγώνες , τα πάθη και την πάλη ως σύστοιχα της πολιτικής. Σε ό,τι δηλαδή προσπαθεί να απωθήσει η ορθολογική διαβουλευτική παράδοση. Η φύση της πολιτικής είναι συγκρουσιακή. Εμπεριέχει έναν ανεξάλειπτο χαρακτήρα ανταγωνισμού , Νιτσεϊκής καταγωγής εγχείρημα , αναγκαίο ωστόσο για την κατανόηση της πολιτικής ως συμπλόκου δικτύου σχέσεων εξουσίας[2]. Σ’ αυτόν τον χώρο παίζεται η δύναμη , η εξουσία , εκφράζονται τα πάθη , οι συγκρούσεις και η κυριαρχία των μεν επί των δε. Η Νιτσεϊκή βούληση για δύναμη του ατόμου αποτελεί ένα datum το οποίο είναι και fatum . Οι μορφές μιας τέτοιας libido dominandi αλλάζουν συνεχώς στη διάρκεια της ιστορίας , η φύση της ποτέ. Στο βαθμό που η βούληση για δύναμη είναι συνώνυμη του ανθρώπου , δεν είναι δυνατόν να υπάρξει μια κοινωνική υπέρβαση της αλλοτρίωσης που επιβάλλει η βία[3].
Η περιστολή του πολιτικού παράγοντα σε ένα μερικό σύστημα κοινωνιολογικά ισότιμο των άλλων σημαίνει ότι η πολιτική νοείται με την πιο στενή σημασία της λέξης, δηλαδή ταυτίζεται με την κυβέρνηση και τον κρατικό μηχανισμό, η περιοχή δράσης των οποίων πρέπει να ξεχωριστεί και να περιορισθεί όπως και οι περιοχές των άλλων μερικών συστημάτων. Το γεγονός αυτό υποβιβάζει την πολιτική και το πολιτικό στοιχείο. Επίσης  επιχειρείται να κρατηθούν χωριστές οι περιοχές του πολιτικού και του κοινωνικού.  Όμως στην περίπτωση αυτή γεννιέται το βασικό ερώτημα που αφορά στη συνοχή της κοινωνίας και στον τρόπο που επιτυγχάνεται. Με τη περιστολή του πολιτικού παράγοντα σε ένα μερικό σύστημα ισότιμο με τα υπόλοιπα το ερώτημα παραμένει αναπάντητο.
Την απάντηση στο ερώτημα αυτό τη δίνει η προσεκτική μελέτη των ιστορικών και κοινωνιολογικών γεγονότων. Μέσω της μελέτης αυτής  διαπιστώνεται ότι η πολιτική είναι το μόνο «μερικό σύστημα» στο οποίο μπορούν να απευθυνθούν αιτήματα  και προκλήσεις απ’ όλα τα άλλα συστήματα και το οποίο από τις «ειδικές» απόψεις μπορεί να προεκταθεί μέσα σε όλα τα άλλα. Αυτός ο θεμελιώδης αστερισμός έχει λάβει ανάλογα με την εκάστοτε θεσμική τάξη τις πιο πολυσχιδείς και διαφορετικές μορφές, αλλά χαρακτήριζε όλες τις μέχρι σήμερα πολιτείες. Από τα φύλαρχο μέχρι το σύγχρονο κυρίαρχο κοινοβούλιο.

 
2.
Η καθολική εποπτεία της ιστορίας μας επιβάλλει τη διαπίστωση ότι , απ’ όλες τις μορφές του κοινωνικοϊστορικού βίου, το κυριότερο χαρακτηριστικό του καπιταλισμού είναι προφανώς το γεγονός ότι η οικονομία – η παραγωγή και η κατανάλωση , αλλά επίσης τα οικονομικά «κριτήρια» τοποθετούνται σε θέση κεντρική και ανάγονται σε ύψιστη αξία της κοινωνικής ζωής. Απόρροια τούτου είναι η ιδιαίτερη συγκρότηση του κοινωνικού «προϊόντος» στον καπιταλισμό. Συνοπτικά , όλες οι ανθρώπινες δραστηριότητες και όλες τους οι συνέπειες καταλήγουν να θεωρούνται κατά το μάλλον ή ήττον ως ουσιωδώς χαρακτηριζόμενες και αξιολογούμενες από την οικονομική τους διάσταση. Η αξιολόγηση φυσικά  γίνεται με όρους χρηματικούς[4].
Είναι γνωστό ότι το κυρίαρχο πεδίο σε κάθε κοινωνία αναπτύσσει τη δική του μορφή λόγου , που επιδιώκει την ιδεολογική ηγεμονία και κατά κανόνα την αποκτά.
Συνεπώς το «ορθολογικό» οργανωμένο οικονομικό υποσύστημα αναδεικνύεται σε γενικότερο «δείκτη εξορθολογισμού» της ευρύτερης κοινωνίας. Η παραγωγή είναι η μόνη κοινωνική λειτουργία  που μπορεί να αποτιμηθεί με βάση το μοναδικό και συγκεκριμενοποιήσιμο κριτήριο της μεγιστοποιητικής ορθολογικότητας. Στο μέτρο που η παραγωγική αποτελεσματικότητα μπορεί να «μετρηθεί» και να «στοιχειοθετηθεί» , η μεγιστοποίηση αναδεικνύεται ως αυτόδηλη «απόδειξη» της ορθολογικότητας του συστήματος. Με αυτό τον τρόπο η οικονομική σφαίρα νομιμοποιείται και νομιμοποιεί, αφού η οικονομία είναι το μόνο «ορθολογικά» αποτιμήσιμο και ελέγξιμο κοινωνικό υποσύστημα. Αντίθετα από ό,τι συμβαίνει με όλα τα άλλα συγκροτημένα και νοηματισμένα κοινωνικά υποσυστήματα (πολιτική, πολιτισμός….) για την αξιολόγηση της λειτουργίας και «επίδοσης» των οποίων υπεισέρχονται πολλαπλά και περίπλοκα αξιακά , δεοντολογικά αλλά και φιλοσοφικά στοιχεία, η αγοραία οικονομική οργάνωση μπορεί να καταξιώνεται με βάση το μοναδικό και ευθύγραμμο κριτήριο της παραγωγικής της αποτελεσματικότητας. Γεγονός που νομιμοποιεί την προβαλλόμενη αυτονομία του Οικονομικού, το οποίο εμφανίζεται ως η μόνη απόλυτα εκλογικεύσιμη σφαίρα κοινωνικών δραστηριοτήτων. Εάν λοιπόν, η αποτελεσματικότερη μεγιστοποιούσα παραγωγή είναι η αγοραία καπιταλιστική παραγωγή, και εάν, ταυτόχρονα, η οικονομία είναι το μόνο υποσύστημα που μπορεί να αποτιμηθεί ως προς την «αντικειμενική» αποτελεσματικότητά του, δεν είναι δύσκολο να εκβιασθεί η απόφανση ότι η αγοραία καπιταλιστική κοινωνία ως η κατά τεκμήριο γενικά ορθολογικότερη και αποτελεσματικότερη μορφή κοινωνικής οργάνωσης: η εκλογίκευση της οικονομίας αρκεί για να τεκμηριώσει την εκλογίκευση της κοινωνίας[5].

Η οικονομική ως συστηματική disciplina παρακολουθεί επισταμένα τις κοινωνικές διεργασίες και αλλαγές που πραγματοποιούνται κατά τη διάρκεια των τελευταίων δύο αιώνων στο corpus του καπιταλιστικού συστήματος. Η κοινωνική πραγματικότητα , οι μεταβολές της παραγωγικής διαδικασίας και ο τρόπος  που χαρακτηρίζει τη συμπεριφορά των κοινωνικών υποκειμένων αντανακλούνται και συμπεριλαμβάνονται στις εξελίξεις που χαρακτηρίζουν την οικονομική[6].
Παρότι η βασική προκείμενη που διέπει την Οικονομική και γενικά την καθορίζει  είναι ο προσανατολιζόμενος βάσει συμφερόντων και υπολογίζων   homo oeconomicus εντούτοις μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι ο τρόπος με τον οποίο το οικονομικό πρότυπο   λειτουργεί εντός της κοινωνίας είναι έντονα διαφοροποιημένος στις δύο βασικές ιστορικές περιόδους  που χαρακτηρίζονται η πρώτη  ως αστική- φιλελεύθερη σε σχέση με τη σημερινή μαζικοδημοκρατική εποχή[7] .
Στην πρώτη περίοδο ο homo oeconomicus λειτουργούσε πλάι σε ετερογενή ή και αντίθετα ηθικά και ανθρωπολογικά κίνητρα.  Υπήρχε η έννοια της «δίκαιης τιμής». Το συν-βάδισμα νόμου και της ηθικότητας. Τα  κοινωνικά γεγονότα εξηγούνταν σύμφωνα με τις αντιλήψεις που προέρχονταν από το επικρατούν ηθικο-κανονιστικό ιστορικό πλαίσιο και όχι στη βάση της «οικονομικής μεγιστοποιητικής συμπεριφοράς».
Ο καθαρός και καθολικός στις αξιώσεις του οικονομισμός , εμφανίσθηκε μόνο μετά την κατάπτωση του αστικού τρόπου σκέψης μέσα στη μαζική δημοκρατία της «κοινωνίας της οικονομίας». Διαμορφώθηκε στη βάση της άρνησης για την κοινωνική αντοχή του ηθικού-κανονιστικού παράγοντα. Ωστόσο οι κανόνες και οι αξίες δεν απαλείφονται απλώς πάντοτε ή πλήρως από το οικονομιστικό πλαίσιο, αλλά μάλλον υποτάσσονται στη λογική του οικονομικού. Η οικονομιστική κοινωνική θεωρία διεύρυνε την αντίληψη και την εμβέλεια του οικονομικού τόσο πολύ που μια αντιπαράθεση του προς την σφαίρα του ηθικού-κανονιστικού έγινε περιττή. Επιχειρείται να εγκατασταθεί η κοινωνική ανωτερότητα του οικονομικού σε σύγκριση με το πολιτικό στοιχείο. Παράλληλα η οικονομική ανάγεται σε καθολική επιστήμη για την εξήγηση όλων των ανθρωπίνων πραγμάτων[8].  
 Αν δεχθούμε ,για αναλυτικούς λόγους,  την ισχύ αυτής της αντίληψης   είμαστε αναγκασμένοι να δεχθούμε παράλληλα την ύπαρξη ενός οικονομικού υποβάθρου κάθε διαδικασίας πολιτικής  και μάλιστα κατά τρόπο απολύτως μονοσήμαντο : από την οικονομία προς την πολιτική. Ακόμη περισσότερο θα πρέπει να δεχθούμε ότι : Κάθε ανθρώπινη ενέργεια καθορίζεται από μια εμφανή ή λιγότερο εμφανή οικονομική διαδικασία . Το οικονομικόν προτάσσεται ως η μόνη καθοριστική «στιγμή» του ανθρώπινου βίου. Το πολιτικόν, το κοινωνικόν ,το ψυχολογικόν, το θρησκευτικόν και ό,τι άλλο  καθορίζονται in ultima istanza από το οικονομικόν.
Η αποδοχή του παραπάνω ισχυρισμού σημαίνει πριν από οτιδήποτε άλλο την παραδοχή του αιτήματος μιας αναλλοίωτης ανθρώπινης φύσης της οποίας το μοναδικό ζητούμενο είναι η κάλυψη μιας οικονομικής ψυχολογίας που υπήρχε ανέκαθεν. Ως εκ τούτου θα πρέπει να υιοθετηθεί μια «οικονομική ενόρμηση» σαν βασική ανθρώπινη ψυχονοητική λειτουργία η οποία θα έπαιρνε τη θέση «των ενορμήσεων  ζωής»[9].
Ακόμη και αν θεωρηθεί η  «οικονομική ενόρμηση»  ότι συνυφαίνεται ουσιωδώς με την «αρχή της ηδονής»[10] αυτό δεν σημαίνει ότι είναι  η πρώτη , η μοναδική και η καθοριστική έννοια και ακόμα περισσότερο ότι το περιεχόμενό της είναι παντού και πάντοτε η μεγιστοποίηση της «οικονομικής ικανοποίησης» στραμμένη προς την απόκτηση και την κατανάλωση  με τη δυτική καπιταλιστική έννοια. Είναι γνωστόν ότι η σεξουαλικότητα ή ο Έρως καταλαμβάνει κυρίαρχη θέση στην «αρχή της ηδονής» και ως εκ τούτου δημιουργεί σχέσεις εξάρτησης με την «οικονομική ενόρμηση»  οι οποίες εξειδικεύονται εντός του πολιτιστικού προτύπου και των σημασιών κάθε κοινωνίας.
 Η ανάδειξη του οικονομικού ως κινητήρια δύναμη της ιστορίας προϋποθέτει την ύπαρξη ενός αμετάβλητου τύπου θεμελιώδους κινήτρου όλων των ανθρωπίνων κοινωνιών : του οικονομικού κινήτρου. Αυτό απλά σημαίνει ότι πρέπει να γίνει αποδεκτό ότι όλες οι ανθρώπινες κοινωνίες ανέκαθεν σκόπευαν , συνειδητά ή ασυνείδητα , πάνω από όλα , την αύξηση της παραγωγής και της κατανάλωσης τους. Ότι  η αληθινή φύση του ανθρώπου είναι να είναι ένα οικονομικό-παραγωγικό ζώο.
Πράγμα τελείως αυθαίρετο και απολύτως ψευδές αν ανατρέξει κανείς στη μελέτη της ιστορίας της ανθρωπότητας. Τα κίνητρα , κάθε είδους , που καθοδηγούν τους ανθρώπους  αποτελούν κοινωνικές αξίες , κοινωνικές δημιουργίες και όχι φυσικές καταστάσεις. Είναι αυτές οι αξίες , ο πολιτισμός κάθε κοινωνίας που διαμορφώνει ουσιαστικά την «ανθρώπινη φύση». Ο άνθρωπος  δεν γεννιέται έχοντας μέσα του το οριστικό νόημα της ζωής του. Αυτό διαμορφώνεται από τον πολιτισμό στον οποίο υπόκειται η κοινωνία που ζει.  Επομένως η κατάσταση που περιγράφει την ανθρώπινη φύση  ως συνεχώς ρέπουσα προς την μεγιστοποίηση της συσσώρευσης ή της κατανάλωσης περιγράφει απλά την κατάσταση που επικρατεί στην  καπιταλιστική κοινωνία.
Στο σημείο αυτό πρέπει να υπογραμμισθούν ακόμη ορισμένα ζητήματα πολύ σημαντικά.
Το πρώτο εξ αυτών αφορά στο συνηθισμένο λάθος να αναμειγνύεται στην εξέταση της ιστορίας τη βιολογική ανάγκη ή το ένστικτο της συντηρήσεως . «Η βιολογική ανάγκη ή το ένστικτο συντηρήσεως είναι η καθολική και αφηρημένη προϋπόθεση κάθε ανθρώπινης κοινωνίας και κάθε ζωντανού είδους γενικά , και δεν μπορεί να μας μάθει τίποτα για καμιά απ’ αυτές ειδικότερα»[11]. 
Η επίκληση επομένως ενός ενστίκτου[12] ως ερμηνευτικού παράγοντα της ιστορίας είναι τουλάχιστον άστοχη. Το να χρειάζεται τροφή ο άνθρωπος δεν σημαίνει ότι με την ενέργεια  του αυτή  θεμελιώνει την ανάγκη συνεχούς μεγιστοποίησης της παραγωγής και της κατανάλωσής του αλλά και ούτε τον τρόπο κατανομής και ιδιοποίησης του πλεονάσματος σύμφωνα με τις επιταγές του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής.
 Παράλληλα πρέπει να γίνει δεκτό  ότι σ’ όλες τις κοινωνίες υπάρχει η ίδια άρθρωση των ανθρωπίνων δραστηριοτήτων και ότι αυτές οι δραστηριότητες πρέπει να είναι κατ’ ανάγκη χωριστές ή δυνάμενες να χωρισθούν , διαφορετικά αυτή η θέση δεν έχει νόημα.
 Η πρώτη απόπειρα αντιμετώπισης του ζητήματος αυτού ως πρόβλημα απόλυτου διαχωρισμού γίνεται στο πλαίσιο της φιλελεύθερης σκέψης  και ειδικά στην οικονομική της έκφανση.
 Η απόπειρα αυτού του διαχωρισμού εδράζεται συγκεκριμένα στην υιοθέτηση  της αστικοφιλελεύθερης αντίληψης  για την ύπαρξη ενός είδους ανθρώπου απολιτικού , του  homo oeconomicus , ο οποίος ασκεί τη δραστηριότητά του πέραν του πεδίου της πολιτικής και της ισχύος. Βασίζεται στην ασυνάρτητη πλασματική κατασκευή του ατόμου – ουσίας , τα ουσιώδη χαρακτηριστικά του οποίου είναι προσδιορισμένα με σαφήνεια έξω ή πριν από κάθε κοινωνία.
 Η αδυναμία της συγκεκριμένης αντίληψης να αποτελέσει κριτήριο διαχωρισμού είναι πλέον τόσο πασιφανής που αγγίζει σχεδόν το αυτονόητο. Πρόκειται για μια εννοιολογική πλασματική κατασκευή, για μια αφαίρεση με την έννοια του απλού ens rationis , για μια αναφορά σε κάτι που δεν υφίσταται στην  πραγματικότητα [13].
Η απόρριψη της βασίζεται τόσο σε θεωρητικές επεξεργασίες  όσο και σε ιστορικά στοιχεία.
Εξάλλου  όπως σημειώνει ο Καστοριάδης
 «…τα σημεία σύνδεσης αυτών των σχέσεων είναι ρευστά , η κίνηση της ιστορίας επανασυγκροτεί κα επανεκτυλίσσει κάθε φορά διαφορετικά τις κοινωνικές δομές (και όχι αναγκαστικά με την έννοια μιας πάντοτε ανοδικής διαφοροποίησης : από αυτή τουλάχιστον την άποψη , ο φεουδαρχικός χώρος αντιπροσωπεύει μια ανάστρεψη , μια επανασυμπύκνωση στιγμών που στον ελληνορωμαϊκό κόσμο ήταν σαφώς χωρισμένες). Με δύο λέξεις , όπως ούτε στη φύση ή στη ζωή υπάρχουν χωριστές και πάγιες ουσίες που επιδρούν από τα έξω η μια στην άλλη , κατά μείζονα λόγο τέτοιες ουσίες δεν υπάρχουν στην ιστορία»[14]
 
3.
Υπάρχει μια προφανής ασυμφωνία ανάμεσα στις αρχές πάνω στις οποίες βασίζεται η οικονομική έρευνα και στην εφαρμογή τους στην πράξη. Από τη μια πλευρά τονίζεται εμφαντικά ότι η οικονομική επιστήμη παρατηρεί μόνο την κοινωνική ζωή και αναλύει τι αναμένεται να συμβεί κάτω από διάφορες συνθήκες και ότι ποτέ δεν αναλαμβάνει να συναγάγει το πώς όφειλαν να είναι τα πράγματα. Από την άλλη , όμως, ουσιαστικά κάθε οικονομολόγος προβαίνει στη συναγωγή τέτοιων συμπερασμάτων. Κι ακόμη, οι διάφορες οικονομικές θεωρίες είναι κατά κανόνα διαρθρωμένες κατά τρόπο που ακριβώς εξυπηρετεί το σκοπό της συναγωγής τέτοιου είδους συμπερασμάτων. Το αποτέλεσμα είναι να διατυπώνονται πολιτικές συνταγές με υποτιθέμενο επιστημονικό και αντικειμενικό χαρακτήρα. Θα νόμιζε κανείς ότι οι όροι «παρατήρηση» και «δεδομένο» δεν έχουν την ίδια σημασία στα οικονομικά με τη σημασία που τους δίνεται αλλού στην επιστημονική ορολογία. Οι οικονομολόγοι δίνουν την εντύπωση ότι μπορούν να αναφέρονται σε μια σφαίρα αξιών που είναι και αντικειμενικές και υποκειμενικές στην παρατήρηση[15]. Κανοναρχούν απόψεις που αφορούσαν εκείνο που θεωρούσαν κοινωνικά επιβεβλημένο. Επιδιώκουν να υπολογίσουν, βασιζόμενοι άμεσα πάνω στα επιστημονικά τους ευρήματα, την πορεία των δραστηριοτήτων που είναι «επιθυμητή» , ή «σωστή» από οικονομική άποψη, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που αντιτάχθηκαν προς ορισμένα μέτρα πολιτικής , βασιζόμενοι στην άποψη ότι η πραγματοποίησή τους θα είχε σαν συνέπεια να μειωθεί η γενική ευημερία, ή ότι η λήψη των μέτρων αυτών θα σήμαινε ότι αγνοούνται οι οικονομικοί κανόνες. Είναι ρητή η άποψη ότι η οικονομική ανάλυση είναι ικανή να οδηγεί στη διατύπωση κανόνων με την έννοια «προτύπων». Ο ελεύθερος ανταγωνισμός ο οποίος αποτελεί μια καθαρή απαγωγική κατασκευή  , δεν αποσκοπεί απλά να δώσει κάποια  επιστημονική εξήγηση της πορείας των οικονομικών σχέσεων κάτω από ορισμένες και συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Αποτελεί ταυτόχρονα την απόδειξη ότι κάτω από αυτές τις υποθετικές συνθήκες θα επιτυγχανόταν η μεγιστοποίηση του «συνολικού εισοδήματος» ή η μεγιστοποίηση της «ικανοποίησης των αναγκών» της κοινωνίας. Ο «ελεύθερος ανταγωνισμός» , με αυτό τον τρόπο , γίνεται κάτι περισσότερο από ένα σύνολο αφηρημένων υποθέσεων, που χρησιμοποιείται σαν εργαλείο της ανάλυσης των αιτιακών σχέσεων που συνδέουν τα γεγονότα. Παίρνει τη θέση του Πολιτικού Desideratum.   Οι οικονομολόγοι είναι η μοναδική ομάδα επιστημόνων που μπορούν όχι να παράγουν μέσω της επιστήμης τους , το δέον από το είναι, αλλά να ισχυριστούν ότι τα δύο αυτά ταυτίζονται με τον τρόπο που αυτοί μεθοδολογικά χειρίζονται την επιστήμη τους.
Τουλάχιστον  αυθάδης  μπορεί να χαρακτηρισθεί λίαν επιεικώς η  συγκεκριμένη άποψη.
Στη βάση αυτής της αντίληψης οι αρχιτέκτονες των παγκόσμιων οικονομικών θεσμών   δημιούργησαν ένα άκαμπτο και χωρίς δυνατότητα επιλογών πλαίσιο λειτουργίας της οικονομίας. Υιοθέτησαν εξ ολοκλήρου τις αποφάνσεις του νεοκλασικού υποδείγματος  και της Νέας Κλασικής Μακροοικονομίας(ΝΚΜ)  επιλέγοντας τη θέσπιση απλών κανόνων ως μέσων άσκησης της οικονομικής πολιτικής  αποκλείοντας έτσι οποιαδήποτε μορφή διακριτικής πολιτικής.
Οι κανόνες είναι ένα σύνολο απλών και προκαθορισμένων κατευθυντηρίων γραμμών οικονομικής πολιτικής , που ανακοινώνονται δημοσίως. Αναφέρονται σε μεγέθη ελεγχόμενα πλήρως από τους ασκούντες την οικονομική πολιτική. Συνήθως οι κανόνες είναι σταθεροί και ως εκ τούτου χαρακτηρίζονται ως παθητική  πολιτική.
Παράλληλα με την ύπαρξη κανόνων  , η ΝΚΜ επιλέγει να ενσωματώσει στο κοινωνικό-πολιτικό-οικονομικό σύστημα , με κατάλληλες συνταγματικές και νομοθετικές μεταρρυθμίσεις εκείνους τους θεσμούς μέσω των οποίων επιτυγχάνονται οι βασικοί σκοποί της οικονομικής πολιτικής . Με άλλα λόγια , με τους νέους θεσμούς επιδιώκεται η πραγματοποίηση διαρθρωτικών μεταβολών στην οικονομία  ώστε να μπορεί να ασκηθεί αποτελεσματικά η συγκεκριμένη οικονομική πολιτική[16].
Η οικονομική πολιτική ασκείται μέσω απλών σταθερών κανόνων που αφορούν στα επιλεγμένα βασικά μακροοικονομικά μεγέθη τα οποία συνάδουν με τη λογική του υποδείγματος  : πληθωρισμό, δημόσια ελλείμματα, δημόσιο χρέος.  Αναγνωρίζονται εύκολα ότι πρόκειται για στόχους  που ανήκουν  στο χώρο ευθύνης     της  νομισματικής και δημοσιονομικής πολιτικής.
Παράλληλα  υπάρχει ο πυλώνας  ενσωμάτωσης εκείνων των θεσμών που εξυπηρετούν το δόγμα της ελεύθερης αγοράς  που ακούει στο όνομα πολιτική ανταγωνισμού. Η ΕΕ αποτελεί το φορέα άσκησης της πολιτικής ανταγωνισμού συγκεντρώνοντας στα χέρια της εξουσίες νομοθετικές , εκτελεστικές και δικαστικές. Βασικός άξονας της πολιτικής ανταγωνισμού είναι η κατάργηση οποιασδήποτε δυνατότητας  κρατικής παρέμβασης και ως εκ τούτου αυτό μπορεί να επιτευχθεί με την ιδιωτικοποίηση των πάντων. Όχι  μόνο των επιχειρηματικών δράσεων αλλά και εκείνων που ανήκουν στην κοινωνική και δημόσια σφαίρα μέσα από τη διαδικασία κατάργησης των ρυθμιστικών παρεμβάσεων.
Είναι επομένως προφανές ότι η λογική που διέπει τους οικονομικούς θεσμούς δημιουργεί κατά τρόπο «αντικειμενικό» δυναμική εξέλιξη προς μια οικονομία όλο και πιο νεοφιλελεύθερη δεδομένου ότι αυτό παράγεται εγγενώς από τον τρόπο θέσπισής τους. Τη μόνη εξουσία που έχουν είναι να αυξάνουν την ένταση του ανταγωνισμού στην ενιαία αγορά και όχι να τη μειώνουν.
Η λογική των οικονομικών θεσμών επομένως δείχνει προς μια μόνον κατεύθυνση αντιγράφοντας στην κυριολεξία τις αποφάνσεις ενός συγκεκριμένου … οικονομικού δόγματος. Η παντελής άρνηση  της δυνατότητας επιλογής που απορρέει από μια  στοιχειωδώς δημοκρατική πολιτεία είναι προφανής αλλά το κυριότερο είναι και επικίνδυνη. Η άσκηση της οικονομικής πολιτικής μέσω κανόνων που έχουν ενσωματωθεί  στο σκληρό πυρήνα της «συνταγματικής» ευρωπαϊκής  τάξης παραπέμπει το λιγότερο σε …μια καλοπροαίρετη δεσποτεία.
 
4.
Στην ασκούμενη, στα χρόνια της Παγκοσμιοποίησης, οικονομική πολιτική στις ΗΠΑ αλλά και στις υπόλοιπες αναπτυγμένες χώρες της δύσης, κατά κοινή ομολογία,  αποτελεί έκφραση της νεοκλασικής απεικόνισης της οικονομίας. Ο σκληρός πυρήνας αυτής της απεικόνισης από τον οποίο εκπορεύονται όλες οι αποφάνσεις , θεωρητικές και πρακτικές, του οικονομικού ερμηνευτικού πλαισίου εδράζεται στην αντίληψη της ελεύθερης λειτουργίας της αγοράς ως του μόνου μηχανισμού απόλυτης εξαρμονίκευσης των οικονομικών και κοινωνικών ανθρωπίνων σχέσεων.
Το αντιπροσωπευτικό χρησιμοποιούμενο  υπόδειγμα είναι το Δυναμικό Στοχαστικό Υπόδειγμα Γενικής Ισορροπίας (Dynamic Stochastic General Equilibrium Model) (DSGEM) της Νέας Κλασικής Μακροοικονομίας (ΝΚΜ). Συνεπώς στο υπόδειγμα υπάρχουν όλα τα βασικά χαρακτηριστικά της ΝΚΜ.
-          Η διαχρονική αριστοποίηση των νοικοκυριών είναι σημαντική θεωρητικά διότι μέσω αυτής στηρίζεται η άποψη ότι οι επενδύσεις εξαρτώνται μόνο από το κόστος του κεφαλαίου , εξοστρακίζοντας κάθε δυνατότητα να έχουν κάποιο ρόλο της κεϋνσιανής προέλευσης animal spirits καθώς και οποιαδήποτε αποτελέσματα χρονικής υστέρησης[17] (Sawyer 2002).
-          Το Ρικαρντιανό θεώρημα ισοδυναμίας[18] ,σύμφωνα με το οποίο οποιοσδήποτε τρόπος χρηματοδότησης των Δημοσίων Δαπανών έχει τις ίδιες συνέπειες και ουσιαστικά είναι άνευ σημασίας , απαξιώνοντας  την χρησιμοποίηση της Δημοσιονομικής Πολιτικής ως εργαλείου της Οικονομικής Πολιτικής.
-          Το δυνητικό προϊόν της οικονομίας , το επίπεδο των πραγματικών μισθών , το πραγματικό επιτόκιο ισορροπίας προσδιορίζονται μόνο από την τεχνολογία και τις προτιμήσεις .
-          Οι ορθολογικές προσδοκίες των οικονομικών μονάδων[19].

Ακολούθως θα περιγράψουμε τη λογική του υποδείγματος της ΝΚΜ που όπως είπαμε αποτελεί τη βάση της ασκούμενης οικονομικής πολιτικής .

Ο σκοπός των Νέων Κλασικών δεν είναι μια σκληρή κριτική στις ερμηνευτικές ικανότητες των διαφόρων υποδειγμάτων οικονομικής πολιτικής, αλλά η προσπάθεια να αποδειχθεί όχι μόνο η μη χρησιμότητα, αλλά αντιθέτως το επιβλαβές της ίδιας της κανονιστικής προσέγγισης στα οικονομικά φαινόμενα του καπιταλιστικού συστήματος.
Κάνουν μια προσπάθεια να επαναδιατυπώσουν μια θεωρητική ερμηνεία του καπιταλισμού σε «φυσικούς» νόμους. Έννοιες όπως «φυσικό» ποσοστό ανεργίας, «φυσικά» επιτόκια, επανέρχονται στο προσκήνιο στο πλαίσιο της επανατοποθέτησης του βαρλασιανού υποδείγματος Γενικής Ισορροπίας, ως σημαντικού «παραδείγματος» εξήγησης των οικονομικών φαινομένων και σε περιπτώσεις μιας οικονομίας, στην οποία καθοριστικό ρόλο έχει το χρήμα και άρα, λειτουργεί υπό καθεστώς αβεβαιότητας.
Το στοίχημα του Lucas[20] συνίσταται στο ότι μπορεί να «οικοδομηθεί» η μακροοικονομική θεωρία, περιορίζοντας τις οικονομικές δραστηριότητες, μόνο σε όσες εντάσσονται στις στάσιμες (stationary) διαδικασίες παραγωγής. Με τον τρόπο αυτό, «επιβάλλει» τις «ορθολογικές προσδοκίες» σαν βασικό μηχανισμό επεξήγησης των μακροοικονομικών ζητημάτων.

Οι δεσμοί των νεοκλασικών οικονομολόγων με το μονεταρισμό του M.Friedman είναι εμφανείς, τόσο στο επίπεδο της ακολουθούμενης μεθοδολογίας (νέο-θετικισμός), όσο και στην κριτική αναλυτική εργασία τους απέναντι στο κεϋνσιανό υπόδειγμα. Όμως, είναι σαφές, ότι οι επιδιώξεις του πηγαίνουν πολύ μακρύτερα από την κριτική που άσκησε στα κεϋνσιανά υποδείγματα ο M. Friedman. Χαρακτηριστική είναι η άποψη του J. Tobin[21]: « οι συζητήσεις που έχουν γίνει τα τελευταία 25 χρόνια μεταξύ κεϋνσιανών και μονεταριστών, αφορούσαν προβλήματα ουσιαστικά της μακροοικονομικής πολιτικής, αλλά από θεωρητικής απόψεως παρέμεναν στο εσωτερικό της συγκροτημένης και αποδεκτής μακροοικονομίας… (οι οποίες διαφορές) δεν αναδείκνυαν θεμελιακά θεωρητικά προβλήματα ή προβλήματα μεθόδου, και σε γενικές γραμμές λύνονταν με τις γνωστές τεχνικές της θεωρητικής μακροοικονομικής έρευνας και της οικονομετρίας…».
Έχει μεγάλη σημασία να γίνει κατανοητό απολύτως το πλαίσιο, εντός του οποίου ο Lucas επιχειρεί να δώσει απαντήσεις. Κατ’ αρχήν, ας σταθούμε να εξετάσουμε τι πραγματικά σημαίνει η πρόταση του Lucas για επαναφορά της θεωρίας της Γενικής Οικονομικής Ισορροπίας, έστω και υπό την αποδοχή της μη πλήρους πληροφόρησης, ως παραδείγματος ικανού να αντιμετωπίσει τη λειτουργία της οικονομίας της αγοράς «επί της ουσίας». Δηλαδή, ενός οικονομικού συστήματος, υποκειμένου σε φαινόμενα ανισορροπίας, των οποίων οι κυκλικές διακυμάνσεις αποτελούν τυπική εκδήλωση.
Το πρώτο ζήτημα αφορά επομένως στην επανεισαγωγή της θεωρίας της Βαρλασιανής Γενικής Ισορροπίας, ως θεωρίας ικανής να αντιμετωπίσει προβλήματα, που, στην παραδοσιακή της δομή, ήταν αδύνατον να αντιμετωπίσει. Συγκεκριμένα, αναφερόμαστε στο ότι, η θεωρία της Γενικής Ισορροπίας θα πρέπει να λειτουργήσει ως θεωρία στην οποία το «χρήμα» θα αποτελεί δομικό της στοιχείο. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να αντιμετωπίσει προβλήματα που θα έχουν άμεση σχέση με έννοιες όπως ‘αβεβαιότητα’, ‘προσδοκίες’, ‘ισορροπία’ κ.λ.π. και γενικά, προβλήματα που εκφράζουν μια δεδομένη δυναμική θεώρηση των πραγμάτων. Τούτο σημαίνει ότι η Ν.Κ.Μ. με τη θεωρητική πρόταση που καταθέτει, θα πρέπει να υπερβεί τα ερμηνευτικά όρια της στατικής ισορροπίας, όπως απορρέει από το υπόδειγμα του Walras.
Βρισκόμαστε λοιπόν αντιμέτωποι με προβλήματα που έχουν κατά κόρον συζητηθεί στη δεκαετία του ’30 [22].
Το πρώτο εγχείρημα που επιχειρείται αφορά στην προσπάθεια της εκ νέου μικροθεμελίωσης της μακροοικονομικής θεωρίας στη βάση του υποδείγματος της κλασικής Γενικής Ισορροπίας, (βαρλασιανό υπόδειγμα), με την προσθήκη του όρου της μη πλήρους πληροφόρησης. Το όλο εγχείρημα, όπως βεβαίως γίνεται σε αυτές τις περιπτώσεις, ξεκινά από την οξεία κριτική στη θεμελίωση της κεϋνσιανής μακροοικονομίας, η οποία αποτέλεσε και το πλέον αξιόπιστο υπόδειγμα αυτής της πλευράς της οικονομικής θεωρίας.
Είναι γνωστό ότι η εικόνα που προσφέρει η οικονομική θεωρία είναι μια εικόνα διασπασμένη μεταξύ μακροοικονομικής θεώρησης και μικροοικονομικής θεώρησης.
Σύμφωνα με τη μακροοικονομική θεώρηση, η παραγωγή και η απασχόληση αποκλίνουν κατά τρόπο σημαντικό από τις εξελίξεις της «τάσης» τους. Οι παρατηρούμενες αποκλίσεις: α) σχετίζονται με τη σειρά, β) ή συνήθως συσχετίζονται θετικά με την απόκλιση της οικονομικής δαπάνης από την τάση της μέσου περιόδου. Αυτές οι αποκλίσεις του επιπέδου της πραγματικής δραστηριότητας γύρω από την τάση της αποτελούν αυτό που ονομάζεται «κύκλος» ή «κυκλική διακύμανση».
Αυτή η διαπίστωση, που αποτελεί τον πυρήνα της Μακροοικονομικής θεώρησης, έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τη θεώρηση που μας προσφέρει η μικροοικονομία, στην οποία φαινόμενα «κύκλου» δεν υπάρχει περίπτωση να εμφανιστούν. Συγκεκριμένα, η τελευταία προσφέρει μια εικόνα, σύμφωνα με την οποία υπάρχει ανταγωνιστική αγορά, όπου δρουν ατομικοί πωλητές και αγοραστές και στην οποία, ζήτηση και προσφορά βρίσκονται σε συνεχή ισορροπία μέσω του μηχανισμού των τιμών.
Οι αγορές ενσωματώνονται σε ένα υπόδειγμα Γενικής Βαρλασιανής Ισορροπίας, στο οποίο το προϊόν προσδιορίζεται από την πλευρά της προσφοράς (και ως εκ τούτου, δύναται να μεταβληθεί μόνο αν μεταβληθούν οι παράγοντες που προσδιορίζουν την προσφορά, δηλαδή, η συνάρτηση παραγωγής, η ποσότητα του κεφαλαίου ή της εργασίας, σε σχέση με τον πραγματικό μισθό). Σε αυτό το σύνολο των αγορών, οι μεταβολές της συνολικής ονομαστικής ζήτησης επηρεάζουν μόνο τις τιμές, ενώ αφήνουν αμετάβλητες τις πραγματικές ποσότητες.
Επομένως, κάθε συνεπής προς τον εαυτό της μακροοικονομική θεώρηση θα πρέπει να καταστήσει σαφές τον τρόπο, σύμφωνα με τον οποίο η σύλληψη της έννοιας της λειτουργίας της αγοράς, διαφοροποιείται από τον τρόπο που αντιλαμβάνεται η μικροοικονομία αντίστοιχα τη λειτουργία της.
Προηγουμένως αναφερθήκαμε στην «ιστορική» διάσταση του ζητήματος. Στη συνέχεια θα αναφερθούμε στην προσπάθεια που ο Lucas και οι συν αυτών καταβάλλουν για να λύσουν το πρόβλημα.
Οι κύριες δυσκολίες που χρειάζεται να υπερπηδηθούν στην προσπάθεια αυτή είναι τρεις (οι δυο είναι θεωρητικής φύσης, ενώ η τρίτη είναι αντιθέτως εμπειρικής):
Η πρώτη, συνίσταται στην απαίτηση να συνδυαστεί η υπόθεση του market clearing με την κυκλική εξέλιξη των συνολικών μεγεθών (προϊόν, απασχόληση κλπ). Δηλαδή, η θεωρία του κύκλου θα πρέπει να είναι μια «θεωρία του κύκλου σε συνθήκες ισορροπίας» (equilibrity business cycle theory) σύμφωνα με την άποψη που είχε εκφράσει ο Von Hayek στη δεκαετία του ‘30 και η οποία είχε εγκαταλειφθεί μετά την επιτυχία της κεϋνσιανής προβληματικής.
Η δεύτερη, είναι συνδεδεμένη με τη λογική συμπεριφορά των υποκειμένων, δηλαδή, με το γεγονός ότι αυτή η συμπεριφορά εξαρτάται μόνο από τις σχετικές τιμές και είναι αμετάβλητη σε σχέση με την κίνηση των απόλυτων τιμών. Δηλαδή, πως αυτή η απουσία «χρηματικής αυταπάτης» μπορεί να συνδυαστεί με το εμπειρικό γεγονός ότι η συνολική προσφορά εργασίας επηρεάζεται από το γενικό επίπεδο τιμών.
Η τρίτη δυσκολία αφορά ένα εμπειρικό γεγονός, την υψηλή μαζική ανεργία που εμφανίζεται σε διάφορες ιστορικές περιόδους. Η απάντηση των οικονομολόγων της Ν.Μ.Κ. είναι ότι «το πρόβλημα δεν είναι πραγματικό. Οι σημαντικές μεταβολές του επιπέδου απασχόλησης είναι ορθολογικές απαντήσεις στις μεταβολές σχετικών τιμών…»[23].
Ξαναβρισκόμαστε εμπρός στο θεωρητικό πρόβλημα θεμελίωσης της καμπύλης Philips  (της συν-κίνησης των τιμών και του προϊόντος). Όμως με την αποδοχή του market clearing η Ν.Μ.Κ. δεν  μπορεί να χρησιμοποιήσει τις παραδοσιακές επεξηγήσεις – η λύση Lipsey δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, δεδομένου ότι στηρίζεται στην υπόθεση ύπαρξης ανισορροπίας στην αγορά εργασίας.
Δηλαδή, η σχολή του Lucas πρέπει να κατασκευάσει μια καμπύλη «συνολικής προσφοράς», η οποία να ενσωματώνει μια ευθεία σχέση μεταξύ εθνικού προϊόντος και πληθωρισμού (ή απολύτων τιμών), ξεκινώντας από την προϋπόθεση, ότι η συμπεριφορά των ατόμων και των επιχειρήσεων βασίζεται στην παρατήρηση των σχετικών τιμών που προσδιορίζονται από μια αγορά σε συνεχή ισορροπία.
Το κύριο πρόβλημα, στο οποίο στρέφει την προσοχή του ο Lucas είναι η αγορά εργασίας, δεδομένου ότι κατά κοινή παραδοχή υπάρχει εμφανής αντίφαση μεταξύ «κυκλικών φαινομένων» κα «θεωριών οικονομικής ισορροπίας».
Η πρόταση που καταθέτει ο Lucas διαφοροποιείται από το νεοκλασικό υπόδειγμα, μόνο στην υπόθεση ότι, οι συμμετέχοντες στην αγοραπωλησία σε κάθε αγορά μπορεί να μην έχουν πλήρη πληροφόρηση αναφορικά με τις τιμές που επικρατούν στις ΑΛΛΕΣ αγορές.
Έτσι, ενώ σε κάθε τοπική (single) αγορά εφαρμόζονται οι ιδιότητες της συνεχούς ισορροπίας (ο απόλυτος ατομικισμός στις επιλογές των συμμετεχόντων και παντελής απουσία κοστών συνδεδεμένων με τις μεταφορές), η μη πλήρης πληροφόρηση αναφορικά με αυτό που συμβαίνει στις υπόλοιπες αγορές δημιουργεί τη δυνατότητα εκδήλωσης κυκλικών φαινομένων, δηλαδή κινήσεις πραγματικών μεγεθών ως αποτέλεσμα ενοχλήσεων της ονομαστικής ζήτησης.
Η νεοκλασική μικροοικονομία, σε μια γενική αύξηση της ονομαστικής ζήτησης, υποθέτει μια ανάλογη αύξηση των τιμών, αφήνοντας αμετάβλητες τις ποσότητες.
Οι διάδοχοι του Keynes, υιοθετώντας τη «μέθοδο των σταθερών τιμών» (ένα αναλυτικό τέχνασμα στην προσπάθειά τους να μην αντιμετωπίσουν το ζήτημα της «γέφυρας» μικρο-μακρο), υπέθεσαν ότι όλες οι μεταβολές της ονομαστικής ζήτησης έχουν επιδράσεις μόνο στα πραγματικά μεγέθη.
Η Ν.Κ.Μ. αντίθετα, προβλέπει αρχικά εξάπλωση των πραγματικών μεγεθών, η οποία οφείλεται στη λανθασμένη αντίληψη που σχηματίζουν οι συμμετέχοντες από την κίνηση των τιμών.
Η μη πλήρης πληροφόρηση των οικονομικώς ενεργούντων για το τι συμβαίνει στις αγορές όπου αυτοί δεν δραστηριοποιούνται, δεν αποκλείει τα άτομα αυτά, να δρουν ορθολογικά και, ως εκ τούτου, η θεωρία να είναι αποκλειστικά προσκολλημένη στην υπόθεση της άριστης ορθολογικής συμπεριφοράς.
Ως τέτοια, θα μπορούσε να αναφερθεί η περίπτωση όπου ορισμένες πληροφορίες πιθανόν να έχουν μεγαλύτερο κόστος από την αξία που μπορούν να προμηθεύσουν. Συνεπώς, ορθολογική είναι η συμπεριφορά που θα αρνηθεί να τις προμηθευτεί και να τις χρησιμοποιήσει.
Από τη στιγμή που (ορισμένοι) πωλητές επικεντρώνουν την προσοχή τους στις αγορές στις οποίες δρουν, αδιαφορώντας για το τι συμβαίνει στις αγορές των συντελεστών παραγωγής και των άλλων προϊόντων, μια δεδομένη αύξηση της τιμής του προϊόντος που πωλούν θα τους οδηγήσει πιθανώς στην αύξηση της παραγωγής και της πώλησης, ευρισκόμενοι σε αδυναμία να υπολογίσουν το τι συμβαίνει στις αγορές  όπου πωλούνται τα μέσα αντικατάστασης (κόστη συντελεστών παραγωγής, πρώτες ύλες, ημικατεργασμένα κλπ) για τη συνέχιση της παραγωγής του. Θα εκλάβουν επομένως την αύξηση της τιμής των προϊόντων τους ως αύξηση των σχετικών τιμών, που στην πραγματικότητα μπορεί να είναι απλώς αύξηση παράλληλη με την αύξηση του γενικού επιπέδου των τιμών.
Στην αγορά εργασίας, ακριβώς με τον ίδιο τρόπο, αντιδρούν οι εργαζόμενοι στην αύξηση της συνολικής ονομαστικής ζήτησης και, κατά συνέπεια, στην απρόσμενη αύξηση του γενικού επιπέδου των τιμών.
Βλέπουμε λοιπόν, ότι η λύση που προτείνει ο Lucas βασίζεται σε δύο «συγχύσεις», στις οποίες εμπλέκονται τα δρώντα οικονομικά υποκείμενα[24].
Οι δύο «συγχύσεις» που βοηθούν τον Lucas στο εγχείρημα εύρεσης λύσης, το πρόβλημα όπως αυτό παρουσιάστηκε είναι:
Οι συγκυριακές και διαρκείς κινήσεις (temporarypermanent confusion) των σχετικών τιμών και εκείνη μεταξύ κινήσεων σχετικών και απολύτων τιμών (relativeabsolute confusion). Η πρώτη αναδεικνύεται ως σπουδαίος παράγοντας κατά τη διερεύνηση του ζητήματος της προσφοράς εργασίας με υποδείγματα διαχρονικής αριστοποίησης σε συνθήκες μη πλήρους πληροφόρησης[25].
Η προσφορά (εργασίας ή αγαθών) είναι περισσότερο ελαστική στις «συγκυριακές» μεταβολές των σχετικών τιμών από τις αντίστοιχες «διαρκείς», αλλά τα οικονομικά υποκείμενα δεν γνωρίζουν τι είδους είναι οι μεταβολές που υποπίπτουν στην αντίληψη τους. Δεν μπορούν να κάνουν τίποτε καλύτερο από το να χρησιμοποιήσουν τις πληροφορίες που περιέχονται στις ιστορικές σειρές, έτσι ώστε να εντοπίσουν ένα σημάδι, κατιτί, διαχωρίζοντας του δυο τύπους των μεταβολών στη βάση της προηγούμενης εμπειρίας.
Αυτό σημαίνει ότι μια διαρκής μεταβολή θα θεωρείται κατά ένα μέρος ως συγκυριακή και αντιστρόφως.
Και η δεύτερη σύγχυση είναι ανάλογης φύσης.
Τα υποκείμενα (ορθολογικά) αντιδρούν μονάχα στις μεταβολές των σχετικών τιμών και όχι σε εκείνες των απόλυτων τιμών. Αν διαθέτουν όμως μόνο πληροφορίες τοπικού χαρακτήρα, εάν δηλαδή γνωρίζουν την κίνηση των τιμών, αλλά όχι την προέλευσή τους, είναι αναγκασμένοι και εδώ, να αναζητήσουν κάποιο σημάδι προσανατολισμού. Εκείνο επομένως που μπορούν να κάνουν, είναι να θεωρήσουν μέρος αυτής της κίνησης ως αποτέλεσμα μεταβολής των σχετικών τιμών και να προσαρμόσουν συνεπώς την προσφορά εργασίας τους.
Με τον τρόπο αυτό εξηγούνται οι διακυμάνσεις της απασχόλησης και η θετική τους συσχέτιση με τις μεταβολές των τιμών και των ονομαστικών μισθών, χωρίς να τίθεται σε αμφισβήτηση κανένα από τα «κλασικά δόγματα»: πλήρης ορθολογικότητα της αγοράς εργασίας, ικανότητα αυτορρύθμισης των ανταγωνιστικών αγορών και ακόμη νεοκλασική διχοτομία (μακροχρόνια) του πραγματικού και του νομισματικού τομέα. Στην οπτική αυτή δεν υπάρχει χώρος για «αθέλητη ανεργία» γιατί η αγορά είναι πάντοτε «καθαρή» και οι εργαζόμενοι βρίσκονται πάντοτε πάνω στην καμπύλη προσφοράς τους.
«Τα στατιστικά μεγέθη για την ανεργία (ακριβέστερα, τα στοιχεία που αφορούν ανεργία μη τριβής) αναφέρονται σε πρόσωπα που θεωρούν τους μισθούς, στη βάση των οποίων θα μπορούσαν να βρουν απασχόληση, συγκυριακά χαμηλούς και γι’ αυτό προτιμούν να περιμένουν μέχρι να βρουν καλύτερες συνθήκες απασχόλησης…».
Ξεκινώντας από αυτή τη μικροοικονομική βάση, η οποία τυποποιείται διαμέσου της υπόθεσης της «παραβολικής καμπύλης των νησιών[26]» κατασκευάζεται μια συνολική συνάρτηση προσφοράς, στην οποία η ποσότητα του output κυμαίνεται γύρω από τη φυσική του τιμή, σε ευθεία συνάρτηση με τη διαφορά του τρέχοντος και αναμενόμενου επιπέδου των τιμών. Σε αυτό συνίσταται ουσιαστικά «η καμπύλη προσφοράς» των Lucas/ Sargent. Αυτή υποστηρίζει ότι η «συν-κίνηση» των output και των τιμών εκδηλώνεται ως συνέπεια κάποιας «έκπληξης», ενός λάθους στην πρόβλεψη του γενικού επιπέδου των τιμών εκ μέρους των οικονομικώς ενεργούντων ατόμων.
Εάν οι μεταβολές προβλέπονταν κατά τρόπο απόλυτο, δεν θα προκαλούσαν καμία πραγματική μεταβολή. Η καμπύλη προσφοράς των Lucas / Sargent είναι η βάση της θεωρητικής κατασκευής της Ν.Κ.Μ.[27] Σύμφωνα λοιπόν με όσα ειπώθηκαν μπορεί τώρα να κατασκευασθεί η καμπύλη προσφοράς του Lucas, σε αλγεβρική μορφή. Συγκεκριμένα:
          Yst  =  Y*  + c ( pt pte ) + vt
Το  Υ*  αντιπροσωπεύει το φυσικό επίπεδο παραγωγής που σχετίζεται  με το φυσικό ποσοστό ανεργίας και αποτελεί το επιθυμητό επίπεδο παραγωγής .Το c είναι θετική σταθερά και το vt  είναι μια ανεξάρτητη στοχαστική μεταβλητή με προσδοκώμενη μέση τιμή ίση με το μηδέν και θετική διακύμανση.  Η επίτευξη του Υ* πραγματοποιείται όταν pt = pte και δεν υπάρχουν στοχαστικές διαταραχές ,  vt =0 .

5.
 Ανεξαρτήτως των εγγενών προβλημάτων[28] που αναδεικνύονται στο υπόδειγμα της ΝΚΜ  τα οποία είναι τόσο σημαντικά που ουσιαστικά ακυρώνουν  την κατανόηση της πραγματικότητας, μέσω μιας  νέας ευρετικής  του υποδείγματος,  εκείνο που πρωταρχικά  ενδιαφέρει είναι  η επιχείρηση «αντικειμενοποίησης» των ανθρωπίνων σχέσεων και ειδικά των πολιτικών σχέσεων που υπό μιαν έννοια αποτελούν  της σχέσης των σχέσεων των ανθρώπων. Μέσω της αντικειμενοποίησης  μπορεί να οριστεί το πολιτικά ορθόν που ταυτίζεται με  αυτό που προσδιορίζεται από το υπόδειγμα της ΝΚΜ το οποίο  όμως αποτελεί θεωρητική – απαγωγική  κατασκευή  και εκ των προτέρων έχει γίνει δεκτό ότι αντανακλά με απόλυτη πιστότητα  την πραγματικότητα. Το αόρατο χέρι επανέρχεται εκ νέου δηλώνοντας απερίφραστα ότι τα ανθρώπινα όντα αδυνατώντας να βρουν λύση στα προβλήματά τους πρέπει να καταφύγουν στις αόρατες δυνάμεις της αγοράς .Η ιστορία παρότι έχει δείξει επανειλημμένως την αδυναμία της παραπάνω απόφανσης εξακολουθεί να  κινείται σε αυτό τον αστερισμό. Η σύγχρονη πολιτική και κυρίως η ονομαζόμενη «προοδευτική» , αναλώνεται σε δραστηριότητες και όχι σε δράσεις. Γίνονται διαρκώς παρεμβάσεις προκειμένου «κάτι να γίνεται» . Οι πολιτικοί , οι ακαδημαϊκοί , οι ειδικοί  επιδίδονται σε ανούσιες συζητήσεις. Στην ουσία πρόκειται για ψευτο-δραστηριότητες : οι άνθρωποι δεν ενεργούν μόνο για να αλλάξουν κάτι αλλά και για να εμποδίσουν κάτι απ’ το να συμβεί πραγματικά κάτι. Πρόκειται για την κατάσταση της διαπαθητικότητας , είμαι παθητικός μέσω του Άλλου. Παραχωρώ στον Άλλο την παθητική πλευρά (την απόλαυση) της εμπειρίας μου για να μπορώ να παραμείνω ενεργητικά απασχολημένος με κάτι. Αυτή είναι η τυπική στρατηγική του ψυχαναγκαστικού : παραμένει μανιωδώς ενεργός προκειμένου να εμποδίσει να συμβεί πραγματικά κάτι.
Ενάντια σ’ αυτή τη διαπαθητικότητα , όπου δραστηριοποιούμαστε διαρκώς προκειμένου να διασφαλίσουμε ότι τίποτε δε θα αλλάξει πραγματικά, το πρώτο αληθινό κρίσιμο βήμα είναι να αποσυρθούμε στην παθητικότητα και να αρνηθούμε τη συμμετοχή. Αυτό το πρώτο βήμα ξεκαθαρίζει το έδαφος για την αληθινή δράση , για μια πράξη η οποία όντως θα επιφέρει την αλλαγή στις συντεταγμένες του πολιτικού σκηνικού [29].

Κώστας  Μελάς   Άνδρος 12.07.2009. Δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο περιοδικό Monthly Review τον Σεπτέμβριο 2009.
Μια σφαιρική ανάλυση των επιστημολογικών προβλημάτων της Οικονομικής υπάρχει στο :Κ.Μελάς, Η Ατελέσφορη Επιστήμη , Εκδόσεις Ευρασία , Μάιος 2013.





[1] Κ. Μελάς . Παγκοσμιοποίηση , Εξάντας 1999 .Σελίδα 124.
[2] Ch. Mouffe:  Δημοκρατικό παράδοξο, Πόλις 2004.
[3] Κ.Μελάς , Η Σαστισμένη  Ευρώπη, Εξάντας 2009.
[4] Κ.Καστοριάδης, Η Ορθολογικότητα του Καπιταλισμού. Ύψιλον /βιβλία 1998.
[5] Κ. Τσουκαλάς, Είδωλα Πολιτισμού. Θεμέλιο 1991. Βεβαίως διαφωνώ ρητά με την άποψη του Τσουκαλά ότι η πολιτική αποτελεί ένα απλό υποσύστημα όπως τα άλλα.
[6] Κ.Μελάς , Συζητώντας για τη Μακροοικονομική. Ανέκδοτη Εργασία . Αθήνα 2004.
  Κ.Μελάς, Εισαγωγή στο : D. Landes, Ο Πλούτος και η Φτώχεια των Εθνών, ΑΑ.Λιβάνη 2005.
[7] Π.Κονδύλης, Το Πολιτικό και ο Άνθρωπος. Θεμέλιο 2007.
[8] St. Levitt- St. Dubner: Σημεία και Τέρατα της Οικονομίας. ΑΑ.Λιβάνης 2006.
[9] J. LaplancheJ.B Pontalis, Λεξιλόγιο της Ψυχανάλυσης. Εκδόσεις Κέδρος 1986.
[10] J. LaplancheJ.B Pontalis, Λεξιλόγιο της Ψυχανάλυσης,. Εκδόσεις Κέδρος 1986.
[11] Κ. Καστοριάδης , Η Φαντασιακή Θέσμιση της Κοινωνίας , Ράππα 1988, σελίδα 42
[12] Πρέπει κατά την άποψή μου να δεχθούμε τη διαφοροποίηση μεταξύ  ενστίκτου και  ενορμήσεως, σύμφωνα με τους ορισμούς  που παρατίθενται στο : J. LaplancheJ.B Pontalis, Λεξιλόγιο της Ψυχανάλυσης,, Εκδόσεις Κέδρος 1986.
[13] Σε πλήρη αντίθεση με την επιστημονική αφαίρεση μιας υπάρχουσας πραγματικότητας με σκοπό την προσέγγιση και  μελέτη της.
[14] Κ. Καστοριάδης   όπως παραπάνω , σελίδα 41.
[15] G. Myrdal, Το Πολιτικό Στοιχείο στην Οικονομική Θεωρία. Παπαζήση 1985.
[16] Ακολουθώντας κατά γράμμα τις υποδείξεις του παραπάνω οικονομικού υποδείγματος οι ηγέτες των Εθνικών χωρών της Ευρώπης προχώρησαν στη δημιουργία του θεσμικού πλαισίου λειτουργίας της οικονομίας  της ΕΕ (Μάαστριχτ  Δεκέμβρης 1991).

[17] Sawyer.M.C . The NAIRU, Aggregate Demand and Investment. Macroeconomica 53 (1), 66-94. 2002

     
[18] Barro.J.R , Macroeeconomics, J.Wiley, NY, 1993.
[19] Γ.Μελάς- Κ.Μελάς : Ορθολογικές Προσδοκίες , Μια κριτική παρουσίαση . Αθήνα 2004.
[20] O Lucas R.E. αποτελεί αναμφισβήτητα την εμβληματική φυσιογνωμία στο χώρο της Ν.Κ.Μ. Οι εργασίες του, πολυάριθμες αλλά και πρωτοπόρες, αποτελούν το «μακρύ χέρι» των απόψεων της Ν.Κ.Μ., σε τέτοιο βαθμό που αναφερόμενοι σε αυτόν, ουσιαστικά αναφερόμαστε στην Ν.Κ.Μ. Παραθέτουμε εκτενή βιβλιογραφία των έργων του.
Lucas R.E.: Expectations and the Neutrality of Money, Journal of Economics Theory, 1972a.
Lucas R.E.: Econometric Testing of the natural Rate Hypothesis στο Eckstein O  (Επιμ.): The Econometrics of Price Determination, Washington, Conference Board of Governors of the Federal Reserve System and Social Science Council, 1972b.
Lucas R.E.: Some International Evidence on Output-Inflation Trade-offs, American Economic Review, 1973
Lucas R.E.: An Equilibrium Model of the Business Cycles, Journal of Political Economy, 1975
Lucas R.E.: Econometric Policy Evaluation: A Critique, Journal of Monetary Economics, 1976
Lucas R.E.: Unemployment Policy, American Economic Review, 1978
Lucas R.E.: Methods and Problems in Business Cycle Theory, Journal of Money, Credit and Banking, 1980
Lucas R.E.: Studies in Business-Cycles Theory, Cambridge, MIT Press, 1981a.
Lucas R.E.: Tobin and Monetarism: A Review Article, Journal of Economic Literature, 1981b.
Lucas R.E.: Models of Business Cycles, Yrio Yahysson Lectures, Oxford Blackwell, 1987
[21]  Tobin J.: Teoria Macroeconomica, Bancaria, p.21
[22] Shackle G.L.S.: The Years of High Theory, Cambridge University Press, 1967.
[23] Greenwald B – Stiglitz J.E.: Keynesian, New Keynesian and Νew Classical Economics, Δακτυλογραφημένο, 1986
[24] Lucas R.E.: Real Wages, Employment and Inflation, Journal of Political Economy, 1969
[25] Lucas R.E.: Studies in Business – Cycles Theory, Cambridge MIT Press, 1981
[26] Lucas R.E.: An Equilibrium Model of Business Cycles, Journal of Political Economy, 1975. Ο πρώτος όμως που τυποποίηση τα υποδείγματα αυτά, ήταν ο Phelps, The New Microeconomics in Inflation and Employment Theory, American Economic, Review, 1969.
[27] Μια ανάλυση των προβλημάτων που ανακύπτουν στο υπόδειγμα της Ν.Μ.Κ., υπάρχει στο Κ. Μελάς: Η Νέα Κλασική Μακροοικονομία, Οικονομικά Χρονικά, Τεύχος 13, Αθήνα, 1998.
[28] Κ.Μελάς , Η Νέα Κλασική Μακροοικονομία  . Οικονομική Επιθεώρηση .Τεύχος 13/ 1998.
[29] S. Zizek, Lakan, Πατάκη 2009. Κεφάλαιο 2.