Δευτέρα, 3 Ιουνίου 2013

Βιβλιοκρισία: Μικρά μαθήματα για την Ελληνική οικονομία υπό Κώστα Μελά Εκδόσεις Πατάκη 2013

 του Νικολάου Μπινιάρη

Τα Μικρά Μαθήματα για την Ελληνική Οικονομία είναι χωρίς καμιά αμφιβολία ένα κείμενο το οποίο πρέπει να διαβαστεί από ειδήμονες και μη. Για κάποιους η ερμηνεία του ιστορικού φαινομένου Ελλάδα μέσα από το βιβλίο αυτό θα είναι απορριπτέα, αλλά μόνον εάν κατασκευάσουν δικά τους στέρεα αντεπιχειρήματα. Για πολλούς όμως θα είναι μια απελευθέρωση από τα εισαγόμενα πρότυπα αναλύσεων και των εκάστοτε καταστροφικών προβολών τους πάνω στην ελληνική ιδιοτυπία.
Στην εισαγωγή ο Μελάς κάνει μια τολμηρή κίνηση. Θεωρεί πως οι κοινωνίες έχουν ένα σκληρό πυρήνα ο οποίος αποτελεί την μεταφυσική θεμελίωση τους, με την έννοια γενικών αρχών ιστορικών-κοινωνικών εμπειριών, και συνεπώς και τη θεμελίωση των κρατών όπως του ελληνικού (σελ.15). Ο σκληρός αυτός πυρήνας δεν μεταβάλλεται παρά μόνο ως προς τα όρια του πλαισίου του κοινωνικού σχηματισμού (σελ. 15-16). Αυτόν τον «σκληρό πυρήνα» επιχειρεί να αναδείξει ο συγγραφέας  και να τον συσχετίσει με τα αίτια της σημερινής καταστροφής της πατρίδος μας.   
Το βιβλίο χωρίζεται σε τρία κεφάλαια. Το πρώτο πραγματεύεται το πρόβλημα το οποίο έχει μείνει εν πολλοίς αναπάντητο. Έχει η ελληνική οικονομία ιδιοτυπίες ή ασθένειες; Το ερώτημα αυτό δεν μπορεί να απαντηθεί αν δεν κατηγοριοποιηθεί η ελληνική οικονομία με εργαλεία ανάλυσης τα οποία συναρμόζουν με την πραγματικότητα, όπως την θέτει γενικότερα η ιστορία της χώρας. Βρισκόμαστε μπροστά σε μια ιστορική πραγματικότητα η οποία δημιουργεί σύγχυση και στους πολιτικούς και τους οικονομολόγους. Ο Μελάς την αντιμετωπίζει δίχως αναστολές. Η Ελλάδα δεν συμμετείχε στην κοινωνική εξέλιξη από τη φεουδαρχία  στο απολυταρχικό κράτος, την επιστημονική επανάσταση, το Διαφωτισμό, τη βιομηχανική επανάσταση και τέλος στην ανάδυση του αστικού φιλελεύθερου κράτους. Σε αυτό ακριβώς το σημείο έγκειται η ιδιοτυπία της σε σχέση με το υπό γενική έννοια «Δυτικό μοντέλο». Αυτό δεν αποτελεί ασθένεια, όπως πολλοί θέλουν να περιγράφουν με αυτόν τον όρο την ελληνικά πραγματικότητα, και διερωτάται: «Αν με κατηγορηματικό τρόπο διαπιστώνεται ότι είναι ασθένεια [οι ιδιοτυπίες, ιδιομορφίες] γιατί τις ανιχνεύουμε και σήμερα και γιατί δεν έχουν διορθωθεί;» (σελ. 28). Ο συγγραφέας, επιμένει σε αυτό το διαχωρισμό, διότι δίχως αυτόν η έννοιες της σύγκρισης και της κατηγοριοποίησης της ελληνικής ιδιοτυπίας δεν μπορούν να επιτελέσουν κανένα χρήσιμο ερμηνευτικό έργο. Οι ιδιοτυπίες: «Μετατρέπονται σε ασθένειες [οι ιδιοτυπίες], και μάλιστα σοβαρές όταν οι κοινωνικές διεργασίες και οι πολιτικές αποφάσεις των κυριάρχων ελίτ τις υπερβαίνουν κατά τρόπο βίαιο και βουλησιαρχικό στην κατά καιρούς προσπάθεια τους είτε να εφαρμόσουν εκσυγχρονιστικά προγράμματα μεγάλου βεληνεκούς είτε να εξυπηρετήσουν πελατειακά συμφέροντα» (σελ. 27). Η τολμηρή κίνηση του διανοητή συνεχίζεται όταν επιχειρεί να διαυγάσει την έννοια της ελληνικότητας και του διαχρονικού προβλήματος της ελληνικής ταυτότητας,  προσπάθεια η οποία θα προκαλέσει αλλά και θα βοηθήσει πάρα πολύ τη σκέψη όσων προβληματίζονται πάνω σε αυτό το ζήτημα.
Στη συνέχεια ο  Μελάς προχωρά σε μια πραγματολογική διερεύνηση της συγκρότησης του ελληνικού κράτους και του κοινωνικού υποκειμένου του νέο-έλληνα από το 1830 έως σήμερα. Χρησιμοποιεί τους όρους ‘πατριαρχικές ή ιεραρχικές δομές’ ακολουθώντας τον Π. Κονδύλη, και περιγράφει το ελληνικό μεταπρατικό κεφάλαιο ως εξαρτημένο από τις δραστηριότητες του ξένου κεφαλαίου δίχως να αναλαμβάνει τους επιχειρηματικούς παραγωγικούς κινδύνους. (σελ. 36).
Κομβική είναι η τοποθέτηση του βιβλίου για το ρόλου του κράτους στην ελληνική οικονομία. «Ανεξαρτήτως των προβλημάτων από το 1830 έως το 2012…αυτό [το κράτος] παρέμεινε ο βασικός πυλώνας ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας.» (σελ.81). Η μελέτη παρουσιάζει το ρόλο του κράτους στην προσπάθεια για εκβιομηχάνιση, καθώς και το ρόλο του διαχρονικού φαινομένου του ελλείμματος του εξωτερικού ισοζυγίου συναλλαγών. Η εισροή κεφαλαίων, δάνειων, εμβασμάτων παροίκων και από τον εφοπλιστικό τομέα και πιο πρόσφατα από τον τουρισμό ήσαν μόνιμες πηγές κάλυψης αυτών των ελλειμμάτων αλλά συνεχής πηγή αύξησης της ζήτησης δίχως η εντόπια παραγωγή να μπορεί να την καλύψει δημιουργώντας διεύρυνση του ελλείμματος του εμπορικού ισοζυγίου. Για τις κυβερνήσεις: «Το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών στο βαθμό που καλύπτονταν από εισροές πόρων, θεωρείται ότι δεν αποτελούσε πρόβλημα για την ελληνική οικονομία. Βεβαίως το αντίθετο συνέβαινε.» (σελ.100). Στη συνέχεια εξετάζει το επίσης διαχρονικό πρόβλημα της φορολογίας και ως εκ τούτου του αναδιανεμητικού ρόλου του κράτους. Αναδεικνύει ότι το  βάρος της φορολογίας έπεφτε στο μεσαίο χαμηλά στρώματα με ευνοούμενους τα ανώτερα στρώματα και αργότερα τα αγροτικά. Η φορολογία βέβαια αντικατόπτριζε την πολιτική ισχύ των στρωμάτων αυτών σε ψήφους ή χρήμα. Μετά το 1980 με την άνοδο των μεσαίων στρωμάτων η φορολογική πολιτική δεν διαφοροποιείται αλλά οι κυβερνήσεις προσέφευγαν σε εξωτερικό δανεισμό.
Στο δεύτερο κεφάλαιο του βιβλίου ο  Μελάς αναζητά τα αίτια της σημερινής κρίσης. Η αναζήτηση αυτή τον οδηγεί στην ανάλυση των κοινωνικών διεργασιών οι οποίες διαφοροποίησαν ριζικά την κλασσική έννοια της δημοκρατίας και του πολιτικού της υποκειμένου σε μαζικοδημοκρατία με ένα παραλλαγμένο, εξ αρχής πολιτικό υποκείμενο το οποίο στην πραγματικότητα έχει απομακρυνθεί από την πολιτική: «Η μάζα… είναι ο άνθρωπος που επιχειρεί την αυτοπραγμάτωση του σκηνοθετώντας ο ίδιος τον εαυτό του.»(σελ.122). Η ανάλυση της μεταμοντέρνας δημοκρατίας και του πολιτικού ως συγκρουσιακή κοινωνική σχέση και όχι ως μια συναίνεση η οποία αναιρεί την πολιτική αυτή καθ’ αυτήν  αποτελεί ένα βασικό μέρος της ερμηνευτικής προσπάθειας του συγγραφέα και πρέπει να προσεχθεί από τον αναγνώστη. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ο Μελάς παραθέτει την διαδρομή της χώρας από τη συνθήκη του Μάαστριχτ και την είσοδο της στο ενιαίο νόμισμα έως την πτώχευση. Κυριολεκτικά, κονιορτοποιεί την αντίληψη (προπαγάνδα) μερί «ισχυρής Ελλάδος» και τις συμπαραδηλούμενες έννοιες περί ισοτιμίας της στην ΕΕ και ισχυρού παίκτη παγκοσμίως. Η χώρα απέτυχε παταγωδώς να προσαρμοστεί στις προδιαγραφές της ΕΕ και του ευρώ και η αποτυχία αυτή ήρθε με τον πιο εκκωφαντικό τρόπο να εμφανιστεί μπροστά μας τα τελευταία πέντε χρόνια.
Στο τρίτο μέρος η ανάλυση οδηγείται στην παράθεση του Μνημονίου και των αποτελεσμάτων του. Εδώ ο κοινωνικός και ιστορικός διανοητής παραχωρεί το ρόλο του στον οικονομολόγο ο οποίος με σαφή τρόπο αναλύει το λάθος της σύλληψης και εκτέλεσης του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής και της αντιμετώπισης του δημοσίου χρέους. Θεωρεί πάντως πως όλοι οι παίκτες, συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδος, στο παιγνίδι της ΕΕ και της Ζ.Ε, έχουν ευθύνες και πρέπει να γίνει καταμερισμός τους(σελ. 212). Θεωρεί πως: «Δυστυχώς δεν προτείνεται από καμία ομάδα ένα συγκροτημένο σχέδιο που να λαμβάνει υπόψη του όλους τους υφιστάμενους περιορισμούς, αλλά και τους υπάρχοντες βαθμούς ελευθερίας στη συγκεκριμένη περίοδο». (σελ.224). Δίνει στο τέλος τρεις απαντήσεις στο τι πρέπει να γίνει: πρώτον, να ειπωθεί η αλήθεια και να γίνει αποδεκτό το γεγονός πως η Ελλάδα έχει χρεοκοπήσει, δεύτερον, η άμεση σταθεροποίηση της ελληνικής οικονομίας και τέλος απαιτείται ένα συλλογικό και σε εθνικό επίπεδο σχέδιο σταθεροποίησης και αναδιάταξης της ελληνικής οικονομίας (σελ.224-227). Θα μπορούσαμε να κάνουμε κριτική στον Μελά γιατί δεν είναι πιο τολμηρός ή πιο ριζοσπαστικά πρωτοποριακός. Οι προτάσεις του φαντάζουν αυτονόητες και πιθανώς βαρετές. Δυστυχώς, το ελληνικό κοινωνικό-ιστορικό φαντασιακό αποδεικνύεται και από αυτό το βιβλίο πως χρειάζεται μια ισχυρή δόση πραγματισμού και αναλυτικής σκέψης για να αντιμετωπίσει τα διαχρονικά του προβλήματα. Χρειάζεται μαθήματα από την ιστορία του και την οικονομία του ώστε οι ιδιοτυπίες του και οι βαριές ασθένειες όπως αυτές παρουσιάζονται στις συγκρούσεις και αποκλίσεις από το «Δυτικό μοντέλο» στο οποίο προσπαθεί να προσαρμοστεί να μην φέρουν το κράτος και το κοινωνικό υποκείμενο του στα όρια της καταστροφής.

Νικόλαος Α. Μπινιάρης Συγγραφέας