Πέμπτη, 4 Απριλίου 2013

Να ανοίξει η συζήτηση χωρίς ενδοιασμούς και υπεκφυγές.



Η κρίση είναι βέβαιον ότι προκαλεί συγχύσεις.  Είναι βέβαιον ότι είναι διαλυτική . Σε περιόδους κρίσεων εμφανίζονται οι «μεγάλες» αλήθειες του είναι του  ανθρωπίνου είδους αλλά και των θεσμικών κοινωνικών οντοτήτων. Σε αυτές τις περιόδους η «εργαλειακή ορθολογικότητα» η οποία φαίνεται ότι δούλευε  με κανονικό τρόπο, αρχίζει να αναθεωρείται με ταχύτατους ρυθμούς. Αναζητούνται λύσεις οι οποίες επιχειρούν να υπερβούν την ορθολογικότητα μέσων – σκοπών που επιβάλλει η νέα πραγματικότητα,  με την οριοθέτηση «νέων» σκοπών. Συνήθως όμως οι νέοι σκοποί είναι καλυμμένοι παλαιοί. 
 Τα υπάρχοντα μέσα ρίπτονται στο σακούλι των αχρήστων. Οι άνθρωποι και οι κοινωνίες στριμωγμένες , απαξιωμένες και μη αναγνωρίζοντας των εαυτό τους επιχειρούν να φανταστούν κάτι «νέο  και σταθερό» από το οποίοι να πιαστούν. Κάτι που με μια μαγική κίνηση ταχυδακτυλουργού ή μιας θεϊκής παρέμβασης θα λύσει όλα τα προβλήματα.
Στην χώρα μας , η οποία  βρίσκεται σε μια πραγματικά οδυνηρή θέση , η παραπάνω περιγραφή  προσομοιάζει  απολύτως  σε σειρά από απόψεις οι οποίες  ρίπτονται κατά καιρούς με αυτόν το συγκεκριμένο τρόπο  στο τραπέζι του δημοσίου διαλόγου.
Άρχισε πάλι να επανακάμπτει, και από μια άποψη καλά κάνει, η συζήτηση για την έξοδο της χώρας από το ευρώ. Μάλιστα είναι υπό ίδρυση και το «κόμμα της δραχμής».  Θεωρώ ότι επανάκαμψη του θέματος θα οδηγήσει σε μια αναστοχαστική συζήτηση  τέτοιου εύρους και βάθους η οποία αν και δεν μπορεί να λειτουργήσει ως «αποφασιστικό πείραμα» κατάδειξης της αλήθειας κατά τα πρότυπα της φυσικής επιστήμης , εντούτοις θα αποτελέσει συμπερίληψη όλων ή σχεδόν όλων των προβλημάτων που αξίζουν και πρέπει να συζητηθούν. Ελπίζω αυτό να συμβεί άμεσα.
Τώρα , η συζήτηση για την έξοδο από τη ευρώ και την επιστροφή στο εθνικό νόμισμα στο πρώτο στο οποίο πρέπει να απαντήσει είναι η στρατηγική ανταπάντηση στην  στρατηγική ένταξης στην ΕΕ και σε συνέχεια στην ευρωζώνη εκ μέρους των πολιτικών ελίτ συνεπικουρημένων από την (μέγιστη) πλειοψηφία του ελληνικού λαού. Εδώ η απάντηση πρέπει να είναι καίρια, εμπεριστατωμένη και τεκμηριωμένη. Η πρόταξη της εθνικής ανεξαρτησίας ως στρατηγικής επιβεβαιώνει απλά την αδυναμία κατανόησης της αξίας του τιθέμενου προβλήματος.  Η κρατικές επιλογές απέχουν παρασάγγας από τις όποιες επιθυμίες μας.
Δεύτερον, θα πρέπει να εξηγηθεί επαρκώς, στο οικονομικό πεδίο, πως μέσω μιας μόνο κίνησης , η Ελλάδα αλλά και κάθε χώρα, γίνεται κάτοχος ενός «μαγικού» κλειδιού το οποίο μπορεί να ανοίξει όλες τις πόρτες. Θέλω να πω ότι η δεδομένη αυταπάτη , διότι περί αυταπάτης πρόκειται, πρέπει να εγκαταλειφθεί. Για να εγκαταλειφθεί πρέπει να αναιρεθεί η συζήτηση περί νομίσματος και να οδηγηθούμε στην καρδιά του προβλήματος δηλαδή στις ασκούμενες οικονομικές πολιτικές που απορρέουν από το στόχο διατήρησης του επιπέδου διακύμανσης του νομίσματος σε προεπιλεγμένα  επιθυμητά επίπεδα τα οποία συνάδουν με άκαμπτους   στόχους, 2,0%   για το πληθωρισμό και 3,0%   για το δημοσιονομικό έλλειμμα .  Εδώ υποστηρίζεται με θέρμη ότι η οικονομική πολιτική  θα αποκτήσει περισσότερους βαθμούς ελευθερίας. Ενδεχομένως να αποκτήσει . Όμως το ερώτημα είναι κατά πόσον μπορεί να υπάρξει άσκηση οικονομικής πολιτικής αντίθετης στο συγκεκριμένο κυρίαρχο καθεστωτικό πλαίσιο της ασκούμενης mainstream  οικονομικής πολιτικής. Σε αυτό πρέπει να αναζητηθεί απάντηση. Και πόσο αποτελεσματική θα είναι σε μια παγκοσμιοποιημένη οικονομία η οποία διέπεται από το συγκεκριμένο πλαίσιο της ελεύθερης διακίνησης αγαθών και κεφαλαίων.  
Τρίτον  θα πρέπει να επικεντρωθεί η συζήτηση όχι μόνο στην ασκούμενη οικονομική πολιτική αλλά και στις παραγωγικές δυνατότητες της χώρας σε συνάρτηση με τα δυναμικά στρατηγικά πλεονεκτήματα της. Η απλή ρήση για αναδιάρθρωση της οικονομίας είναι κενή περιεχομένου όταν δεν ομολογείται το περιεχόμενο. Επίσης ένα ακόμη ερώτημα είναι, τι θα γίνει στο διάστημα μέχρι την αρχή της αναδιάρθρωσης. Με άλλα λόγια ποιοι θα είναι οι στόχοι της βραχυχρόνιας οικονομικής πολιτικής.
Τέταρτον, σε ποια κατάσταση θα βρεθεί η ελληνική οικονομία (περίπου) όταν αποφασισθεί η έξοδος; Αυτό προϋποθέτει τοποθέτηση συνολική για όλες τις οικονομικές μεταβλητές. Δυστυχώς η οικονομία θέλει αριθμούς για να γίνει (περίπου) αντιληπτή.
Πέμπτον , οι πολιτικές ρητορείες είναι εύκολες . Η πραγματικότητα σκληρή. Επομένως η συζήτηση να προσομοιάζει σε κάτι άλλο από τους πολικαντισμούς του συρμού.
Έκτον, όλα τα παραπάνω δεν τίθενται γιατί είμαστε υπέρ ή κατά του ευρώ. Τίθενται για να δείξουν ότι μια απόφαση , στο πλαίσιο της δημοκρατίας, απαιτεί ένα πλαίσιο τεκμηρίωσης έστω και μη απολύτως ακριβές.
Έβδομο, η παρούσα κατάσταση της ευρωζώνης είναι σε τέλμα και αδιέξοδη. Το νόμισμα είναι μέσο οικονομικής πολιτικής και όχι στόχος.
Ας συζητήσουμε λοιπόν. Με όρους. Η επιστημονική επικοινωνία, βασισμένη στη συμφωνία των διαδικασιών με ορισμούς, τείνει να δημιουργήσει ένα πεδίο ικανό όχι να αποκαλύψει την αλήθεια, αλλά τουλάχιστον να αποκαλύψει το ψεύδος.

.