Πέμπτη, 6 Ιουνίου 2013

Η διεύρυνση της παραγωγικής βάσης της ελληνικής οικονομίας και το πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής



Η όλη συζήτηση η οποία διεξάγεται για την ελληνική οικονομία  και ειδικότερα η συζήτηση με βάση  τις  μακροοικονομικές μεταβλητές στηρίζεται σε μια ουσιαστικά στατική αντίληψη για την παραγωγική βάση της οικονομίας.  Με βάση την ίδια  αντίληψη  γίνονται οι εκτιμήσεις για την παραγωγικότητα και την ανταγωνιστικότητά της ελληνικής οικονομίας , δύο μεγέθη τα οποία αποτελούν κλειδιά στην αξιολόγηση της με δεδομένη την παγκοσμιοποιημένη οικονομία.
Επί της ουσίας ποτέ η συζήτηση  δεν κατευθύνεται στο κατά πόσον η δεδομένη παραγωγική βάση είναι σε θέση να στηρίξει τα εισοδηματικά μερίδια όπως αυτά καταγράφονταν την προηγούμενη δεκαετία της «τεχνητής ευημερίας». 
Το σημαντικό έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου σίγουρα αποτελεί το πρώτο κριτήριο με βάση το οποίο επιβεβαιώνεται η παραπάνω παραδοχή. Το δεύτερο κριτήριο είναι η χαμηλή προστιθέμενη αξία όλων των τομέων της ελληνικής βιομηχανίας η οποία δεν υπερβαίνει κατά μέσο όρο το 22-24% με αποτέλεσμα η εισροές για την παραγωγή των αγαθών (εγχωρίως καταναλωμένων αλλά και εξαγομένων) να είναι απαραίτητες και να αποτελούν υπό μια έννοια ανελαστικές δαπάνες για την εισαγωγή τους. Η τελευταία έκθεση της ΤτΕ για τη Νομισματική πολιτική δείχνει με ακρίβεια ότι η μείωση της ΑΕΠ λόγω του προγράμματος της βίαιης δημοσιονομικής προσαρμογής προκαλεί δραστική μείωση των εισαγωγών .  Η μείωση της δαπάνης για εισαγωγές επιταχύνθηκε το 2012 και προήλθε από τη σημαντική μείωση των εισαγωγών πρώτων υλών (εκτός καυσίμων), κεφαλαιακών και ενδιάμεσων αγαθών, καθώς και διαρκών καταναλωτικών αγαθών .  Η διατήρηση ωστόσο της παρατηρούμενης μείωσης του εμπορικού ελλείμματος  σε χαμηλά επίπεδα προϋποθέτει την αντιμετώπιση χρόνιων δομικών αδυναμιών της ελληνικής οικονομίας (ενεργειακή εξάρτηση, υψηλό εισαγωγικό περιεχόμενο των εξαγωγών και περιορισμένη παραγωγική βάση σε σχέση με την εγχώρια ζήτηση). Αν δεν αντιμετωπισθούν άμεσα   τα παραπάνω η όποια μεγέθυνση του ΑΕΠ θα συνοδευθεί και από πιέσεις στο εξωτερικό ισοζύγιο. Δηλαδή η περιορισμένη παραγωγική βάση της οικονομίας θα πρέπει να διευρυνθεί. Όμως η ήδη υπάρχουσα περιορισμένη  παραγωγική βάση με την ακολουθούμενη  ταυτόχρονη απομόχλευση του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα οδήγησαν σε  ύφεση την οικονομία για  πέμπτο χρόνο, με την οικονομική δραστηριότητα να έχει υποχωρήσει αθροιστικά κατά 20% από την αρχή της κρίσης και το ποσοστό ανεργίας να έχει αυξηθεί αθροιστικά κατά περίπου 17 εκατοστιαίες μονάδες, αγγίζοντας το Φεβρουάριο του 2013 το πολύ υψηλό επίπεδο του 27%.
Σήμερα, μετά από πέντε χρόνια βαθιάς ύφεσης, η οικονομία βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα
νέο έλλειμμα, την ελλιπή ζήτηση, καθώς το παραγωγικό κενό (η διαφορά μεταξύ πραγματικού ΑΕΠ και δυνητικού προϊόντος) της οικονομίας το 2013 είναι περίπου -12%, το οποίο σημαίνει ότι η ζήτηση πρέπει να αυξηθεί κατά 12% για να καλύψει τη δυνητική προσφορά προϊόντων και υπηρεσιών στην οικονομία. Το πώς θα συμβεί αυτό βεβαίως είναι ζητούμενο με το παρόν πρόγραμμα.
 Όμως , και αυτό είναι το σημαντικό σημείο το οποίο θα πρέπει να υπογραμμισθεί , το παραγωγικό κενό θα ήταν ακόμη μεγαλύτερο αν το δυνητικό προϊόν της οικονομίας δεν είχε επίσης υποχωρήσει κατά περίπου 6% μεταξύ 2009 και 2012 ως αποτέλεσμα της αύξησης της μακροχρόνιας ανεργίας και της μερικής απαξίωσης του παραγωγικού πάγιου κεφαλαίου. Δηλαδή το πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής το οποίο ακολουθούν οι ελληνικές κυβερνήσεις έχει περαιτέρω αρνητική επίδραση στην ήδη στενή παραγωγική βάση της ελληνικής οικονομίας. Κυριολεκτικά , λόγω της μακροπρόθεσμης ανεργίας (χάσιμο εργατικού δυναμικού σχεδόν για πάντα) και απαξίωση παγίων κεφαλαίων (επίσης για πάντα) η ελληνική οικονομία έχασε τη δυνατότητα που είχε  να παράγει 12 δις ευρώ εισόδημα ή 6,0% του ΑΕΠ.