Παρασκευή, 10 Μαΐου 2013

Η τελευταία έκθεση του ΔΝΤ


Μέσω της  τελευταίας έκθεσης του το ΔΝΤ, με  τόνους εμφανώς πιο «ήρεμους», επιχειρεί να σηματοδοτήσει μία αλλαγή στη διαχείριση της ελληνικής κρίσης. Φαίνεται δια γυμνού οφθαλμού ότι στην παρούσα φάση ο διεθνής οργανισμός «αισθάνεται» ανακουφισμένος με την «πρόοδο» του προγράμματος , υπό την παρούσα ελληνική κυβέρνηση. Με την εκτίμηση « περί προόδου» του προγράμματος υπερβαίνει με τον γνωστό και δοκιμασμένο τρόπο «της φυγής προς το μέλλον» όλα τα λάθη και τις αστοχίες που εμπεριείχε το πρόγραμμα και οι οποίες έχουν αυξήσει σε απίστευτο ύψος το κόστος προσαρμογής του σε σχέση με τις δικές του προβλέψεις. Οι αστοχίες αυτές, ως γνωστόν, είχαν και έχουν  σημαντικές επιπτώσεις στην  ελληνική οικονομία και κοινωνία.  Μάλιστα η έκθεση τολμά και συνάγει ένα συμπέρασμα το οποίο απευθύνει προς τη διεθνή κοινότητα και το οποίο κάθε άλλο μπορεί να συναχθεί από την ελληνική εμπειρία. Συγκεκριμένα αναφέρι: «Το μάθημα του παρελθόντος είναι ότι μόνο με πλήρη εφαρμογή των πολιτικών και δέσμευση στο πρόγραμμα μπορούν να μπουν σε λειτουργία οι βάσεις της ανάκαμψης». Αρνείται δηλαδή κάθε ευθύνη που αναλογεί στον οργανισμό και τις επιρρίπτει όλες στην κακή εφαρμογή του προγράμματος. Μια γνωστή όσο και συνηθισμένη αντίληψη μέσω της οποίας πιστεύεται ότι διατηρείται σε υψηλό επίπεδο το επιστημονικό κύρος του Οργανισμού. Κάτι που πόρρω απέχει από την αλήθεια.
Σύμφωνα με την τελευταία έκθεση το ΔΝΤ τα θετικά στοιχεία που απορρέουν από τον πρόσφατο έλεγχο είναι τα ακόλουθα:
Τα θετικά σημεία.
-    Αναγνωρίζεται  ως σημαντικό επίτευγμα την πρόοδο στη δημοσιονομική προσαρμογή. Μάλιστα την χαρακτηρίζει ως εντυπωσιακή συγκρινόμενη με οποιοδήποτε διεθνές παράδειγμα. Υπογραμμίζει ότι το πρωτογενές ισοζύγιο μειώθηκε σωρευτικά κατά 10 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ μάλιστα σε μια περίοδο κατά την οποία το ίδιο το ΑΕΠ παρουσιάζει σωρευτική μείωση πάνω από 20,0%. Παρότι δεν το αναφέρει γίνεται φανερό ότι αναμένει από εφέτος την ύπαρξη πρωτογενών πλεονασμάτων , μικρού μεγέθους και όχι της τάξεως του 2,0% όπως προβλέπει η έκθεση της ευρωπαϊκής επιτροπής. Τα αναφερόμενα στοιχεία του ΔΝΤ  είναι πραγματικά και φαίνεται να διαψεύδουν όσους είχαν επενδύσει στην αδυναμία ύπαρξης πρωτογενών πλεονασμάτων σε περίοδο ύφεσης. Η δυνατότητα υπάρχει από τη στιγμή που επικεντρώνεσαι σε αυτό τον στόχο αδιαφορώντας για το ύψος του κόστους ευκαιρίας που επιβαρύνει την οικονομία. Η κριτική επομένως δεν θα έπρεπε να κατευθύνεται στην αδυναμία επίτευξης του συγκεκριμένου στόχου αλλά στο καταβαλλόμενο κόστος για την επίτευξή του καθώς και στη δυνατότητα διατήρησης του χωρίς περαιτέρω επιβαρύνσεις για την οικονομία. Όσον αφορά στη βαθιά ύφεση στην έκθεση σημειώνεται πως με δεδομένο ότι η δημοσιονομική προσαρμογή θα παραμείνει για χρόνια και θα περιορίζει την αύξηση του ΑΕΠ η βασική πρόκληση είναι να δημιουργηθεί η εμπιστοσύνη που απαιτείται για την ανάκαμψη των επενδύσεων. Για να συμβεί αυτό θα πρέπει να εξασφαλιστεί ευρεία εγχώρια υποστήριξη στο πρόγραμμα και η πολιτική σταθερότητα που αυτό συνεπάγεται.
  
-  Αναφέρει ότι η Ελλάδα έχει περιορίσει σημαντικά το κενό ανταγωνιστικότητας και συγκεκριμένα κατά περίπου 2/3  από το 2010 με βάση το μοναδιαίο κόστος εργασίας (ULC). Παράλληλα έχει μειωθεί, σωρευτικά,  το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, περίπου κατά 10 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ. Η προσαρμογή βεβαίως έχει επιτευχθεί μέσω της μείωσης των ονομαστικών μισθών αλλά και της γενικότερης ανατροπής των μέχρι σήμερα λειτουργιών της αγοράς εργασίας. Με τον τρόπο αυτό , σύμφωνα με το ΔΝΤ έχει επέλθει εξισορρόπηση της παραγωγικότητας της εργασίας με τον ονομαστικό μισθό. Έχω εξηγήσει[1] επαρκώς το τι πραγματικά σημαίνει ο συγκεκριμένος τρόπος επανασύνδεσης μεταξύ παραγωγικότητας και ονομαστικού μισθού. Ουσιαστικά πρόκειται για μια αμυντική αύξηση της παραγωγικότητας η οποία καθοδηγείται από τη μείωση της παραγωγής και τη μεγαλύτερη μείωση της απασχόλησης.  
Ας θεωρήσουμε ότι αυξάνει η παραγωγικότητα. Η επίπτωση μιας αύξησης της παραγωγικότητας είναι η μείωση του όγκου της εργασίας που απαιτείται για την επίτευξη μιας μονάδας παραγωγής , μειώνοντας το κόστος για τις εταιρίες. Αυτό οδηγεί τις εταιρίες να μειώσουν την τιμή που χρεώνουν σε κάθε επίπεδο της παραγωγής. Αυτά είναι τα αναμενόμενα αποτελέσματα από την πλευρά της συνολικής καμπύλης προσφοράς.
Τώρα τίθεται η ακόλουθη ερώτηση : μια αύξηση στην παραγωγικότητα αυξάνει ή μειώνει τη ζήτηση αγαθών σε ένα δεδομένο επίπεδο τιμών; Δεν υπάρχει γενική απάντηση σε αυτό το ερώτημα. Η απάντηση εξαρτάται από το τι πυροδότησε εξαρχής την αύξηση της παραγωγικότητας.
-          Αν αυτό ήταν από την εκτεταμένη εφαρμογή μιας νέας τεχνολογικής εφεύρεσης ή από τον τεχνολογικό εκσυγχρονισμό (επενδύσεις σε μηχανήματα και ηλεκτρονικά μέσα) ή ακόμα από έργα υποδομής που αποτελούν προϋπόθεση για την πραγμάτωση των επενδύσεων μπορεί να παρουσιαστεί αύξηση της ζήτησης  με δεδομένο το επίπεδο τιμών. Συνεπώς η  επενδυτική δαπάνη (γενικά και ειδικά) μπορεί να αυξήσει τη ζήτηση και να δημιουργήσει θετικές προσδοκίες μεγέθυνσης της οικονομίας 
-          Αν όμως αυτό προέρχεται από την «αποτελεσματική» χρήση των υφισταμένων τεχνολογιών και τις αναδιοργανώσεις – διαρθρωτικές αλλαγές που επί της ουσίας επιβάλλουν «συρρίκνωση» στην οικονομία τότε δεν υπάρχει προϋπόθεση αύξησης της ζήτησης.  Η αναδιοργάνωση- συρρίκνωση δεν απαιτεί σχεδόν καθόλου νέες επενδύσεις. Βασική συνέπεια των αναδιοργανώσεων τέτοιου είδους είναι η απώλεια θέσεων εργασίας και η αύξηση της ανεργίας. Ουσιαστικά επιχειρείται αύξηση της παραγωγικότητας με φθίνοντες ρυθμούς μεταβολής τόσο του παραγόμενου προϊόντος όσο και του αριθμού των απασχολουμένων με τη διαφορά μόνο ότι οι ρυθμοί μείωσης της απασχόλησης  είναι (ή θα πρέπει να είναι) μεγαλύτεροι από τους αντίστοιχους του παραγόμενου προϊόντος.

-Στα θετικά επισημαίνει και ότι διατηρήθηκε η σταθερότητα του χρηματοοικονομικού τομέα, παρά τις σημαντικές ζημιές που συνδέονται με την αναδιάρθρωση χρέους και την έντονη αύξηση των μη εξυπηρετούμενων δανείων λόγω της βαθιάς ύφεσης. Βεβαίως εδώ κρύβεται επιμελώς ότι η ελληνική οικονομία ολόκληρη αυτή την περίοδο αλλά και το προσεχές μέλλον (θα) στερείται ενός τραπεζικού  συστήματος που να επιτελεί το βασικό του ρόλο ως τροφοδότη χρημαδοτικών πόρων στην οικονομία.
Τα αρνητικά σημεία.
Στα αρνητικά σημεία η έκθεση σημειώνει τα παρακάτω:
Δεν έχει γίνει ουσιαστικά τίποτε για τη μείωση της φοροδιαφυγής, καθώς οι πλούσιοι και οι αυτοαπασχολούμενοι δεν πληρώνουν το μερίδιο που τους αναλογεί. Στο πλαίσιο αυτό θα πρέπει να προχωρήσει η μεταρρύθμιση στη φορολογική διοίκηση. Κατά το ΔΝΤ είναι κρίσιμη η βαθύτερη πολιτική δέσμευση για μεταρρύθμιση της φορολογικής διοίκησης. Για να «αποστειρωθεί» η φορολογική διοίκηση από τις ακόμη επίμονες πολιτικές παρεμβάσεις, βασικό βήμα εντός του επόμενου έτους θα ήταν η ενίσχυση της ανεξαρτησίας της, με τη χορήγηση νέων εξουσιών στη διαχείριση προσωπικού και προϋπολογισμού, με τις πρόσφατες αλλαγές να αποτελούν σημαντικό βήμα προς αυτή την κατεύθυνση.
Δεν έχει επιτευχθεί η μείωση τιμών ούτε η λεγόμενη   απελευθέρωση επαγγελμάτων. Ενώ οι μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας προκαλούν σημαντική μείωση στους ονομαστικούς μισθούς, αυτό αντανακλάται πολύ περιορισμένα σε χαμηλότερες τιμές λόγω της αποτυχίας στην απελευθέρωση κλειστών επαγγελμάτων και περαιτέρω άνοιγμα στον ανταγωνισμό. Αυτός είναι ένας ακόμη λόγος που πολύ μεγάλο μέρος του φορτίου πέφτει σε μισθωτούς και συνταξιούχων. Εδώ υπάρχει η παραδοχή της ολιγοπωλιακής διάρθρωσης της ελληνικής οικονομίας στην οποία κυριαρχούν οι ξένες πολυεθνικές. 
 Την ώρα που η αναδιάρθρωση της οικονομίας έχει συνδεθεί με εκτίναξη της ανεργίας στον ιδιωτικό τομέα, κυρίως μεταξύ των νέων, ο υπερμεγεθής δημόσιος τομέας έχει γλυτώσει, λόγω ενός ταμπού κατά των απολύσεων. Απαιτείται η  μεταρρύθμιση της δημόσιας διοίκησης. Για να επιτευχθούν οι στόχοι θα πρέπει να υπάρξουν και περιορισμένες υποχρεωτικές απολύσεις, που θα επιτρέψουν την πρόσληψη νέου, μορφωμένου προσωπικού που θα πρέπει να αποτελέσει βασικό συστατικό στο σχέδιο για την αναβάθμιση του Δημόσιου τομέα.
Επιπλέον, επισημαίνει, μεγάλη περιουσία παραμένει στα χέρια του κράτους, δίνοντας βαρύτητα στο πρόγραμμα αποκρατικοποιήσεων, ενώ οι «ελεύθερες ζώνες» και οι φοροαπαλλαγές σε ειδικές ομάδες είναι προσπάθειες για «τεχνική» δημιουργία ανάκαμψης και πρέπει να αποφευχθούν.
Για την επίτευξη των στόχων του προγράμματος ειδικά στις  δημοσιονομικές εξελίξεις σημειώνει ότι η Ελλάδα θα χρειαστεί επιπλέον δομική αναπροσαρμογή προκειμένου να πετύχει το δημοσιονομικό στόχο. Η βασική πρόκληση είναι να βρεθεί ένας τρόπος για την κυβέρνηση να το πετύχει χωρίς να αθετήσει την υπόσχεση αποφυγής περαιτέρω οριζόντιων περικοπών δαπανών.  Παρατηρούμε ότι το ΔΝΤ ουσιαστικά «σπρώχνει» για την περαιτέρω εφαρμογή του προγράμματός του μέσω του οποίου διατυπώνεται ξεκάθαρα  η ιδεολογική του οπτική.

Όμως κατά τη άποψή μας ,το βασικό σημείο της έκθεσης είναι εκείνο όπου το ΔΝΤ  θεωρεί ότι το ελληνικό χρέος παραμένει πολύ υψηλό παρά την αναδιάρθρωση και την υποστήριξη του «επίσημου» τομέα. Είναι έτσι, διαπιστώνει το ΔΝΤ, ιδιαίτερα ευπρόσδεκτο το γεγονός πως οι ευρωπαίοι εταίροι έχουν τώρα αποδεχθεί ότι «σημαντική» επιπλέον βοήθεια σε όρους καλύτερους από αυτούς της αγοράς, θα απαιτηθεί για να εξασφαλιστεί η βιωσιμότητα του χρέους και ότι έχουν δεσμευτεί να προσφέρουν επιπλέον «ανακούφιση» αν χρειαστεί προκειμένου να παραμείνει το πρόγραμμα σε τροχιά και το χρέος να πέσει σημαντικά κάτω του 110% του ΑΕΠ ως το 2022. «Με το ελληνικό χρέος τώρα να βρίσκεται κατά το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος στα χέρια του επίσημου τομέα, μια τέτοια δέσμευση είναι κρίσιμο για να πείσει τους πιστωτές ότι ένα αξιόπιστο σχέδιο για τη διαχείριση του ελληνικού χρέους είναι τώρα έτοιμο». Μάλιστα στην έκθεσή του μετά την ολοκλήρωση του ελέγχου της ελληνικής οικονομίας, το Ταμείο αναφέρει με ενδεικτικό τρόπο την αναγκαιότητα του νέου «κουρέματος» του ελληνικού χρέους. Όπως σημειώνει, η Ευρωζώνη έχει δεσμευτεί να λάβει μέτρα μείωσης του ελληνικού χρέους και το ΔΝΤ υπογραμμίζει  ότι το μεγαλύτερο μέρος του χρέους βρίσκεται στα χέρια των χωρών της Ευρωζώνης.

Το πολιτικό συμπέρασμα το οποίο μπορεί κανείς να συνάγει είναι ότι διαφαίνεται με χαρακτηριστικό τρόπο ότι και το ΔΝΤ, (μαζί και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή)  έχει αρχίσει με τρόπο αρκετά εμφανή να αντιμετωπίζει την κυβέρνηση Σαμαρά ως ένα αξιόπιστο συνομιλητή και διατεθειμένο να προχωρήσει στην ακριβή εφαρμογή του προγράμματος και με βάση αυτό είναι έτοιμο να την «ανταμείψει».  Το  γενικό και αόριστο επιχείρημα ,, ότι "το πρόγραμμα δεν βγαίνει", θεωρώ ότι πρέπει να μεταβληθεί άρδην σε επιχειρημα  ανάδειξης των  τεράστιων κόστη  ευκαιρίας  που έχει προκαλέσει στην ελληνική οικονομία καθώς  και στην  συγκεκριμενοποίηση  του τρόπου αντιμετώπισης των πολλαπλών προβλημάτων μέσω μιας εναλλακτικής πρότασης  οικονομικής πολιτικής.    















[1] http://www.kostasmelas.gr/2012/02/blog-post.html