Πέμπτη, 30 Μαΐου 2013

Το Γεωπολιτικό δυναμικό της Ελλάδος και η Γεωστρατηγική διάσταση του[1]



Οι συστηματικές ιεραρχήσεις (επιστήμες  σε ευρεία έννοια) αποτελούν τη βασική γλώσσα επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων  και ίσως ένα από τα  σπουδαιότερα επιτεύγματα τους. Με όλα τα υπάρχοντα μεθοδολογικά προβλήματα , τις ενδοεπιστημονικές   διαμάχες και τις θεωρητικές αμφισβητήσεις  εξακολουθούν και σήμερα να αποτελούν τη μοναδική «έγκυρη» γλώσσα μέσω της οποίας ο άνθρωπος επιχειρεί να ερμηνεύσει τη φύση και να κατανοήσει την κοινωνία. Η άλλη γλώσσα είναι αυτή των πεποιθήσεων  .  Στη σημερινή εποχή η τελευταία τείνει να καταλάβει  την πρωτοκαθεδρία βοηθούμενη από   την εξάπλωση της μαζικοδημοκρατίας και τη δυνατότητα που παρέχουν τα τεχνολογικά μέσα.  Η γλώσσα της πολιτικής δεν μπορεί παρά να είναι  γλώσσα γνώμης (δόξα) βασισμένη όμως , in ultima istanza,  στη γλώσσα της επιστήμης.   
Μετά την αναγκαία όσο και οδυνηρή πρωταρχική παρέμβαση περνώ στο προσδιοριζόμενο από τον τίτλο θέμα.
Οι ευρύτεροι χώροι, μέσα στους οποίους εκδιπλώνει ένα  εθνικό κράτος την πρωτογενή του ενέργεια με ποικίλους (οικονομικούς, πολιτισμικούς, στρατιωτικούς κτλ) τρόπους , αλλά πάντα σε συνάφεια με υπέρτερους πολιτικούς σκοπούς, συνιστούν το γεωπολιτικό του δυναμικό .
Οι χώροι  εκδίπλωσης του γεωπολιτικού δυναμικού όπως είναι κατανοητό , συναρτώνται με το βεληνεκές της πρωτογενούς ενέργειας του κρατικού μορφώματος , με τη γεωγραφία και με τα ιστορικά προηγούμενα. Συναρτώνται επίσης με τις κινήσεις εχθρικών και φίλιων  δυνάμεων, οπότε ένας χώρος , ο οποίος καθ’ εαυτόν ελάχιστα ενδιέφερε τη μια πλευρά, έρχεται στο επίκεντρο της προσοχής της επειδή σ’ αυτόν διεισδύει ήδη η αντίπαλη.
Μια συζήτηση αυτού του είδους  έχει επομένως ως αντικείμενο μελέτης το βασικό ζήτημα που αφορά στο ποια είναι η ταυτότητα και η οντότητα του πολιτικού υποκειμένου , δηλαδή στην προκειμένη περίπτωση της  Ελλάδος  , το οποίο αφορά στη συζήτηση. Ως στόχο η συζήτηση θα έχει την απεικόνιση των  αδυναμιών και πλεονεκτημάτων άρα των πραγματικών δυνατοτήτων του υποκειμένου για άσκηση εθνικής πολιτικής.   
Η σφαιρικότητα του σύγχρονου  προβλήματος «της ελληνικής κατάστασης» απαιτεί σφαιρικότητα και συλλογικότητα της προσπάθειας για την επίλυσή του, δηλαδή απαιτεί τη σύλληψή του ως πρόβλημα εθνικής επιβίωσης.  Σημαίνει με απλά λόγια χάραξη «εθνικής στρατηγικής επιβίωσης» σε έναν παγκοσμιοποιημένο κόσμο όπου κυριαρχούν πλανητικές και περιφερειακές δυνάμεις οι οποίες έχουν ίδια συμφέροντα και αυτά επιχειρούν να εξυπηρετήσουν  πρωτίστως.  Επειδή δεν υπάρχουν αυτόνομα και αφηρημένα «ελληνικά» ή «εθνικά» συμφέροντα, πρέπει να θυμόμαστε πάντοτε ότι έτσι μπορούμε να χαρακτηρίσουμε και να θεωρήσουμε τα συμφέροντα της μέγιστης πλειοψηφίας του λαού, των Ελλήνων, με πρώτο την εξασφάλιση της συλλογικής ύπαρξής τους σε συνθήκες ελευθερίας και ανεξαρτησίας, την εξασφάλιση των όρων διατήρησης του χώρου παραγωγής και αναπαραγωγής της συλλογικής τους ύπαρξης.
 
Στη συνέχεια έρχεται στο προσκήνιο η γεωστρατηγική.
Η γεωστρατηγική, αποτελεί  υποσύνολο της γεωπολιτικής, και μελετά τους συσχετισμούς δυνάμεων σε διεθνές επίπεδο (παγκόσμιο ή περιφερειακό) και συνδέεται με την έννοια της πολιτικής ισχύος και της εξωτερικής πολιτικής. Συγκεκριμένα, η γεωστρατηγική αναφέρεται στην πολιτική που έχει ως αντικείμενο γεωγραφικές περιοχές που ενδιαφέρουν το συγκεκριμένο κράτος και επηρεάζουν την ασφάλειά του ή τα εθνικά του συμφέροντα. Υποστηρίζει τη στρατηγική, η οποία αποτελεί τον τρόπο της χρήσης/σύζευξης των υπαρχόντων μέσων για την επίτευξη των εθνικών/πολιτικών σκοπών . Το άλλο υποσύνολο είναι η γεωοικονομία.
Βασική εμπειρική – ιστορική (πραγματολογική) παραδοχή από την οποία χρειάζεται να εκκινήσει η ανάλυση της γεωστρατηγικής είναι η σημερινή πλανητική εποχή.
Η πλανητική πολιτική δημιουργεί  ένα «καθεστώς»  , εντός του οποίου  όλες οι συμμετέχουσες δρώντες κρατικές  (ή υπερεθνικές ή άλλου είδους ) δυνάμεις  αναγκάζονται λίγο-πολύ, έμμεσα ή άμεσα, να προσδιορίσουν την πολιτική τους συμπεριφορά με κριτήριο τον συσχετισμό δυνάμεων πάνω σ’ ολόκληρο τον Πλανήτη , μολονότι η ακτίνα δράσεως της κάθε Δύναμης είναι διαφορετική. Η εξάπλωση του καπιταλισμού σε πλανητικό επίπεδο , με τα ειδικά του  σύγχρονα χαρακτηριστικά, η διαμορφούμενη μαζικοδημοκρατία στο κοινωνικό επίπεδο, μαζί με την  παρουσία των ΗΠΑ ως μοναδικής πλανητικής  υπερδύναμης ακόμη, αποτελούν βασικούς πυλώνες του υπάρχοντος καθεστώτος.
 Η παγκόσμια κατάσταση αντικαθρεφτίζεται σε κάθε περιφέρεια του πλανήτη μέσα στους συσχετισμούς που προκύπτουν από την εκεί παρουσία των πλανητικών Δυνάμεων ή των μεγάλων Δυνάμεων  καθώς και από τις συναφείς δράσεις και αντιδράσεις των τοπικών Δυνάμεων. Το αποτέλεσμα είναι ότι, με δεδομένη μια σχετικά μεγάλη πυκνότητα της πλανητικής πολιτικής , δεν υπάρχει πια σε περιφερειακό επίπεδο διεθνής πολιτική δίχως πλανητικές επόψεις και επιπλοκές.
Στην περίπτωση μικρών ή μεσαίων Δυνάμεων ( η Ελλάδα ανήκει μάλλον στις μικρές Δυνάμεις όπως η μεγάλη πλειοψηφία των κρατών)  το γεωπολιτικό τους δυναμικό, με τη  έννοια  που έχουμε δώσει , έχει ουσιώδη σημασία ως προς τον προσδιορισμό των σχέσεών τους με πλανητικές Δυνάμεις , οι οποίες αναζητούν περιφερειακούς δορυφόρους, τοποτηρητές ή εταίρους.
Με αυτόν τον τρόπο (δηλαδή εμμέσως),  κάθε μικρή ή μεσαία Δύναμη γίνεται παράγοντας της πλανητικής πολιτικής και, ανεξάρτητα  από την αρχική στατική απεικόνιση  του γεωπολιτικού της δυναμικού  αυτό  αυξομειώνεται ανάλογα με την πλανητική σπουδαιότητα του ευρύτερου χώρου όπου εκδιπλώνει την ενέργεια αυτή.
Με απλά λόγια:  ένα πρώτο συμπέρασμα  θα περιέκλειε την ακριβή καταγραφή του εθνικού δυναμικού , με την ευρεία έννοια του όρου, όχι με στατικό τρόπο αλλά σε ένα πολυδιάστατο πλέγμα πολιτικών , κοινωνικών , οικονομικών , πολιτιστικών και ψυχολογικών παραγόντων , σε συνάρτηση με τις υπάρχουσες και συνεχώς εξελισσόμενες περιφερειακές και πλανητικές διαμορφώσεις.   
Δίχως  αυτού του είδους την αυτογνωσία των δυνατοτήτων του εθνικού δυναμικού οδηγούμεθα μέρα με την μέρα στην καταστροφή .





[1] Το παρόν άρθρο αποτελεί μικρό τμήμα της εισήγησής μου στο Διήμερο Μαρξιστικού Προβληματισμού ,29και 30 Μαΐου 2013 , το οποίο διοργάνωσε Ο Μαρξιστικός Χώρος Μελέτης και Έρευνας (ΜΑΧΩΜΕ).

Παρασκευή, 24 Μαΐου 2013

Κείμενο για Παρουσίαση Βιβλίου Κώστα Μελά: "Μικρά Μαθήματα για την Ελληνική Οικονομία" (20.05.2013 Πολιτιστικό Κέντρο ΙΩΝΙΑ Δήμου Βούλας).

Του Αντώνη Κοκκορίκου
Δημοσιογράφου.

Ο Μελάς ονόμασε το βιβλίο του «Μικρά μαθήματα για την ελληνική οικονομία», είτε για λόγους ταπεινοφροσύνης, είτε γιατί έχουν περάσει απαρατήρητα από τους πολλούς (άρα θα είναι μικρά για να μην τα προσέξουν), είτε γιατί τα παρουσιάζει σε σύντομη ανάλυση. Πάντως μικρά δεν είναι.

Πρέπει να είσαι όμως στοιχειωδώς έντιμος διανοούμενος για να τολμήσεις να απεικονίσεις την πραγματικότητα και να την περιγράψεις έτσι όπως είναι και όχι όπως θα ήθελες να είναι ή όπως θα ήθελαν εκείνοι που σε πληρώνουν ή σε καθοδηγούν ή σε υποστηρίζουν να είναι. Γιατί μερικοί το παθαίνουν κι αυτό. Ακολουθούν για να μην ξεχωρίζουν. Ο Κώστας Μελάς νομίζω ότι έχει αυτή την εντιμότητα που χρειάζεται για να περιγράψει την Ελλάδα έτσι όπως είναι και όχι έτσι όπως φαντάζονται μερικοί ότι είναι. Και για να δεις την Ελλάδα όπως είναι, πρέπει να βουτήξεις μέσα στην ιστορία της, και όχι να συγκρίνεις την Ελλάδα με ξένες χώρες τις οποίες μερικοί θεωρούν χωρίς να το αποδεικνύουν ότι είναι σοβαρές, εκσυγχρονισμένες, μοντέρνες, προοδευμένες, προχωρημένες, επομένως λένε χωρίς να το αποδεικνύουν ότι κι εμείς έπρεπε να είμαστε σαν κι αυτές και θα ήμασταν να δεν έφταιγε το κακό το ριζικό μας ή ο Θεός που μας μισεί, αν δεν έφταιγε ο κακός μας ο καιρός όπως λέει κι ο ποιητής.

Ο Μελάς ήδη από την αρχή του βιβλίου, διαπιστώνει κάτι αυτονόητο που έχει περάσει απαρατήρητο. Το σύγχρονο ελληνικό κράτος θεμελιώθηκε μετά την επανάσταση του 1821 στο πουθενά, ενώ οι δυτικές δημοκρατίες της Ευρώπης οι οποίες προβάλλονται ως πρότυπα θεμελιώθηκαν πάνω στις απολυταρχικές μοναρχίες που προϋπήρχαν στον ίδιο γεωγραφικό χώρο, με τον ίδιο πληθυσμό, την ίδια ιστορία και τον ίδιο πολιτισμό. Ποιες είναι όμως οι συνέπειες, αυτής της βασικής διαπίστωσης, την οποία περνάνε όλοι οι μελετητές αβασάνιστα λές και δεν έχει καθόλου συνέπειες;

Λέει και κάτι άλλο επίσης αυτονόητο. Στην ιστορία, δεν μπορείς να χρησιμοποιείς το εάν. Δεν υπάρχει το εάν. Αν δεν είχε πέσει ο Αλή Πασάς, αν δεν είχε αποτύχει ο Υψηλάντης, αν δεν είχε δολοφονηθεί ο Καποδίστριας, αν δεν είχε έρθει ο ΄Οθωνας, αν δεν είχαμε πάθει τη Μικρασιατική καταστροφή και άλλα τέτοια μεταφυσικά που έχουν θέσει μόνον σε μυθιστορήματα.  Έτσι έγιναν τα πράγματα χωρίς να χρειάζεται κανείς να εξηγήσει γιατί έγιναν έτσι, και γιατί δεν έγιναν αλλιώς είτε από τους πολιτικούς είτε από τις κοινωνικές δυνάμεις που δρούσαν και δρούν στην Ελλάδα. Δεν ακολουθούν τα ιστορικά γεγονότα κάποια ντετερμινιστική οδηγία και επομένως πρέπει να εξηγηθεί γιατί ειδικά στην Ελλάδα δεν είχαμε Δημοκρατία αν και είμαστε από τις πρώτες χώρες της Ευρώπης με φιλελεύθερο Σύνταγμα, με κοινοβουλευτική Δημοκρατία και με δικαίωμα ψήφου σε όλους τους άρρενες πριν το αποκτήσουν στις δημοκρατίες της Δυτικής Ευρώπης.

Αποδίδει όμως και σωστά ιδιαίτερη σημασία στο γεγονός ότι το σύγχρονο νεοελληνικό κράτος δημιουργήθηκε σταδιακά, φέτες – φέτες από το 1830 ως τη συνθήκη της Λωζάννης με την οποία λήγει για την Ελλάδα ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος και όχι με τη συνθήκη των Σεβρών. Τα πρώτα 100 χρόνια δηλαδή το νεοελληνικό κράτος, διαρκώς βρισκόταν σε πολεμικές προετοιμασίες της  κακιάς ώρας, με δημοσιονομικά προβλήματα και χρέος από την πρώτη στιγμή. Έτσι πρέπει να δούμε λέει ο μελάς και τη βιομηχανική ανάπτυξη, όχι όπως θα έπρεπε να είναι (με βάση ξένα πρότυπα) αλλά έτσι όπως πραγματικά είναι. Το ίδιο και το μεγάλο ποσοστό των άδηλων πόρων, από μετανάστες, ναυτικούς ή μετά από τον τουρισμό και των δάνειων πόρων. Γιατί αυτά δημιουργούν αγοραστική δύναμη, η οποία δεν παράγεται  εγχωρίως. Άλλη σημαντική διαπίστωση. Το μεγάλο ποσοστό των αυτοαπασχολούμενων γιατί η ελληνική οικονομία ποτέ δεν δημιούργησε συνθήκες πλήρους απασχόλησης για το πλεονάζον αγροτικό ή εργατικό δυναμικό.

Ο Μελάς προσπαθεί να μας πείσει ότι πρέπει να δούμε την Ελλάδα έτσι όπως είναι, χωρίς να αναφέρεται το πώς θα έπρεπε να είναι γιατί αυτό είναι παραπλανητικό. Και μόνον έτσι θα καταλάβουμε ότι οι ιδιομορφίες και οι ιδιοτυπίες της ελληνικής οικονομίας και της Ελλάδας, δεν είναι τελικά ασθένειες όπως προσπαθούν να μας πείσουν, επομένως δεν χρειάζονται θεραπεία ή εγχείρηση για να ιαθούν. Εμμέσως επομένως μας προτείνει και τι πρέπει να κάνουμε χωρίς ποτέ ο ίδιος να προτείνει λύσεις στο συγκεκριμένο βιβλίο. Προβάλλονται όμως οι λύσεις ως αυτονόητες για όποιον ακολουθήσει την ανάλυσή του, η οποία επίσης προβάλει ως αυτονόητη αποδοχή της πραγματικότητας και της ιστορίας.

Για να δούμε την Ελλάδα ως ιδιομορφία, εσωτερικά προϋποθέτουμε ότι το πρότυπο είναι οι καπιταλιστικές χώρες της Δυτικής Ευρώπης. Αυτή είναι μια ιδέα η οποία κατατρέχει όλους τους δυτικούς επιστήμονες, μελετητές, πολιτικούς και πολίτες. Όλοι πρέπει να μοιάζουν με το αγγλοσαξωνικό μοντέλο ή με το μοντέλο της Βορειοκεντρικής Ευρώπης κι αν δεν μοιάζουν σημαίνει ότι είναι καθυστερημένες και άρα βρίσκονται σε προηγούμενο στάδιο, επομένως κάποια στιγμή θα καταφέρουν να μοιάσουν περισσότερο με το πρότυπο. Αυτή τη νοοτροπία μπορείς να την ανιχνεύσεις στα βιβλία των Ευρωπαίων περιηγητών εδώ και αιώνες, είτε μιλάνε για πολιτισμούς της Αμερικής και της Αφρικής, είτε για την Οθωμανική αυτοκρατορία ή και την Κίνα η οποία σαφώς και είχε έναν πολιτισμό υπέρτερο του ευρωπαϊκού τουλάχιστον ως τους πολέμους του οπίου. Από τη στιγμή που γνώρισαν τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό και τον θεώρησαν πρόγονο του ευρωπαϊκού πολιτισμού, όλοι οι άλλοι θεωρούνται μέχρι σήμερα υποδεέστεροι και έτσι αντιμετωπίζονται. Στην πραγματικότητα απέχουν πολύ από το να έχουν ενστερνιστεί τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, ακόμα και από τους Ρωμαίους οι οποίοι προσπάθησαν φιλότιμα και μέχρις υπερβολής να ταυτιστούν με τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, σε σημείο ώστε να ισχυρίζονται οι ίδιοι ότι η Ελλάδα κατέκτησε τη Ρώμη. Πράγμα που δεν έγινε ποτέ όμως, ασχέτως αν αυτό ικανοποιεί την κενότητα ορισμένων σύγχρονων όπως και παλαιότερων Ελλήνων. Είναι απλώς μια αυτοικανοποίηση.

Επειδή λοιπόν και οι Έλληνες έχουν περάσει από δυτικά πανεπιστήμια, αναπαράγεται και στην Ελλάδα και στα ελληνικά πανεπιστήμια αυτή η οπτική των πραγμάτων, ότι οι ελληνικές ιδιαιτερότητες είναι ασθένειες που πρέπει να εκλείψουν. Όπως λέει ο Μελάς, τότε μόνον μετατρέπονται σε ασθένειες, όταν εμφανίζονται οι ντόπιες ελίτ και με βίαιο και βουλησιαρχικό τρόπο, προσπαθούν να εφαρμόσουν εκσυγχρονιστικά προτάγματα μεγάλου βεληνεκούς ή να εξυπηρετήσουν απλώς πελατειακά συμφέροντα. Οι τρείς μεγαλύτερες πτωχεύσεις του νεοελληνικού κράτους  έλαβαν χώρα όταν εφαρμόστηκαν μεγαλεπήβολα εκσυγχρονιστικά σχέδια – αντιγραφές της Δύσης, με δάνεια χρήματα από τη Δύση. Το 1893 επί Χαρίλαου Τρικούπη, το 1932 επί Ελευθέριου Βενιζέλου και το 2010 αλλά ουσιαστικά επί Σημίτη και Κ. Καραμανλή.

Αν όμως είναι ασθένειες λέει ο Μελάς, γιατί δεν έχουν θεραπευθεί με τόσες θεραπείες και κυρίως αφού δεν θεραπεύτηκαν, πως κατάφερε η Ελλάδα και βρέθηκε μέσα στις πλουσιότερες χώρες του πλανήτη μέσα σε όλα αυτά τα χρόνια και με όλες αυτές τις ασθένειες να σέρνονται; Μέσα από αυτή τη διαδικασία ερωτήσεων και ερμηνειών και απαντήσεων που προκαλούν περισσότερες ερωτήσεις, παράγεται η γνώση την οποία ο Μελάς ως ένας γνήσιος πανεπιστημιακός δάσκαλος μοιράζεται μαζί μας και με τους φοιτητές του. Και είναι γνώση πολύπλευρη, συνδυάζει τη φιλοσοφία και την ιστορία με την οικονομική θεωρεία και με την κοινωνιολογική προσέγγιση.

Η κοινοβουλευτική Ελλάδα, ποτέ δεν λειτούργησε αποτελεσματικά πριν από το 1975, δηλαδή πριν από το δημοψήφισμα που τράβηξε μια βαθιά κόκκινη γραμμή από το παρελθόν. Τότε μόνον είπαν όλοι οι Έλληνες, δεξιοί και Αριστεροί, τέρμα στη βασιλεία και στη δικτατορία. Ως τότε όλες οι πλευρές φλερτάριζαν με την ιδέα ότι θα κυβερνήσουν τη χώρα, αφού καταλάβουν την εξουσία με τη βία, μέσω πραξικοπήματος. Από το ΚΚΕ ως τη Δεξιά, χωρίς να εξαιρείται ούτε ο Βενιζέλος, ο επιφανέστερος κοινοβουλευτικός άνδρας της χώρας, δεν είχαν τραβήξει αυτή την κόκκινη γραμμή ως το 1975.

Έχει μια εξαιρετική ανάλυση στο βιβλίο του αυτό, του πως συγκεντρώθηκαν στη δυτική Ευρώπη τα δύο μονοπώλια της κρατικής βίας και της φορολογίας και πως στην οθωμανική αυτοκρατορία τα πράγματα εξελίχθηκαν διαφορετικά γιατί αφενός διαδέχθηκε τη Βυζαντινή αυτοκρατορία, αλλά στην πιο ήπια εκδοχή της γιατί το κοράνι, απαγόρευε την ατομική ιδιοκτησία της γής.

Άλλη μεγάλη ασάφεια το έθνος – κράτος των Ελλήνων το οποίο ποτέ δεν κατάφερε να περιλάβει όλους τους Έλληνες μέσα στα σύνορά του, αλλά ποτέ επίσης δεν έγινε και το κράτος της ελληνικής διασποράς. Οι απόδημοι Έλληνες ποτέ δεν έχουν καταφέρει ως σήμερα να ψηφίσουν, πόσο μάλλον να συμβάλουν στη διαμόρφωση του κράτους. Περιλαμβάνει επίσης ένα ωραίο μάθημα για την ελληνοκεντρικότητα και την ελληνικότητα, έννοιες που είναι τόσο πρόσφατες, ενώ νομίζουμε ότι είναι αρχαίες. Αν δεν υπήρχε η γενιά του ’30 δεν θα την γνωρίζαμε και αν δεν υπήρχε η παγκοσμιοποίηση δεν θα την συζητάγαμε.

Εκεί που ο Μελάς δείχνει τις ικανότητες σύνθεσης που έχει είναι όταν εξηγεί τι καπιταλισμό φτιάχνει η ορθοδοξία και γιατί, σε αντιπαραβολή με τον καπιταλισμό που παράγεται από την προτεσταντική ηθική στην Αγγλία ή στη Γερμανία. Δεν θέλω να σας στερήσω την απόλαυση της ανάγνωσης αυτού του κεφαλαίου, αρκεί μόνον ως ερέθισμα να σας αναφέρω ότι η ορθοδοξία γενικά σνομπάρει τα εγκόσμια αγαθά και είναι πιο κοντά στην κοινοκτημοσύνη. Ο απόλυτος προορισμός δεν υπάρχει στους πατέρες της χριστιανοσύνης και ο άσωτος υιός πάντοτε μπορεί να σωθεί, ότι κι αν έχει κάνει. Ακόμα κι αν σαν τον Μέγα Κωνσταντίνο την τελευταία στιγμή του θανάτου του δείξει την οριστική του προτίμηση, γιατί ως εκείνη τη στιγμή ήταν ταυτόχρονα και αρχιερέας της αρχαίας  θρησκείας.

Μια τελευταία αναφορά και σταματώ. Το ελληνικό κράτος. Ιδίως τα τελευταία χρόνια όλοι το κατηγορούν και το μέμφονται. Δεξιοί και αριστεροί εκσυγχρονιστές, χρεώνουν στο κράτος όλα τα δεινά του ελληνισμού. Αυτό το κράτος όμως, με τα τόσα του προβλήματα και ασθένειες και παθογένειες, είναι ο μεγαλύτερος εργοδότης των Ελλήνων από το 1833 ως το 2013 και παρόλα αυτά κατάφερε να έχει την Ελλάδα στις πρώτες 25 χώρες του πλανήτη, στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας. Τόσο άχρηστο είναι που πρέπει να το καταστρέψουμε; Και τι θα το διαδεχθεί και θα τα καταφέρει καλύτερα τα επόμενα χρόνια; Τι είναι το καλύτερα κατ αρχήν; Να βρεθούμε μέσα στις πέντε καλύτερες οικονομίες; Αλλά αν είναι τόσο κακό, πως καταφέρνει να επιβιώνει επί 180 συναπτά χρόνια χωρίς διακοπή; Και το αυθόρμητο ερώτημα, μπορεί να υπάρξει Ελλάδα, ως χώρα χωρίς κράτος; Μήπως καταστρέφοντας το κράτος, ουσιαστικά προσπαθούμε να εξαφανίσουμε τη χώρα;

Αν κάποιος δεν έχει καταλάβει το σημαντικό πρώτο μέρος του βιβλίου, δεν θα καταλάβει και το δεύτερο μέρος, δηλαδή το πώς φτάσαμε στο μνημόνιο, από το 1990 ως το 2010. Μέσα σε 20 χρόνια διαμορφώθηκε η τελευταία κατάσταση που ζούμε. Δεν έγινε σε ένα χρόνο και δεν το έκανε ο Γιώργος Παπανδρέου, αν και είναι το πιο θλιβερό πρόσωπο στην ιστορία γιατί επιδείνωσε την κατάσταση με την ανίκανη ηγεσία του αντί να την βελτιώσει ή έστω να την διαχειριστεί.

Σε αυτό το μέρος του βιβλίου ξαναζούμε την ιστορία της Ελλάδας με την φενάκη της ισχυρής Ελλάδας του Σημίτη, στη θέση των εκσυγχρονιστικών προγραμμάτων του Τρικούπη και του Βενιζέλου, ενώ σε τελικά ανάλυση, αυτά τα συνθήματα λέει ο Μελάς και είναι ο μόνος που το λέει και το τεκμηριώνει, αυτός είναι ένας λαϊκισμός. Ποτέ δεν υπήρξε ισχυρή η ελληνική οικονομία, ούτε για ένα εξάμηνο. Επομένως και η χώρα δεν υπήρξε ισχυρή. Η σχετική προπαγάνδα αποτελεί λαϊκισμό που αποκοίμησε τους πολίτες και τους έκανε είτε θύματα που έχασαν τα λεφτά τους στο χρηματιστήριο, είτε δεν προετοιμάστηκαν καθόλου για την χρεοκοπία που ήρθε. Γιατί ο Μελάς λέει τα σύκα - σύκα και τη χρεοκοπία -χρεοκοπία.

Το να αποκρύπτεις εντελώς την πραγματικότητα της ΟΝΕ με την ελπίδα ότι έτσι θα κερδίσεις τις εκλογές, αποδεικνύεται ολέθριο και δυστυχώς οι ίδιοι άνθρωποι που είπαν συνειδητά ψέματα, εξακολουθούν να κυβερνούν και γι αυτό ο λαός έχει χάσει κάθε ελπίδα από το πολιτικό σύστημα. Αυτή η κενότητα και η αλαζονεία, ήταν η ύβρις που περιγράφεται στο τρίτο κεφάλαιο, η οποία έφερε την άτη, το θόλωμα του νού, την πλήρη σύγχυση στη διαχείρηση της κρίσης, πράγμα που οδήγησε τον υβριστή σε νέες ανοησίες κι αυτές έφεραν τη νέμεση, την οργή και την εκδίκηση των Θεών, ως την οριστική τιμωρία, την καταστροφή του την τίσιν. Τη συντριβή του.

Για το χρονικό διάστημα από το 2009 ως σήμερα έχουμε κάνει τόσες εκπομπές και συζητήσεις με τον Κώστα Μελά, που κρίνω φρόνιμο να μην αναφερθώ καθόλου σήμερα. Επί τρία χρόνια έχει αναλύσει με κάθε διεξοδικότητα, πόσο λάθος ήταν από την αρχή ως το τέλος όλα τα προγράμματα και οι σχεδιασμοί που εφαρμόστηκαν. Αλλά με μεγάλη σεμνότητα αφιερώνει μόνον 50 σελίδες χωρίς να κάνει ούτε μία αναφορά αυτοεπιβεβαιωτική των αναλύσεών του οι οποίες υπάρχουν σε πλήθος εφημερίδων και στο διαδίκτυο, σε πλήθος τηλεοπτικές και ραδιοφωνικές εκπομπές. Δεν ξέρω αν ο ίδιος μπορεί να τις υπολογίσει, αλλά εκτιμώ ότι πρέπει να είναι πολλές εκατοντάδες παρεμβάσεις, για τις οποίες δεν ζητάει να του αναγνωρίσουμε ευστοχία και διορατικότητα, έγκαιρη επισήμανση και κυρίως τεκμηρίωση. Μόνον εγώ πρέπει να του έχω πάρει σχεδόν 100 συνεντεύξεις από το 2009 ως τώρα, γιατί έψαχνα μανιωδώς να βρώ πνευματικούς ανθρώπους, με απόσταση από κομματικά συμφέροντα, οι οποίοι να λένε τα αυτονόητα μεν που είναι πολύ σπάνια δε. Και ταυτόχρονα  ανθρώπους που έχουν μια ακεραιότητα και μια ακαδημαϊκή εντιμότητα, ώστε να τολμούν να μιλήσουν ανοιχτά όταν κανείς δεν μιλάει και να πούν το δυσάρεστο νέο, όταν κανείς δεν θέλει να το ακούσει.

Σήμερα ακόμα και το ΔΝΤ λέει ότι η συνταγή ήταν λάθος. Το να λές όμως ότι το κούρεμα του ελληνικού χρέους είναι αναπόφευκτο από τον Ιανουάριο – Φεβρουάριο του 2010, ή να λές ήδη από το 2009 ότι οι συνταγές του ΔΝΤ προκαλούν ύφεση, καταστροφή και λεηλασία του δημόσιου και ιδιωτικού πλούτου στις χώρες όπου εφαρμόστηκαν, άρα και στην Ελλάδα θα προκαλέσουν τον ίδιο πόνο, δεν ήταν εύκολο. Ήθελε θάρρος και γενναιότητα, απέναντι στους πληρωμένους κονδυλοφόρους του συστήματος και στους ακαδημαϊκούς που ήταν υπάλληλοι των τραπεζιτών οι οποίοι έθεταν την επιστήμη τους και το κύρος τους στην υπηρεσία όχι των πολιτών, αλλά της ελίτ που είναι υπεύθυνη για την καταστροφή.

Ο Μελάς είναι σεμνός σε όλα και μετριοπαθής στο λόγο του και στα γραφτά του, χωρίς να απέχει από την πραγματικότητα, χωρίς να χαρίζει κάστανα, αλλά με μια ευπρέπεια την οποία συχνά δεν έχουμε οι ακροατές του ή οι αναγνώστες του. Κι αυτό το θεωρώ προσόν, αν πρόκειται κάποιος κάποτε να συνθέσει και τη λύση του προβλήματος. Με την οξύτητα και με την αδιαλλαξία, χωρίς να το καταλάβεις γίνεσαι μέρος του προβλήματος.








Το υπόδειγμα της Ιρλανδίας και ο κ . πρωθυπουργός.



Οι δηλώσεις του κ. Σαμαρά  , μετά τη συνάντησή του στο Μέγαρο Μαξίμου με τον πρωθυπουργό της Ιρλανδίας Έντα Κένι μας επανέφεραν στη μνήμη παλαιότερες δηλώσεις ελλήνων πολιτικών οι οποίοι δήλωναν θαυμαστές του ιρλανδικού υποδείγματος και επιθυμούσαν διακαώς να μετατρέψουν την ελληνική οικονομία σε οικονομία παρόμοια με την ιρλανδική. Δεν αναφέρω τα ονόματα για να αποφύγω την έστω και αρνητική προβολή τους. Ακολούθως είχαμε δηλώσεις  από άλλον πολιτικό σχετικά με την μετατροπή της Ελλάδος σε Δανία του Νότου. Τώρα και οι τρεις βρίσκονται στο περιθώριο της πολιτικής ζωής του τόπου.
 Ο έλληνας πρωθυπουργός έκανε παραλληλισμούς με την Ιρλανδία και έδωσε έμφαση στην εξωστρέφεια και την ανταγωνιστικότητα:
«Η Ιρλανδία είχε από δεκαετίες κάνει τη μεγάλη επιλογή της ανταγωνιστικότητας και της εξωστρέφειας και όταν βρέθηκε σε σοβαρή κρίση ήταν και πάλι η ανταγωνιστικότητα και η εξωστρέφεια που την οδήγησαν έξω από τη κρίση. Την επιλογή αυτή της εξωστρέφειας και της ανταγωνιστικότητας κάνει και η κυβέρνησή μας. Θα ακολουθήσουμε το παράδειγμά της Ιρλανδίας και στην άλλη επιλογή της χαμηλής φορολογίας».
Είναι γνωστό τοις πάσι ότι το ιρλανδικό οικονομικό υπόδειγμα απέχει παρασάγγας από το αντίστοιχο ελληνικό. Η εξωστρέφεια και η ανταγωνιστικότητα οφείλεται στην μεγάλη εισροή Άμεσων Ξένων Επενδύσεων με φορείς τις μεγάλες και μικρότερες πολυεθνικές επιχειρήσεις οι οποίες επέλεξαν να εγκατασταθούν στην Ιρλανδία όχι μόνο για τους χαμηλούς φορολογικούς συντελεστές αλλά και για τη γεωγραφική της θέση, για την Αγγλική τους γλώσσα και για μια σειρά άλλους παράγοντες. Η Ιρλανδία πραγματοποιεί εξαγωγές ύψους 104,9% του ΑΕΠ  και εισαγωγές ύψους 82,9% του ΑΕΠ  παρουσιάζοντας εμπορικό πλεόνασμα 19,3% του ΑΕΠ (όλα τα στοιχεία αναφέρονται στο 2011). Η ιδιωτική της κατανάλωση αποτελεί το 48,7% του ΑΕΠ και η δημόσια κατανάλωση το 18,4% του ΑΕΠ. Μόνο αυτά τα στοιχεία δείχνουν την τεράστια απόσταση από την ελληνική οικονομία στην οποία τα αντίστοιχα μεγέθη ως % του ΑΕΠ παρουσιάζουν την ακόλουθη εικόνα : εξαγωγές 25,1%, εισαγωγές 33,1% , εμπορικό έλλειμμα -15,8%, ιδιωτική κατανάλωση 74,6% και δημόσια κατανάλωση 17,4%.  
Όμως αυτό που έχει ίσως το μεγαλύτερο ενδιαφέρον είναι ότι η τρομακτική μεγέθυνση του ΑΕΠ της Ιρλανδίας και η βελτίωση του επιπέδου ευημερίας του ιρλανδικού λαού  δεν στηρίχθηκε στην σημαντική  εισροή ΑΞΕ αλλά κυρίως στην τεράστια κίνηση βραχυπρόθεσμων κεφαλαίων ( ολόκληρη την περίοδο 1992-2009 το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών ήταν οριακά αρνητικό παρά τα μεγάλα εμπορικά πλεονάσματα) και στην σημαντικότατη πιστωτική επέκταση του τραπεζικού συστήματος η οποία κυρίως κατευθύνθηκε στην αγορά ακινήτων με αποτέλεσμα την δημιουργία της πιστωτικής φούσκας το σκάσιμο της οποίας έδωσε βαρύ χτύπημα στο συγκεκριμένο  υπόδειγμα. Βεβαίως ο πρωθυπουργός παραλείπει να αναφερθεί στη βίαια κρίση που χτύπησε την ιρλανδική οικονομία ακριβώς λόγω του συγκεκριμένου υποδείγματος.
Τα υποδείγματα  αυτά , τα οποία στηρίζονται στις εξαγωγές είναι έρμαια των διαθέσεων των διεθνών αγορών. Η εμπιστοσύνη η οποία εκφράζεται μέσω της εισροής ΑΞΕ ολοκληρώνεται εν τοις πράγμασι με την εισροή βραχυπρόθεσμων επενδύσεων χαρτοφυλακίου οι οποίες λειτουργούν συμπληρωματικά εκμεταλευόμενες την υπερτίμηση της πραγματικής συναλλαγματικής ισοτιμίας καθώς και την λειτουργία του τραπεζικού τομέα να επεκταθεί με όλους τους τρόπους. Η δημιουργία πιστωτικής φούσκας ως εκ τούτου είναι σχεδόν σίγουρη . Η απόσυρση των επενδύσεων χαρτοφυλακίου επιτείνει και βαθαίνει την κρίση .
Στην ιστορία του καπιταλισμού έχει αποδειχθεί ότι η ισορροπία στην μεγέθυνση του ΑΕΠ εξαρτάται από το «σωστό» μέγεθος και την «σωστή» διάρθρωση της εγχώριας ζήτησης.
Μήπως έχει έρθει η χρονική «στιγμή» να μιλήσουμε σοβαρά για το μέλλον της ελληνικής οικονομίας χωρίς επικοινωνιακές και άλλες ρητορείες;

Τετάρτη, 22 Μαΐου 2013

Κείμενο για Παρουσίαση Βιβλίου Κώστα Μελά: "Μικρά Μαθήματα για την Ελληνική Οικονομία" (20.05.2013 Πολιτιστικό Κέντρο ΙΩΝΙΑ Δήμου Βούλας).



Γιάννης Παπαμιχαήλ
Καθηγητής Εκπαιδευτικής Ψυχολογίας Παντείου Πανεπιστημίου


H αναγκαστική απουσία μου από τη σημερινή συνάντηση για λόγους που σχετίζονται άμεσα με τις περιπέτειες της ελληνικής και της κυπριακής οικονομίας, αποτελεί για εμένα μια άτυχη συγκυρία. Διότι βέβαια δεν επιθυμούσα καθόλου να απουσιάζω από τη σημερινή παρουσίαση του βιβλίου του φίλου, συναδέλφου και ομοϊδεάτη μου Κώστα Μελά. Επειδή επίσης πιστεύω ότι ορισμένες πτυχές του συγκεκριμένου βιβλίου που θα αποκαλούσα ψυχοπολιτικές απαιτούν μια συστηματική υπογράμμιση, ίσως και μια πιο εκτεταμένη συζήτηση από εκείνη που συνοδεύει συνήθως τα έργα που διαπραγματεύονται τις αιτίες και τις συνιστώσες της πολύπλευρης οικονομικής και κοινωνικής κρίσης.
Δεν αναφέρομαι μόνο στις εύστοχες παρατηρήσεις του συγγραφέα πάνω στις υποτίθεται δυτικότροπες αντιλήψεις που εδώ και πολλά χρόνια αντιμετωπίζουν όλες τις ιδιομορφίες της ελληνικής κοινωνίας και της οικονομίας της με τρόπο στερεότυπα αρνητικό, περίπου σαν ασθένειες, όπως γράφει ο Μελάς, σε σχέση προφανώς με μια «κανονικότητα» που με απίστευτο μεθοδολογικό δογματισμό εμφανίζεται ως το μόνο πολιτικά, οικονομικά και πολιτισμικά ορθό πρότυπο λειτουργίας όλων αυτών των κοινωνικών πραγμάτων που ορισμένοι συνηθίζουν να ταξινομούν με μεγάλη ευκολία στα συμπτώματα μιας εγχώριας ιστορικής «υπανάπτυξης». Άλλωστε, η κριτική που ασκεί ο Μελάς στις πολιτικές και τραπεζικές γραφειοκρατίες οι οποίες φόρεσαν στους ευρωπαϊκούς λαούς τον ζουρλομανδύα μιας αποκλειστικά νομισματικής ένωσης, η οποία οδηγεί τις κοινωνίες του ευρωπαϊκού νότου στη δυστυχία και στην πολιτική υποτέλεια, δεν εξαντλείται καθόλου στην καταγγελία των δανειστών ή της Γερμανίας. Βέβαια, ως γνωστόν η Γερμανία διαχειρίζεται τα πλεονάσματα του εμπορικού της ισοζυγίου με τη λογική του δανειστή που ενώ ευννοείται ο ίδιος από την αμετάκλητη ισοτιμία του ευρώ, οδηγεί τις χώρες της περιφέρειας στην κατάρρευση και στην καλπάζουσα ανεργία. Πέραν όμως όλων αυτών, ο Μελάς επιχειρεί να ερμηνεύσει, ίσως να δώσει και κάποιες πρώτες απαντήσεις στο κοινό πλέον ερώτημα που απασχολεί σήμερα τους περισσότερους Έλληνες: «Πως ενέσκυψε αυτό το ύπουλο κακό; Πως την πάθαμε εμείς;»
Αναζητώντας λοιπόν τις αιτίες της σημερινής κρίσης, ο συγγραφέας δεν ικανοποιείται καθόλου από τις περιγραφικές και απλοϊκές ιδέες που εξαντλούνται συνήθως στην καταγγελία του λεγόμενου «λαϊκισμού» και που αναφέρονται στη διαπλοκή των νέων μικροαστικών στρωμάτων με την εξουσία, κυρίως μέσω του ΠΑΣΟΚ. Παραμερίζει με άλλα λόγια τις ιδεοληψίες του «Μαζί τα φάγαμε!». Αποφεύγει τους εύκολους κοινωνιοψυχολογισμούς, που περιορίζονται στην μονομερή ανάδειξη τιου πελατειακού κράτους, αλλά και της συμπλεγματικής λογικής και της κουτοπόνηρης πολιτικής αφέλειας του γνωστού αρχοντοχωριάτη, που επιδεικνύεται μέσω της άκριτης και αντιαισθητικής κατανάλωσης των προϊόντων και υπηρεσιών που αυτός και οι πρόγονοί του είχαν στερηθεί. Ο Μελάς υπογραμμίζει λοιπόν ότι το πρόβλημα της ελληνικής κοινωνίας ούτε ήταν, ούτε είναι η ανοδική κοινωνική κινητικότητα: αυτή η κινητικότητα νομιμοποιείται ηθικά και νομιμοποιεί πολιτικά κάθε αστική δημοκρατική κοινωνία στο μέτρο ακριβώς που συνιστά το αποτέλεσμα μιας διαδικασίας αυτοϋπέρβασης των μη προνομιούχων μέσα από τις παραδοσιακές αστικές αξίες της εργασίας ή της μόρφωσης. Η κρίση αυτού του αξιακού συστήματος – για την ακρίβεια, η συστηματική του αποδόμηση, συνυφαίνεται ταυτόχρονα με την αποδιοργάνωση της παραγωγής και τον αποσυντονισμό της πολιτικής βούλησης των μη προνομιούχων. Συνυφαίνεται με άλλα λόγια με την εμφάνιση του μετανεωτερίζοντος κόσμου των κοινωνικών υποκειμένων που, υπό την αφελή πολιτική ιδιότητα του «πολίτη του κόσμου» και του αντίστοιχου κοσμοπολιτισμού, ζουν στο αέναο παρόν της καταναλωτικής αυτοπραγμάτωσης που τους παρέχουν οι ιδεολογίες της ισότητας των ευκαιριών και οι εξίσου αφελείς προσδοκίες ενός δικαιότερου κόσμου, ο οποίος θα προέκυπτε δια πολιτικής μαγείας, μέσω λόγου χάρη μιας δικαιότερης διανομής του κοινωνικού πλούτου σε όσους είναι (ή αισθάνονται ότι είναι) στερημένοι. Διότι βέβαια, η σύγχρονη νομικο-πολιτική θρησκεία των δικαιωμάτων έχει αποδώσει σε όλους αυτούς τους στερημένους άφθονα ατομικά δικαιώματα για να αγωνιστούν, όλοι εναντίον όλων, για την αυτοεκπλήρωσή τους, «σκηνοθετώντας οι ίδιοι τον εαυτό  τους», όπως με διορατικότητα επισημαίνει ο Μελάς.
Μέσα ακριβώς στην ίδια θεατρικότητα κινήθηκε όμως και το πολιτικό προσωπικό που διαχειρίστηκε την εξουσία. Τα κόμματα που μονοπώλησαν τη διακυβέρνηση της χώρας τα τελευταία 30 χρόνια, όχι μόνο στάθηκαν ανίκανα να παράγουν πολιτική, όχι μόνο χειραγώγησαν την κοινή γνώμη με όλους τους τρόπους (ιδίως μέσω των ΜΜΕ και της εκπαίδευσης), όχι μόνο εξαντλήθηκαν σε ανταγωνισμούς για το ποιος είναι ο καλύτερος εκπρόσωπος των συμφερόντων των οικονομικών ελίτ, όχι μόνο αδιαφόρησαν για το τι πραγματικά χρειαζόταν ο τόπος, αλλά και ανέπτυξαν, όπως επισημαίνει ο Μελάς, μια ακατάσχετη ρητορεία που ισχυρίζεται πάντα τα εντελώς αντίθετα από αυτά που συμβαίνουν. Καταλαβαίνουμε ότι δεν υπήρχε καλύτερος τρόπος αποσταθεροποίησης της κοινής πολιτικής λογικής, ούτε πιο σίγουρος δρόμος που να οδηγεί τους πολίτες στην αδιαφορία για την πολική και στην ιδιώτευση.
Το πρόβλημα λοιπόν της ελληνικής κοινωνίας, όπως το εντοπίζει ο Μελάς, είναι πολιτικό από την άποψη ότι η κοινωνία αυτή «οδηγήθηκε σιγά σιγά, αλλά σταθερά στην υιοθέτηση της νοοτροπίας και της πρακτικής του παρασιτικού καταναλωτισμού και του κοινωνικού παρασιτισμού». Η ιδεολογική ή μάλλον καλύτερα η κοσμοθεωρητική επικράτηση της οικονομίας επί της πολιτικής – και μάλιστα της σημερινής νεοφιλελεύθερης χρηματοπιστωτικά ελεγχόμενης, διεθνοποιημένης καπιταλιστικής οικονομίας, έχει πάνω στις πολιτικές νοοτροπίες των ατόμων τις επιπτώσεις που εύστοχα επισημαίνει ο Μελάς: φρενήρης ατομισμός, υπερκαταναλωτισμός, αγοραίος ευδαιμονισμός κοινωνιών όπου ο άνθρωπος και το σύνολο των κοινωνικών του σχέσεων υφίστανται ως αποφύσεις του χρήματος. Παράλληλα, όσον αφορά τα συλλογικά πολιτικά και κοινωνικά φρονήματα, όπως το επισημαίνει ο συγγραφέας, «οι ισχυρισμοί περί ισχυρής οικονομίας λειτούργησαν με τρόπο αντίστοιχο της παλιάς Μεγάλης Ιδέας, με κατεύθυνση προς τη Δύση αυτή τη φορά. Δημιουργήθηκε και εξαπλώθηκε στην ελληνική κοινωνία ένας εκσυγχρονιστικός φονταμενταλισμός, βασιζόμενος υποτίθεται στο ορθρό λόγο, λες και όλες οι υπόλοιπες απόψεις ήταν ανορθολογικές. Η μονοσήμαντη σκέψη σε όλο της το μεγαλείο κατέκλυσε την ελληνική κοινωνία».
Ο Μελάς δεν είναι λοιπόν ένας ακόμα από εκείνους τους κοινωνικούς επιστήμονες που αρέσκονται να περιγράφουν ταυτολογικά και να φωτογραφίζουν στατικά τα δεδομένα, θεωρώντας ότι η αποτύπωση αυτή αποτελεί ταυτόχρονα και την ερμηνεία τους. Όπως όλοι μας, ζει βέβαια και αυτός μέσα σε ένα μετανεωτερικό καπιταλιστικό κόσμο όλο και μεγαλύτερων πραγματικών ανισοτήτων, που δεν συγκαλύπτονται καθόλου (αντίθετα μάλλον, επιδεικνύονται), αλλά εντούτοις εκλογικεύονται από τα άτομα που έμαθαν σταδιακά να πιστεύουν στο «τέλος της ιστορίας», στο «τέλος της πολιτικής», στο «τέλος των συλλλογικών υποκειμένων του νεότερου παρελθόντος», ή στο «τέλος των μεγάλων αφηγήσεων». Ως κοινωνικός επιστήμονας, ο Μελάς έχει λοιπόν μπροστά του ένα σύνθετο ερευνητικό αντικείμενο που θα επιθυμούσα να διατυπώσω ρητώς: Την πολιτική παθητικότητα μιας σαστισμένης κοινωνίας που εξαθλιώνεται πολιτικά και οικονομικά με ψυχραιμία συνυφασμένη με το πάθος του νεοφώτιστου πιστού δήθεν ορθολογιστή που ανακάλυψε τα τελευταία χρόνια με ενθουσιασμό, τις «μεγάλες αλήθειες» της νέας πολιτικής θεολογίας των ατομικών δικαιωμάτων. Μπορούμε άραγε να συσχετίσουμε αυτά τα φαινόμενα μεταξύ τους; Μπορούμε λόγου χάρη να διερευνήσουμε τη σχέση μεταξύ των πολιτικών συνειδήσεων των ατόμων που σκηνοθετούν την κοινωνική τους διάκριση ή την φαντασιακή εκπλήρωση των καταναλωτικών στόχων και των κοινωνικων φιλοδοξιών τους και που βαυκαλίζονται με την έμμονη μεταεθνοτική ιδέα ότι είναι πλέον «πολίτες του κόσμου» με πολλά νομικά δικαιώματα, ώστε να διεκδικούν στην ανοιχτή αγορά τις επιθυμητές ίσες ευκαιρίες της αυτοπραγμάτωσής τους, με τη διαπιστωμένη ως σήμερα τουλάχιστον απουσία σημαντικών συλλογικών πολιτικών αντιστάσεων από την πλευρά των μη προνομιούχων της ελληνικής κοινωνίας; Διότι αυτοί οι πολίτες του κόσμου, τώρα ακριβώς που η ελληνική κοινωνία υφίσταται μια άγρια, ταξικής φύσης επίθεση από την πλευρά των δανειστών, φαίνεται να αποδέχεται με κυνισμό τις ανισότητες και με «ρεαλισμό» την μοίρα της, δηλαδή την οικονομική της εξαθλίωση και την πολιτική της υποτέλεια. Τα άτομα αυτά ως κοινωνικά υποκείμενα θεωρούν βεβαίως ότι διαθέτουν απομαγευμένες, ρεαλιστικές και ορθολογικές συνειδήσεις: πάνω κάτω αυτοί ήταν πάντα η συνείδηση που είχαν οι δούλοι για τα κοινωνικά και πολιτικά πράγματα. Θα έλεγα ότι όλες αυτές οι παρατηρήσεις παρακινούν τον Μελά να σκαλίσει στο υπόβαθρο των εκλογικεύσεων, τις ψυχολπολιτικές αιτίες της περιρρέουσας κατάρρευσης των αντιστάσεων του ελληνικού λαού. Αναφέρεται συνεπώς επικριτικά στους ανέξοδους αντικρατισμούς που χρόνια τώρα, στρέφονται αποκλειστικά κατά του όντως ανοργάνωτου και ανίκανου εθνικού κράτους, αλλά δεν στρέφονται τόσο ενάντια στον αυτοκρατορικού τύπου δεσποτισμό του ευρωπαϊκού και διεθνούς πολιτικού καθεστώτος: Όπως ξέρουμε, αυτό το μεταεθνικό σύμπαν ονειρεύονται όλοι οι ριζοσπάστες, νεοφιλελεύθεροι και μη, ελευθεριακοί κοσμοπολίτες καθώς και κατά φαντασίαν διεθνιστές που, προερχόμενοι από την μεγάλη ιδεολογική κολυμπήθρα της αριστεράς, συναντούν την νεοφιλελεύθερη αντίληψη των «ανοικτών κοινωνιών» από την άποψη, όπως υποτίθεται, της ταξικής διεθνιστικής κριτικής του αστικού κόσμου και των πολιτικών του δομών.
Ο Μελάς αντιλαμβάνεται συνεπώς ότι οι σημερινές τουλάχιστον συνθήκες δεν ευνοούν καθόλου μια πολιτική ανατροπής του σημερινού μνημονιακού καθεστώτος. Υπερβαίνοντας λοιπόν τον ρόλο του επιστήμονα και υιοθετώντας έστω για τις περιστάσεις, την στάση του πολιτικού στοχαστή, παρακινεί στη συγγραφή ενός αξιόπιστου αντιμνημονίου ικανού να τεκμηριώσει την πιθανότητα μιας άλλης βιώσιμης ζωής της ελληνικής κοινωνίας, ενδεχομένως έξω από την ζώνη του ευρώ. Ενός κειμένου ικανού δηλαδή να πείσει ότι υπάρχουν ακόμα και τώρα άλλοι πολιτικοί δρόμοι για την αποκατάσταση της δημοκρατίας, ίσως και της ευημερίας στη χώρα μας. Δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω μαζί του και να του ευχηθώ να είναι καλοτάξιδο το νέο του βιβλίο.