Σάββατο, 29 Ιουνίου 2013

Νέα αύξηση του ελλείμματος του εμπορικού ισοζυγίου της Τουρκίας.


Το έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου της Τουρκίας ανήλθε ,  το πεντάμηνο Ιανουαρίου –Μαΐου 2013 στα 41,961 δις δολάρια έναντι 35,890 δις δολάρια το αντίστοιχο πεντάμηνο του 2012. Το εμπορικό έλλειμμα παρουσίασε αύξηση 16,9%. Οι εξαγωγές την ίδια περίοδο, αυξήθηκαν κατά 2,8% (2012: 61,ο67 δις δολάρια) ενώ οι εισαγωγές αυξήθηκαν κατά 8,1% (2012: 96,957 δις δολάρια , 2013: 104,790 δις δολάρια). Τα στοιχεία προέρχονται από την Τουρκική Στατιστική Υπηρεσία.
Παρά το ότι η τουρκική οικονομία ακολουθεί το υπόδειγμα  export-led  από το 2001 , ουσιαστικά οι εισαγωγές της αυξάνουν με μεγαλύτερο ρυθμό από τις εξαγωγές αποδεικνύοντας ότι η οικονομία λειτουργεί χωρίς να λαμβάνει υπόψη της τα θεωρητικά υποδείγματα.
Οι κύριοι εξαγωγικοί προορισμοί των τουρκικών προϊόντων είναι η Γερμανία (1,104 δις δολ) , το Ιράκ ( 1,007 δις δολάρια), το ΗΒ (0,686 δις δολάρια) και η Ιταλία (0,577 δις δολάρια).  Αντίστοιχα οι χώρες που πραγματοποιούν τις μεγαλύτερες εξαγωγές στην τουρκική οικονομία είναι  η Κίνα (2,148 δις δολάρια), η Γερμανία (2,148 δις δολάρια) η Ρωσία (1,711 δις δολάρια)και η Ελβετία (1,496 δις δολάρια).
Ο δείκτης κάλυψης  των εισαγωγών από τις εξαγωγές ανήλθε στο 60,0% το 2013 έναντι 63,0% το 2012.
Το 93,2% των εξαγομένων προϊόντων  ανήκουν στην κατηγορία της μεταποίησης , ενώ το 73,9% και το 14,2% των εισαγομένων προϊόντων  αντίστοιχα στα ενδιάμεσα και στα κεφαλαιουχικά αγαθά. 
Συνεχίζεται έτσι η αποκάλυψη των εγγενών προβλημάτων της τουρκικής οικονομίας όπως έχουμε αναδείξει σε ανύποπτο χρόνο στο βιβλίο μας :Σ.Λυγερός- Κ.Μελάς , Μετά τον Ερντογάν τι; Εκδόσεις Πατάκη , Απρίλιος 2013. 
                                                              Γραφική Παράσταση 1.


                                               Πηγή: TURKSTAT

Ελληνικό ταξιδιωτικό Ισοζύγιο Ιανουάριος-Απρίλιος 2013.



Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΤτΕ , το Ταξιδιωτικό Ισοζύγιο την περίοδο Ιανουαρίου - Απριλίου 2013 παρουσίασε πλεόνασμα 227 εκατ. ευρώ παρουσιάζοντας αύξηση κατά 42 εκατ. ευρώ σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2012 (Ιανουάριος - Απρίλιος 2012: 186 εκατ. ευρώ).
Όμως η εξέλιξη αυτή οφείλεται στη μεγαλύτερη μείωση των ταξιδιωτικών πληρωμών, κατά 100 εκατ. ευρώ ή 18% σε σχέση με την περίοδο Ιανουαρίου - Απριλίου 2012, σε σύγκριση με τη μείωση των ταξιδιωτικών εισπράξεων κατά 58 εκατ. ευρώ ή 7,9%. Δηλαδή η βελτίωση οφείλεται και εδώ στη μεγαλύτερη μείωση των πληρωμών σε σχέση με τη μείωση των εισπράξεων. Οι Έλληνες πολίτες έχουν σταματήσει να ταξιδεύουν στο εξωτερικό όπως τα προηγούμενα έτη της «ευημερίας». Συνεπώς στερούνται σε μεγάλο βαθμό ένα «αγαθό» το οποίο απολαμβάνανε τα προηγούμενα χρόνια . Υπ’ αυτή την έννοια η πολιτική της δημοσιονομικής προσαρμογής  αποβλέπει στον ασφυκτικό περιορισμό όλων εκείνων των «αγαθών» τα οποία προσφέρονται ως σήμα κατατεθέν του συστήματος . Η επαναφορά της ελληνικής οικονομίας σε καταναλωτικές συνήθειες προηγούμενων εποχών πιστοποιεί την αντιφατικότητα του εφαρμοζόμενου υποδείγματος δημοσιονομικής προσαρμογής.    
 H μείωση των ταξιδιωτικών εισπράξεων οφείλεται στη μείωση κατά 6,5% της μέσης ανά ταξίδι δαπάνης και στη μείωση των αφίξεων κατά 1,5%. Σημειώνεται τέλος ότι οι καθαρές εισπράξεις από την παροχή ταξιδιωτικών υπηρεσιών συνέβαλαν με ποσοστό 10,7% στο σύνολο των καθαρών εισπράξεων από υπηρεσίες και αντιστάθμισαν το 3,7% του ελλείμματος του εμπορικού ισοζυγίου.  Παρατηρείται να συμβαίνει εδώ το αναμενόμενο, να μειώνεται η  κατά κεφαλή δαπάνη  ανά τουρίστα ,λόγω της ακολουθούμενης  οικονομικής πολιτικής «αύξησης της ανταγωνιστικότητας των τουριστικών υπηρεσιών» η οποία εδράζεται στη δραστική μείωση του  μισθολογικού  κόστους των εργαζομένων του τομέα και γενικά «στην εσωτερική υποτίμηση».  Οι Έλληνες εργαζόμενοι ,αλλά και η ελληνική οικονομία ως σύνολο , θα χρειάζεται να αφιερώσει μεγαλύτερο χρόνο εργασίας για να εισάγει την ίδια ποσότητα προϊόντων (εισροών) από το εξωτερικό.Ή με άλλα λόγια η αύξηση του αριθμού των τουριστών δεν θα είναι ανάλογη της αύξησης των αξιών που θα δαπανήσουν στην χώρα.

Η εισερχόμενη ταξιδιωτική κίνηση την περίοδο Ιανουαρίου - Απριλίου 2013 μειώθηκε κατά 1,5% και διαμορφώθηκε στις 1.581 χιλ. ταξιδιώτες, έναντι 1.604 χιλ. ταξιδιωτών την αντίστοιχη περίοδο του 2012. Κατά την επισκοπούμενη περίοδο η ταξιδιωτική κίνηση από τις χώρες της ΕΕ των 27 διαμορφώθηκε στις 831 χιλ., παρουσιάζοντας μείωση κατά 8,7%, ενώ αντίθετα οι αφίξεις από τις λοιπές χώρες εκτός της ΕΕ των 27 διαμορφώθηκαν στις 750 χιλ. και παρουσίασαν αύξηση κατά 8% σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του 2012.



Πέμπτη, 27 Ιουνίου 2013

Δύο αναγκαίοι και εφικτοί στόχοι για την ελληνική οικονομία.


Η ελληνική οικονομία βρίσκεται , για έκτο χρόνο,  καθηλωμένη στην  ύφεση η οποία οφείλεται απερίφραστα και χωρίς  κανένα ενδοιασμό στο σκληρό και βίαιο  πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής  ,το οποίο  συγχρόνως , όπως όλοι ομολογούν πλέον , εκτός βεβαίως των γνωστών φονταμενταλιστών , είναι αναποτελεσματικό ως προς τους στόχους αυτούς καθ’ αυτούς,  όπως τους  είχαν σχεδιάσει οι δημιουργοί του , αλλά και σε σχέση με το ασύλληπτα υψηλό κόστος ευκαιρίας το οποίο καταβάλει η ελληνική οικονομία.     
Δεν χρειάζεται να επιμείνουμε σε όλα αυτά τα οποία έχουν αναλυθεί επαρκώς. Με δεδομένη την αδυναμία, στο προσεχές μέλλον, αλλαγής του λογικού πλαισίου του προγράμματος (παρά την πολύπλευρη αναγνώριση λαθών) εκείνο που μένει στην ελληνική κυβέρνηση ως ύστατη σανίδα σωτηρίας  δεν είναι τίποτε περισσότερο από την προσπάθεια  δημιουργίας  μικρών αλλά σταθερών  αντίρροπων δυνάμεων (που απορρέουν από τη σημερινή πραγματικότητα άρα μπορούν να υπάρξουν ως τέτοιες).
Δύο είναι σήμερα οι εφικτοί και αναγκαίοι στόχοι στους οποίους θα πρέπει να επικεντρωθεί η κυβέρνηση και οι οποίοι στην πορεία μπορούν να αποδειχθούν  και ικανοί για την σταθεροποίηση της ελληνικής οικονομίας :
-            η δημιουργία εναλλακτικού μηχανισμού χρηματοδότησης της πραγματικής οικονομίας (ανεξάρτητα από  το τι θα πράξει το τραπεζικό σύστημα και όλοι γνωρίζουμε ότι δεν πρόκειται να πράξει τίποτε μέχρι να αρχίσει η οικονομία να αναπτύσσεται). Αποτελεί αδήριτη ανάγκη της ελληνικής οικονομικής πραγματικότητας η δημιουργία ενός Ελληνικού Επενδυτικού Ταμείου . Η Ελλάδα έχει απόλυτη ανάγκη μιας αναπτυξιακής – επενδυτικής τράπεζας /ταμείου ώστε να χαράξει και να χρηματοδοτήσει καίριους αναπτυξιακούς στόχους οι οποίοι θα αποτελέσουν κινητήριους μηχανισμούς της ανάκαμψής της εντός ενός παραγωγικού πλαισίου το οποίο σε τελευταία ανάλυση θα πρέπει  τουλάχιστον να περιγραφεί έστω και αχνά. 
-          Σύμφωνα με πληροφορίες υπάρχει  στήριξη της Γερμανίας  στο σχέδιο δημιουργίας του Ελληνικού Επενδυτικού Ταμείου.  Το αρχικό κεφάλαιο του Ταμείου θα ανέλθει σε 500 εκατ. ευρώ, εκ των οποίων τα 350 εκατ. θα προέλθουν από πόρους του ΕΣΠΑ και του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, ενώ τα υπόλοιπα από τη γερμανική επενδυτική τράπεζα KfW και από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (ΕΤΕπ).  Παρότι τα ποσά είναι ελάχιστα θα μπορούσαν να αποτελέσουν σταγόνες διάσωσης σε μια έρημο ρευστότητας.Η συμμετοχή της KfW εκτιμάται ότι θα ανέλθει έως 100 εκατ. ευρώ, καθώς μέχρι του ποσού αυτού δεν απαιτείται η έγκριση του γερμανικού κοινοβουλίου. Στο όλο εγχείρημα, ΔΝΤ και Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) έχουν από την αρχή αντιρρήσεις, οι οποίες εδράζονται στο ότι θεσμοί όπως το Επενδυτικό Ταμείο είναι αμφιβόλου αποτελεσματικότητας. Εύκολα διακρίνει κανείς τη διαφορετική προσέγγιση για το πώς κάθε ένας αντιλαμβάνεται την λειτουργία της οικονομίας και τον υποβοηθητικό ρόλο του κράτους σε αναπτυξιακές διαδικασίες. Όμως εδώ η Γερμανία έχει απολύτως δίκιο διότι …είναι κράτος και έχει την εμπειρία της πράξεως. Οι άλλοι δύο είναι …οργανισμοί με γραφειοκράτες υπαλλήλους και άγνοια της ουσιαστικής οικονομικής πραγματικότητας σε κάθε χώρα. Η ελληνική κυβέρνηση πρέπει στην κυριολεξία να δώσει απόλυτη προτεραιότητα σε αυτόν το σχεδιασμό.
-          Η απελπιστική κατάσταση στην οποία βρίσκεται η ελληνική οικονομία , από την άποψη εισροής επενδυτικών πόρων στην παραγωγική – πραγματική οικονομία δεν μπορεί να συνεχισθεί. Η όποια εισροή πόρων από το εξωτερικό ανήκει στην κατηγορία των επενδύσεων χαρτοφυλακίου και μόνο λογιστικά εξυπηρετεί αυτή τη στιγμή την ελληνική οικονομία.  Αν δεν υπάρξει η δυνατότητα συμμετοχής των δημοσίων επενδύσεων σε ένα ικανοποιητικό επίπεδο (δεδομένου ότι οι περικοπές των δημοσίων  επενδυτικών  δαπανών λειτουργούν ως παράγοντας  εξισορρόπησης των μειωμένων εσόδων ώστε να επέρχεται ισορροπία στο πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής) είναι ουσιαστικά αδύνατον να υποβοηθηθεί η επανεκκίνηση της οικονομίας. Επομένως χρειάζεται άμεσα αύξηση του ύψους των δημοσίων επενδυτικών δαπανών . Αυτό μπορεί να γίνει μόνο μέσω της αντίστοιχης μείωσης της δαπάνης για τόκους που καταβάλει το ελληνικό δημόσιο για τα δάνεια που έχει λάβει πλέον από τα ευρωπαϊκά κράτη , από την ΕΚΤ και τις υπόλοιπες Εθνικές Κεντρικές Τράπεζες. Αυτό έπρεπε να είχε διεκδικηθεί ακόμη και χθες. Τα επιτόκια των δανείων του πρώτου μνημονίου πρέπει να μειωθούν  στο χαμηλότερο δυνατόν επίπεδο ώστε να αντανακλούν μόνο το κόστος δανεισμού των συγκεκριμένων πόρων χωρίς να αφήνουν κανένα επιτοκιακό κέρδος στις δανείστριες χώρες.  Τα 7,5 δις ευρώ το 2013 , και τα 8,7 δις ευρώ σύμφωνα με το πρόγραμμα που πρέπει η Ελλάδα να καταβάλει για πληρωμή τόκων  κάλλιστα μπορούν να μειωθούν κατά 2 με 3 δις ευρώ με τα ποσά αυτά να κατευθύνονται προς τις δημόσιες επενδύσεις .  Στην ελληνική οικονομία ο καθοδηγητικός ρόλος των δημοσίων επενδύσεων μπορεί να γίνει και αποτελεσματικός μόνο  όταν ενταχθεί σε ένα σχέδιο εθνικής ανασυγκρότησης το οποίο απουσιάζει παντελώς από το λεξιλόγιο των κυβερνώντων. Η επιμονή των ευρωπαίων να μην αποδέχονται μέχρι σήμερα καμία προσπάθεια δημιουργίας αντίρροπων επενδυτικών προσπαθειών η οποίες μόνο με μέσω αυτού του μηχανισμού μπορούν να προέλθουν ίσως να εδράζεται στην αδυναμία πρόταξης τέτοιων προτάσεων από τη μεριά των κυβερνώντων
ΚΩΣΤΑΣ  ΜΕΛΑΣ.

Δευτέρα, 24 Ιουνίου 2013

Μπορεί μια Κεντρική Τράπεζα να "πτωχεύσει" ;



  1. Η Κεντρική Τράπεζα  μιας χώρας προσομοιάζει ως προς τη λειτουργία της με μια ιδιωτική επιχείρηση- τράπεζα;
Μεγάλο μέρος των αναλύσεων σύμφωνα με τις οποίες υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να υποστούν απώλειες οι πιστώτριες χώρες και μεταξύ αυτών πρωτίστως η Γερμανία , στηρίζονται στην άποψη ότι η ΕΚΤ ή κάποια άλλη ΚΤ πχ FED, λειτουργούν όπως οι ιδιωτικές επιχειρήσεις σχετικά με την φερεγγυότητά τους. Δηλαδή θεωρούν ότι η έννοια της φερεγγυότητας λαμβάνει το περιεχόμενο που η έννοια έχει και σε μια ιδιωτική επιχείρηση-τράπεζα.   Το περιεχόμενο της έννοιας όταν αναφερόμαστε σε μια ιδιωτική επιχείρηση είναι γνωστό[1].  Η μεταφορά της έννοιας φερεγγυότητα με το συγκεκριμένο περιεχόμενο που ισχύει στην ιδιωτική επιχείρηση δεν αφορά στη ΚΤ, διότι απλούστατα οποιαδήποτε ΚΤ δεν μπορεί να προχωρήσει σε «αθέτηση πληρωμών» (default) ή να το πούμε με όρους που αφορούν στις ιδιωτικές επιχειρήσεις, «δεν μπορεί να πτωχεύσει». Τούτο διότι η ΚΤ μπορεί να εκδώσει ,θεωρητικά, οποιαδήποτε ποσότητα χρήματος για να αποζημιώσει – πληρώσει τους πιστωτές της  και πρωταρχικά  τους διακρατητές ρευστού χρήματος[2] . Δηλαδή τους πολίτες της χώρας στην οποία ανήκει ως ΚΤ. Συνεπώς η αποπληρωμή θα μετατρέψει το «παλαιό» χρήμα σε «νέο» χρήμα. Αντίθετα με ότι συμβαίνει στις ιδιωτικές επιχειρήσεις , η έκδοση νέου χρήματος  (αύξηση των υποχρεώσεων της ΚΤ) δεν δημιουργεί  «ειδικού τύπου» απαιτήσεις στο ενεργητικό της με το υπάρχον και ευρισκόμενο σε λειτουργία Διεθνές Νομισματικό Σύστημα (ΔΝΣ).  Η ΚΤ δεν υπόσχεται , όπως στην περίοδο κατά την οποία επικρατούσε ο Κανόνας Χρυσού (gold standard), ότι θα μετατρέψει τις υποχρεώσεις της σε χρυσό. Ούτε όταν ίσχυε το σύστημα σταθερών (με περιορισμένη προσαρμογή) ισοτιμιών ( Bretton Woods) και υποσχόταν ότι θα μετατρέψει τις υποχρεώσεις της σε συνάλλαγμα με σταθερή τιμή. Όλες οι σύγχρονες ΚΤ δεν προβαίνουν σε παρόμοιες υποσχέσεις. Επομένως ο κίνδυνος  «πτώχευσης» δεν υφίσταται για οποιαδήποτε ΚΤ. Η βασική υπόσχεση την οποία δίνουν  σήμερα, όλες οι ΚΤ (ή η μεγάλη πλειοψηφία τους)  και μεταξύ αυτών και η ΕΚΤ  είναι  ότι το χρήμα θα μπορεί να μετατρέπεται σε ένα καλάθι αγαθών και υπηρεσιών σε μια σχετικά σταθερή τιμή. Δηλαδή με άλλα λόγια η ΕΚΤ (και οι άλλες ΚΤ) υπόσχονται σταθερότητα τιμών[3]. Ως εκ τούτου  δεν έχει νόημα η άποψη ότι μπορούμε να υπολογίζουμε σε κάθε χρονικό σημείο τις απώλειες (ζημιές) της (Ε)ΚΤ με βάση τη μέθοδο της παρούσας αξίας των μελλοντικών κερδών.  Η (Ε)ΚΤ μπορεί να παρουσιάζει ζημιές  με την προϋπόθεση να διατηρεί την υπόσχεσή της για διατήρηση της σταθερότητας των τιμών. Η (Ε)ΚΤ δεν χρειάζεται να διατηρεί θετικά ίδια κεφάλαια για να πιστοποιεί την φερεγγυότητά της.  Η άποψη που κυριαρχεί σήμερα , ότι δηλαδή όταν η (Ε)ΚΤ παρουσιάζει αρνητικά ίδια κεφάλαια χρειάζεται ανακεφαλαιοποίηση από την κυβέρνηση της χώρας (υπουργείο οικονομικών) δεν έχει νόημα. Συνεπώς:
Η (Ε)ΚΤ δεν μπορεί να πτωχεύσει και επομένως δεν χρειάζεται δημοσιονομική στήριξη (ανακεφαλαιοποίηση) από το Υπουργείο Οικονομικών της κυβέρνησης της χώρας που μπορεί να πτωχεύσει. Η μοναδική δημοσιονομική πράξη την οποία χρειάζεται η (Ε)ΚΤ από το υπουργείο οικονομικών είναι η διατήρηση του εκδοτικού προνομίου. Με αυτό το όπλο η (Ε)ΚΤ καθίσταται ελεύθερη από κάθε περιορισμό.   
  1. Αγορά ομολόγων από την ΚΤ ενός ενιαίου κράτους. Δημοσιονομικές ή άλλες επιπτώσεις.
Υποθέτουμε ότι η ΚΤ  προβαίνει σε αγορά κρατικών ομολόγων χρέους από τη δευτερογενή αγορά.  Αυτό που κάνει η ΚΤ με την αγορά αυτή  είναι η μετατροπή της φύσης του Δημοσίου Χρέους.  Το κρατικό ΔΧ το οποίο ως γνωστό φέρει επιτοκιακό κίνδυνο και πιστωτικό κίνδυνο μετατρέπεται σε χρέος το οποίο λαμβάνει τη μορφή νομισματικής (χρηματικής)  υποχρέωσης της ΚΤ (γίνεται μέρος της νομισματικής βάσης) η οποία δεν υπόκειται σε κίνδυνο «πτώχευσης» αλλά υπόκειται μόνο στον κίνδυνο του πληθωρισμού και συνεπώς στις πιθανές δημοσιονομικές  απώλειες που μπορούν να προκύψουν εξ αυτού του γεγονότος. Όλα αυτά γίνονται εύκολα κατανοητά αν προχωρήσουμε στην ενοποίηση των  πράξεων της ΚΤ                και του υπουργείου οικονομικών δεδομένου και οι δύο οργανισμοί είναι μέρος του Δημοσίου Τομέα.
Μετά τη μετατροπή του , το ΔΧ το οποίο παρακρατείται από τη ΚΤ διαγράφεται. Αποτελεί στοιχείο ενεργητικού ενός οργανισμού (ΚΤ) και υποχρέωση ενός άλλου οργανισμού (υπουργείου οικονομικών) οι οποίοι όμως ανήκουν στο δημόσιο τομέα.  Το συνολικό αλγεβρικό αποτέλεσμα είναι μηδενικό. Η ΚΤ μπορεί να το διατηρεί στα λογιστικά της βιβλία , αλλά αυτό δεν έχει πάντως καμία οικονομική αξία. Το ίδιο μπορεί να κάνει και το υπουργείο οικονομικών. Δεν έχει καμία οικονομική αξία διότι υποκαταστάθηκε από ένα νέο τύπο χρέους, το χρήμα, το οποίο φέρει πληθωριστικό κίνδυνο αντί για πιστοδοτικό κίνδυνο (αθέτησης πληρωμών). Συνεπώς δεν έχει κανένα νόημα ο ισχυρισμός ότι η ΚΤ υφίσταται απώλειες όταν οι αγοραίες τιμές των κυβερνητικών ομολόγων πέφτουν ( ανεβαίνουν οι αποδόσεις) . Οποιαδήποτε απώλεια την οποία υφίσταται η ΚΤ την καρπούται ως κέρδος το υπουργείο οικονομικών. Επομένως εάν η ΚΤ διατηρήσει την υπόσχεσή της να έχει  υπό έλεγχο την αγορά ομολόγων έτσι ώστε  να μην εμφανιστούν πληθωριστικές πιέσεις τότε δεν τίθεται κανένα πρόβλημα. Πρόβλημα τίθεται όταν η κυβέρνηση μέσω του υπουργείου οικονομικών πιέζει την ΚΤ να εκδώσει περισσότερο χρήμα από το επιτρεπτό ώστε να χρηματοδοτηθούν τα δημοσιονομικά ελλείμματα δεδομένου ότι λόγω της πτώχευσης το υπουργείο οικονομικών δεν μπορεί να πωλήσει στην αγορά.  Μπορούμε να δώσουμε ένα παράδειγμα : υποθέτουμε ότι η ΚΤ της Ιταλίας αγοράζει ιταλικά κρατικά ομόλογα 1 δις ευρώ  από τη δευτερογενή αγορά με τοκομερίδιο 3,5%. Τα εγγράφει στον ισολογισμό της . Κάθε χρόνο θα πρέπει να λαμβάνει από το υπουργείο οικονομικών της χώρας 35 εκατομμύρια ευρώ. Επίσης κάθε χρόνο θα πρέπει να επιστρέφει 35 εκατομμύρια ευρώ στο υπουργείο οικονομικών στο οποίο ανήκει . Συνεπώς  ότι κερδίζει ο οργανισμός ΚΤ χάνει ο οργανισμός υπουργείο οικονομικών αλλά ο δημόσιος τομέας της Ιταλίας ούτε χάνει ούτε κερδίζει (με την προϋπόθεση ότι το οριακό κόστος διαχείρισης της ΚΤ είναι μηδέν).
  1. Αγορά ομολόγων από την ΕΚΤ (νομισματική αλλά όχι δημοσιονομική ένωση). Δημοσιονομικές ή άλλες επιπτώσεις.
Όπως έχουμε υποθέσει στο προηγούμενο παράδειγμά μας η ΕΚΤ τώρα αγοράζει 1 δις ευρώ κρατικά ιταλικά ομόλογα από τη δευτερογενή αγορά με επιτόκιο 3,5%. Οι δημοσιονομικές επιπτώσεις είναι οι ακόλουθες : Η ΕΚΤ λαμβάνει κάθε χρόνο 35 εκατομμύρια ευρώ (τόκους) από το υπουργείο οικονομικών της Ιταλίας. Το συνολικό ποσό το επιστρέφει στις Εθνικές Κεντρικές Τράπεζες σύμφωνα με τη συμμετοχή της κάθε μιας στο κατανεμημένο κεφάλαιο της  ΕΚΤ[4] (μετά από την αφαίρεση του υποχρεωτικού αποθεματικού 20,0%). Κάθε Εθνική Κεντρική Τράπεζα επιστρέφει το μερίδιό της στο υπουργείο οικονομικών της χώρας της. Άρα στην περίπτωση αυτή έχουμε μεταφορά δημοσιονομικού αποτελέσματος από τη χώρα την οποία η ΕΚΤ κατέχει ομόλογα προς τις χώρες  που δεν κατέχει ομόλογα. Αν η Ιταλία σταματήσει να καταβάλει τα 35 εκατομμύρια ευρώ λόγω «αθέτησης πληρωμών» απλά η ΕΚΤ δεν θα λάβει το ποσό αυτό, δεν θα το μεταβιβάσει , (αναλογικά με τη συμμετοχή στο κεφάλαιο της ΕΚΤ) στις Εθνικές Κεντρικές Τράπεζες και αυτές δεν θα το μεταβιβάσουν με τη σειρά τους στα υπουργεία οικονομικών των χωρών τους. Με την έννοια αυτή κανένας πολίτης χώρας της οποίας  δεν υπάρχουν ομόλογα στο ενεργητικό της ΕΚΤ δεν θα πληρώσει τίποτε λόγω της αθέτησης πληρωμών της Ιταλίας. Απλά δεν θα λάβει το αναλογούν μέρος του τοκομεριδίου. Οι γερμανοί φορολογούμενοι , δεν θα λαμβάνουν το μερίδιό τους, από αυτό το ποσό όπως και οι φορολογούμενοι των άλλων χωρών. Συνεπώς κανείς δεν θα καταβάλει  κανένα κόστος . Κανένας δεν θα πληρώσει τίποτε. Εκτός αν θεωρήσουμε ως καταβολή  πληρωμής  την απώλεια εσόδων.
Βεβαίως υπάρχει η πιθανότητα πάντοτε του κινδύνου πληθωρισμού και τον εξ αυτού συνεπαγόμενο φόρο  πληθωρισμού. Άρα πάντοτε το πρόβλημα συνίσταται σε ποιο ύψος η αγορά ομολόγων, από την  ΕΚΤ μέσω της δευτερογενούς  αγοράς ,  ενδέχεται   να οδηγήσει σε αύξηση του πληθωρισμού.
  1. Η αύξηση της νομισματικής βάσης σηματοδοτεί αύξηση του νομισματικού αποθέματος στην οικονομία;
Παράλληλα όπως γνωρίζουμε η αύξηση της νομισματικής βάσης[5] της οικονομίας , η οποία βρίσκεται στον  απόλυτο έλεγχο της ΚΤ , δεν σημαίνει, αυτόματα, μονοσήμαντη αύξηση της ποσότητας του χρήματος που κυκλοφορεί στην οικονομία. Τούτο διότι μεσολαβεί ο λεγόμενος πιστωτικός πολλαπλασιαστής του οποίου το μέγεθος εξαρτάται από τις διαθέσεις –προσδοκίες του ιδιωτικού τομέα της οικονομίας και πρωταρχικά του τραπεζικού τομέα.   Άρα μπορεί να αυξάνεται η νομισματική βάση της οικονομίας με τις πράξεις ανοικτής αγοράς της ΚΤ , αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι αυξάνεται και το απόθεμα χρήματος στην οικονομία, το οποίο συναρτάται , σύμφωνα με  μια θεώρηση (την ποσοτική θεωρία του χρήματος) , ευθέως με τον πληθωρισμό.
Συνεπώς προκύπτει ζήτημα εμπειρικής διερεύνησης  αν  οι  αυξήσεις στη νομισματική βάση της οικονομίας(παθητικό της ΚΤ) οδηγούν σε  αυξήσεις στο απόθεμα χρήματος και μάλιστα σε τι αναλογία. Εδώ η εμπειρική διερεύνηση χρειάζεται να λάβει σοβαρά υπόψη   την ιστορική περίοδο εντός της  οποίας  πραγματοποιούνται οι μετρήσεις.    

Η εξέλιξη των δύο μεγεθών  (νομισματικής βάσης και νομισματικού αποθέματος –Μ3) παρουσιάζει την περίοδο 2004-2013(Φεβρουάριος) , εξαιρετικό ενδιαφέρον στην περίπτωση της ΕΚΤ και της ευρωζώνης.
Πριν από την παγκόσμια οικονομική κρίση 2004-2008(Οκτώβριος) ο πιστωτικός πολλαπλασιαστής ήταν περίπου ίσος με την μονάδα. Συνεπώς τα δύο μεγέθη ακολουθούσαν την ίδια πορεία. Αντιθέτως την περίοδο 2012 (Οκτώβριος) -2013 (Φεβρουάριος) ενώ η νομισματική βάση αυξήθηκε κατά περίπου 50,0% , το νομισματικό απόθεμα (Μ3) αυξήθηκε μόνο κατά 7,0% . Αυτό σημαίνει ότι ο πιστωτικός πολλαπλασιαστής μειώθηκε δραματικά κάτω από την μονάδα.
Συγχρόνως την περίοδο πριν την παγκόσμια κρίση ο ετήσιος  πληθωρισμός ήταν περίπου 2,3% ενώ την περίοδο 2008-2013 παρότι  η ετήσια μεγέθυνση της νομισματικής βάσης ήταν περίπου 11,0% ο  ετήσιος πληθωρισμός αντιθέτως κυμάνθηκε περίπου στο 2,0% . Δηλαδή όχι μόνο δεν αυξήθηκε αλλά   αντιθέτως,  μειώθηκε[6].
  1. Κάθε αύξηση του νομισματικού αποθέματος προκαλεί πάντοτε πληθωριστικές πιέσεις

Κάθε πράξη αγοράς ομολόγων στη δευτερογενή αγορά προσβλέπει στην αύξηση της ποσότητας χρήματος η οποία κυκλοφορεί στην οικονομία . Δηλαδή επιχειρείται να ασκηθεί επεκτατική νομισματική πολιτική  με προφανή στόχο , κατ’ αρχάς, την υποβοήθηση της μεγέθυνσης της οικονομίας.  Το αν θα έχει επιτυχία η επεκτατική νομισματική πολιτική εξαρτάται από πολλούς παράγοντες η διαμεσολαβητική επίδραση των οποίων μπορεί να εξακριβωθεί μόνο εκ των υστέρων. Όπως όλες οι πολιτικές έτσι και η νομισματική πολιτική ασκείται σε καθεστώς αβεβαιότητας.  Βασικό  προαπαιτούμενο  όμως για να ασκηθεί επεκτατική νομισματική πολιτική είναι η   ύπαρξη  αργούντος παραγωγικού δυναμικού ή η οικονομία να «δουλεύει» σε σημαντικά  χαμηλότερο  επίπεδο παραγωγής  από το δυνητικό της επίπεδο. Θα πρέπει επιτέλους να υπερβούμε την ψευδή αντίληψη ότι οποιαδήποτε προσπάθεια επεκτατικής νομισματικής πολιτικής προκαλεί πληθωριστικές πιέσεις.  Ουδέν ψευδέστερον  τούτου.

  1. Συμπέρασμα.
Η αγορά ομολόγων από τη δευτερογενή αγορά εξαρτάται από την κατάσταση της οικονομίας.  Ο κίνδυνος  πληθωριστικών πιέσεων από την αγορά ομολόγων συναρτάται απολύτως από την κατάσταση στην οποία βρίσκεται η οικονομία.  Σε περιόδους κρίσεων η ύπαρξη παγίδας ρευστότητας αλλά  και η αρχιτεκτονική του χρηματοπιστωτικού συστήματος  (σε κάθε περίοδο) δημιουργούν καταστάσεις  οι οποίες αποτρέπουν την δημιουργία πληθωριστικών πιέσεων.





[1] Μια ιδιωτική επιχείρηση βρίσκεται σε θέση φερεγγυότητας όταν τα ίδια κεφάλαιά της είναι θετικά.
[2] Δες: Κ. Μελάς, Οι Σύγχρονες Κρίσεις του Παγκόσμιου Χρηματοπιστωτικού Συστήματος (1974-2008), ΑΑ. Λιβάνη, 2011, σ. 335- 340.  Βεβαίως αυτό δεν μπορεί να συμβεί για τις υποχρεώσεις της ΚΤ σε συνάλλαγμα.
[3] Η ΕΚΤ θέτει ποσοτικό στόχο στο ύψος του ετήσιου πληθωρισμού, με βάση το καταστατικό της,  κάτι που τη διαφοροποιεί από τις άλλες ΚΤ των ισχυρών χωρών. Επίσης άλλες ΚΤ θέτουν συγχρόνως στόχους όπως η μεγέθυνση της οικονομίας , η μείωση της ανεργίας κτλ κάτι που φαίνεται ότι  δεν απορρέει από το καταστατικό της ΕΚΤ.
[4] European Central Bank (2012), "Capital subscription", ECB.int, 27 December.
[5] Για τους ορισμούς δες: Κ.Καρφάκης., Κ.Μελάς, Θ.Μπένος , Εισαγωγή στη Νομισματική Θεωρία και Πολιτική , Εκδόσεις Ε. Μπένου 2000.  
[6] Σύμφωνα με : De Grauwe, P, and Y Ji (2013), "Fiscal Implications of the ECB’s Bond Buying Program (OMT)", University of Leuven, mimeo.