Πέμπτη, 7 Μαρτίου 2013

Απλά μαθήματα οικονομικής πολιτικής.


ΒΡΑΧΥΧΡΟΝΙΟΙ ΣΤΟΧΟΙ ΤΗΣ ΜΑΚΡΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ
1.
            Κάθε συζήτηση γύρω από την οικονομική πολιτική, αρθρώνεται γύρω από την ιδέα ότι υπάρχει μια δεδομένη σχέση μεταξύ ορισμένων μεταβλητών που ελέγχονται από τις οικονομικές αρχές και τελικών οικονομικών στόχων. Η βασική αντίληψη που υποβαστάζει την  παρούσα προσέγγιση είναι  καθαρά Κεϋνσιανής προέλευσης. Βασίζεται κυρίως στις εργασίες του Tinbergen[1], σύμφωνα με τις οποίες διαμορφώνεται η αντίληψη ότι το οικονομικό σύστημα λειτουργεί ως ένας μεγάλος μηχανισμός, του οποίου δύναται να προσδιορισθούν τα αποτελέσματα κινώντας τους σωστούς μοχλούς ενώ οι οικονομικοί λειτουργοί δεν διαφέρουν πολύ από τους τροχούς συναρμογής ενός οδοντωτού τροχού. Αυτό είχε προκαλέσει την ανάπτυξη της θεωρίας της οικονομικής πολιτικής η οποία βασίζονταν σε δεδομένες τεχνικές μεγιστοποίησης κάτω από συγκεκριμένους περιορισμούς των συναρτήσεων-στόχων, οι οποίες εξέφραζαν την επιλογή του δημόσιου επιλογέα.
Ο M. Friedman[2] και οι οπαδοί του κριτικάρισαν με σφοδρότητα την παραπάνω άποψη, τασσόμενοι υπέρ "σταθερών κανόνων" οικονομικής πολιτικής, πιστεύοντας στην αδυναμία των κεϋνσιανών απόψεων για την άμβλυνση του Οικονομικού κύκλου[3].  
Επίσης την παραπάνω άποψη "χτύπησαν" με σφοδρότητα ο R.Lucas και οι οπαδοί του (η λεγόμενη "νέα κλασσική μακροοικονομική σχολή") σύμφωνα με τους οποίους μόνο οι μη-προβλεπόμενες πολιτικές προκαλούν πραγματικά αποτελέσματα, και ως εκ τούτου οι μόνες μη-προβλεπόμενες πολιτικές είναι οι μη-συστηματικές[4]
            Η ιδέα αυτή στηρίζεται στο ότι, μόνο με τον τρόπο που αναφέραμε, οι οικονομικές αρχές μπορούν να επιτύχουν, χρησιμοποιώντας τα μέσα που έχουν στη διάθεσή τους, κάποιους και με σχετική σιγουριά από τους στόχους που έχουν θέσει.
            Βέβαια σ' όλες τις περιπτώσεις η σχέση μεταξύ μέσων και στόχων δεν είναι άμεση. Οι οικονομικές αρχές προσπαθούν να επηρεάσουν πρώτα ενδιάμεσους στόχους που υποτίθεται ότι συνδέονται στενά τόσο με τα μέσα όσο και με τους τελικούς μακροοικονομικούς στόχους.
            Κάθε οικονομική θεωρία ως απώτερο ιδανικό σημείο επιτυχίας της επιζητεί την εσωτερική και εξωτερική ισορροπία, τη σταθερότητα και την ισορροπημένη ανάπτυξη του οικονομικού συστήματος στο οποίο αναφέρεται. Συνήθως και παραδοσιακά, το σημείο αυτό, στη βραχυχρόνια μακρο­οικονομική πολιτική "αντιπροσωπεύεται" από συγκεκριμένους ποσοτικούς στόχους τους οποίους έχουν τη δυνατότητα να ελέγχουν οι οικονομικές αρχές με σχετική ευχέρεια.
            Τέτοιοι στόχοι είναι: οι διακυμάνσεις του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος, το επίπεδο των τιμών, το έλλειμμα των τρεχουσών συναλλαγών, η πλήρης απασχόληση.
            Η σημαντικότητα των στόχων αυτών, παρά τις ουσιαστικές ή οχι διαφωνίες μεταξύ των οικονομικών θεωριών για τον τρόπο που αυτοί μπορούν να επιτευχθούν, συγκεντρώνει την ευρεία συμφωνία τους.
            Η συγκεκριμενοποίηση των στόχων της βραχυχρόνιας μακρο­οικο­νομικής πολιτικής μας επιτρέπει στη συνέχεια να περάσουμε στην ανα­φορά των μέσων που έχουν στη διάθεσή τους οι διαχειριστές της οικονομικής πολιτικής ώστε να επιτύχουν τους στόχους τους.
            Τα μέσα πολιτικής που παραδοσιακά χρησιμοποιεί η οικονομική διαχείριση είναι τα γνωστά: δημοσιονομική πολιτική, νομισματική πολιτι­κή, εισοδηματική πολιτική και πολιτική συναλλαγματικής ισοτιμίας.
            Εάν θέλουμε να τα εξειδικεύσουμε θα ορίζαμε ότι η δημοσιονομική πολιτική κυρίως εκφράζεται μέσω της φορολογικής πολιτικής  και των δημοσίων δαπανών (κυρίως επενδύσεων), η νομι­σματική πολιτική μέσω της μεταβολής του επιτοκίου ή της προσφοράς χρήματος, η εισοδηματική μέσω του διαιτητικού καθορισμού του ονομα­στικού ημερομισθίου και η συναλλαγματική πολιτική μέσω της διακύμανσης της ισοτιμίας του νομίσματος.
            Το ζήτημα που τίθεται, κεντρικό στη θεωρία της Οικονομικής Πολιτικής, είναι να προσδιορισθεί η κατεύθυνση και η ταχύτητα με την οποία τα μέσα θα πρέπει να προσαρμοσθούν με στόχο να οδηγήσουν το σύστημα στο σύνολο των επιθυμητών τιμών που είχαν καθοριστεί ως στόχοι και από τους οποίους για διάφορες αιτίες είχαν απομακρυνθεί. Το πρόβλημα δηλαδή συνίσταται στην αναζήτηση εκείνων των τιμών που πρέπει να έχουν τα μέσα πολιτικής (μεταβλητές- ελέγχου) έτσι ώστε να επιτύχουμε τις επιθυμητές τιμές των μεταβλητών-στόχων.

2.
Γενικά, σε τυπική μορφή, το πρόβλημα παρουσιάζεται ως εξής[5]:
Έστω ότι Ζi, i=1,2 οι μεταβλητές στόχοι και Θi, i=1,2 οι μεταβλητές ελέγχου, της Οικονομικής Πολιτικής.
Το Οικονομικό σύστημα που τίθεται σε διαδικασία προσαρμογής παρουσιάζεται ως εξής:[6]
                                                Ζi = f1 1 ; Θ2]                                            [1]
                                                Z2 = f2 1 ; Θ2]                                           [2]
όπου fj, j=1,2 είναι οι επιθυμητές τιμές των μεταβλητών στόχων, το ανωτέρω σύστημα επιτρέπει να υπολογίσουμε τις τιμές των μεταβλητών - ελέγχου που εγγυώνται Ζ1 = Ζ1*.
            Έστω Θi*, i = 1,2 οι τιμές των μέσων που εξασφαλίζουν την ισότητα των τρεχουσών τιμών με τις επιθυμητές του Ζ. Εάν το σύστημα μετακινείται από την κατάσταση ισορροπίας, οι τρέχουσες τιμές των μεταβλητών στόχων και μέσων αποκλίνουν από τις επιθυμητές.
            Μπορούμε να εκφράσουμε τις αποκλίσεις των Ζ από τις αντίστοιχες τιμές του Ζ* σε όρους απόκλισης του Θ από το Θ*. Δηλαδή :
                        Ζ1 - Ζ1* = f11 11*) + f12 (Θ2 - Θ2*)               [3]
                        Ζ2 - Ζ2* = f211 - Θ1*) + f222 - Θ2*)               [4]
όπου οι μερικές παράγωγοι fij ,i,j = 1,2
f11 = θΖ1/θΘ1
f12 = θΖ1/θΘ2
f21 = θΖ2/θΘ1
f22 = θΖ2/θΘ2
οι οποίοι αποτελούν τους πολλαπλασιαστές των μέσων της Οικονομικής Πολιτικής.
            Η διαδικασία προσαρμογής παρουσιάζει δύο ξεχωριστές πλευρές που αποτελούν και τον πυρήνα του προβλήματος:
α)    οι ακριβείς τιμές των fij δεν είναι γνωστές στους διαχειριστές της Οικονομικής πολιτικής. Γνωστά είναι μόνο τα σημεία των παραμέτρων. Και αυτό γιατί θεωρούνται γνωστά τα χαρακτηριστικά των συναρτήσεων συμπεριφοράς του συστήματος. Συνεπώς και τα δύο συστήματα είναι δομές περιορισμένης πληροφόρησης, γεγονός που δεν επιτρέπει μια ΕΥΘΕΙΑ λύση για τις τιμές των μέσων Θ ώστε να επιτευχθούν οι επιθυμητές τιμές των Ζ.
β)    όπως φαίνεται από τις [3], [4] όλα τα μέσα πρέπει να προσαρ­μόζονται όταν παρατηρείται κάποια ανισορροπία έστω και σε μία μόνο μεταβλητή-στόχο. Το ζήτημα όμως που προκύπτει λόγω των συν­θηκών αβεβαιότητας που λειτουργεί το σύστημα καθώς και για λόγους τεχνικούς, είναι ότι δεν είναι δυνατόν να μετακινηθούν όλα τα μέσα ταυ­τό­χρονα και με το σωστό ρυθμό. Μεθοδολογικά επομένως επιλέ­γεται η άποψη, ένα μόνο μέσο για έναν μόνο στόχο, εννοώντας ότι το μέσον προσαρμόζεται μόνο εάν και ο στόχος με τον οποίο "συναρ­τάται" μετακινείται από την υποτιθέμενη κατάσταση ισορροπίας.
            Το συμπέρασμα που συνάγεται συνεπώς είναι ότι:
    τα μέσα θα πρέπει να είναι τουλάχιστον αριθμητικώς ίσα με τους στόχους[7]
    και θα πρέπει να μετακινούνται ανεξάρτητα το ένα από το άλλο.
            Οι όροι για την αποτελεσματικότητα των μέσων είναι αρκετά απαι­τη­τικοί και χωρίς να υπεισέλθουμε σε λεπτομερείς αναλύσεις μπορούμε απλά να αναφέρουμε αφενός τα περί αριθμητικής ισότητας τουλάχιστον μέσων και σκοπών, και αφετέρου την ανεξαρτησία των μέσων μεταξύ τους ώστε να μπορούν να μεταβάλλονται με τρόπο που να μην επηρεάζουν το ένα το άλλο, ότι αποτελούν βασικούς μόνο περιορισμούς.
            Αυτά ισχυρίζεται το γνωστό θεώρημα Tinbergen, επιτρέποντας τουλάχιστον θεωρητικά την επιτυχία των στόχων που έχουν επιλεγεί. Αναλυτικότερα και σε μια γενική άποψη του προβλήματος θα μπορούσαμε να το παρουσιάσουμε ως εξής:
α)    το πρώτο ζήτημα αφορά τον προσδιορισμό του τρόπου μέσω του οποίου μπορούν να προσαρμοσθούν τα μέσα όταν οι τρέχουσες τιμές Ζi αποκλίνουν από τις επιθυμητές Ζi*. Ο πιο απλός τρόπος προσέγγισης του ζητήματος είναι να θεωρήσουμε ότι η προσαρμογή πραγματο­ποιείται με γραμμικό τρόπο. Δηλαδή:
                        dΘ1 = a11 (Z1 - Z1*) + a12 (Z2- Z2*)                      [5]
                        dΘ2 = a21 (Z1 - Z1*) + a22 (Z2 - Z2*)                     [6]
όπου οι συντελεστές aij, i,j=1,2 προσδιορίζουν το "μέγεθος" των απαντή­σεων κάθε μέσου στο "μέγεθος" της ανισορροπίας των μεταβλητών στόχων.
            Οι aij μπορούν να συλληφθούν ως η ταχύτητα αντίδρασης των μεταβλητών-στόχων: όσο πιο υψηλές είναι οι τιμές τους τόσο πιο ευρεία είναι η απάντηση του μέσου στις υποτιθέμενες ανισορροπίες των μεταβλητών-στόχων.
            Ως εκ τούτου η μήτρα Α=(αij) δείχνει το πώς τα κέντρο απόφασης της Οικονομικής Πολιτικής αντιδρούν στις αποκλίσεις των μεταβλητών - στόχων από τις επιθυμητές τιμές. Έτσι τα δύο συστήματα περιγράφουν συγχρόνως ένα δυναμικό σύστημα προσαρμογής.
            Το πρόβλημα συνίσταται στη σύγκλιση του Θi στο Θi* με το πέρασμα του χρόνου. Από τη στιγμή που το σύστημα τείνει πραγματικά στις τιμές ισορροπίας των στόχων, χρειάζεται η διαδικασία προσαρμογής να είναι συγκλίνουσα, δηλ., όταν το μέσο Θi, έχει μια τιμή χαμηλότερη (υψηλότερη) από εκείνη της ισορροπίας όταν αυτή υψώνεται (χαμηλώνει).
            Από την άλλη μεριά η φύση του προβλήματος συνίσταται ακριβώς στο ότι οι τιμές των Θi* δεν είναι γνωστές ex-ante. Οι μόνες διαθέσιμες πληροφορίες βρίσκονται ενσωματωμένες στη Μήτρα των συντελεστών των εξισώσεων [3], [4].
            Αυτό που μπορούμε να ζητήσουμε από το σύστημα είναι να είναι τουλάχιστον σταθερό.
β)    η δεύτερη πλευρά είναι γνωστή σαν Κανόνας Προσ­διορισμού των Μέσων στους Στόχους, σύμφωνα με τον οποίο κάθε μέσο πρέπει να προσδιορίζει ένα μόνο στόχο.
            Σ' ένα σύστημα κυριαρχούμενο από αβεβαιότητα και από μη ολοκληρωμένη πληροφόρηση, ο κανόνας επιτρέπει να απλοποιήσουμε το πρόβλημα της Οικονομικής Πολιτικής του οποίου οι τυπικές πλευρές συνθέ­τονται στις συνθήκες σταθερότητας όπως αυτές αναλύθηκαν προηγουμένως. Ας υποθέσουμε π.χ. ότι το Θ1 αποδίδεται στο Ζ1, αυτό σημαίνει ότι ο διαχειριστής της Οικονομικής Πολιτικής υπεύθυνος για το Θ1 προσαρμόζει αυτό το μέσο όταν και όταν μόνο Ζ1 αποκλίνει από το Ζ1*. Το ίδιο για το Θ2 προς το Ζ2.
            Τεχνικά αυτό σημαίνει ότι στη Μήτρα των αντιδράσεων Α-(αij), θέτουμε α12 = α21 = 0 . Εναλλακτικά, εάν Θ1 αποδίδεται στο Ζ2 και Θ2 στο Ζ1 θέτουμε α11 = α22 = 0.
            Το πρόβλημα της πολιτικής επιλογής είναι έτσι διπλό: να επιλεγούν τα κατάλληλα μέσα απάντησης (αij) και συγχρόνως να βρούμε ένα Κρι­τήριο Απόδοσης που εγγυάται τη σταθερότητα της διαδικασίας προσαρ­μογής. Το ζήτημα που μετά από όσα αναφέρθηκαν παραμένει ανοικτό, αφο­ρά το κριτήριο επιλογής απόδοσης των μέσων στους στόχους. Το ζήτη­μα βρίσκει μια λύση στη βάση ενός πρόσθετου κριτηρίου του επονο­μαζό­μενου "Αρχή της πραγματικής ιεράρχησης των Αγορών"8 και το οποίο υπο­στη­ρίζει ότι τα μέσα της Οικονομικής Πολιτικής πρέπει να συναρ­τώνται με τους στόχους στους οποίους ασκούν τη μεγαλύτερη σχετική επίδραση.
3.
Πρώτο συμπέρασμα:
Επειδή υπάρχει αλληλεξάρτηση των «αγορών» μέσω των οποίων περιγράφουμε μακροοικονομικά το οικονομικό σύστημα  , στην περίπτωση που οι στόχοι τους οποίους θέλουμε να επιτύχουμε είναι σταθεροί, ο καθορισμός της τιμής την οποία θα πρέπει να λάβει το κάθε  μέσο οικονομικής πολιτικής (πολιτική μισθών, φορολογική πολιτική κτλ)    μπορεί να συμβεί μόνο με την ταυτόχρονη επίλυση ενός συστήματος που θα περιλαμβάνει όλα τα μέσα.
Δεύτερο συμπέρασμα :
Ο καθορισμός των σταθερών στόχων του παραπάνω υποδείγματος δεν γίνεται βουλησιαρχικά αλλά απορρέει από την πραγματικότητα της μακροοικονομικής  κατάστασης της συγκεκριμένης οικονομίας και των περιορισμών οι οποίοι υφίστανται και επιδρούν συστηματικά σε αυτήν. Άρα απαιτείται ύπαρξη ενός μακροοικονομικού υποδείγματος μέσω του οποίου να λάβουμε τις απαιτούμενες πληροφορίες.
Τρίτο συμπέρασμα:
Η πολιτική ρητορεία έχει τη δική της λογική. Μάλιστα δέχομαι ότι πρόκειται για μια λογική η οποία εξυπηρετεί πολύ συγκεκριμένους στόχους. Η οικονομία έχει μια δική της λογική. Στα μεγαλύτερα χρονικά διαστήματα της  ιστορικής πραγματικότητας οι δύο λογικές ήταν αποκλίνουσες. Πάντοτε  όμως  υπάρχει μια λεπτή κλωστή η οποία  in ultima istanza τις συγκρατεί. Η εμβάθυνση των παραπάνω δεν είναι του παρόντος.  Όμως θα ήθελα να πω ότι δεν προβαίνω εδώ σε αξιολογικές κρίσεις περί του ποια λογική είναι ορθή και ποια όχι. Απλά περιγράφω την κατάσταση.  
Τέταρτο συμπέρασμα:
Συνεπώς η ανακοίνωση της «τιμής» ενός μέσου πολιτικής και μετά ενός άλλου δεν έχει απολύτως κανένα νόημα για την οικονομική πολιτική. Πρόκειται για ανακοινώσεις οι οποίες αφορούν στην πολιτική. Η προσπάθεια να ενδυθεί με τον μανδύα της λογικής της οικονομίας γίνεται πάλι για λόγους πολιτικής.    



[1] Tinbergen J.:On the Theory of Economic Policy. Amsterdam North Holland, 1952].

[2]M. Friedman: The Role of Monetary Policy ,American Economic Review 1968
[3] Ιδιαιτέρως επεξηγηματικό το άρθρο του "H. Simons: Regole fisse contro decisioni descrezionali nella politica monetaria" στο "Il dibattito sulla moneta" σσ. 224-253 Giovanni Bellone. Il Mulino. 1972.
[4]Συστηματική ανάλυση όλων των απόψεων υπάρχει στο Κ. Μελάς, Περιδιαβαίνοντας στην Μακροοικονομική Θεωρία,  http://www.scribd.com/doc/57385782

[5] Η αναφορά γίνεται στα λεγόμενα  υποδείγματα σταθερών στόχων.
[6] Το θέμα αντιμετωπίσθηκε για πρώτη φορά από τους: Meade J. The balance of Payments. Oxford Univ. Press. 1951. Tinbergen J. Centralization and decentralization in Economic Policy Amsterdam 1954. Στη συνέχεια συστηματοποιήθηκε ολοκληρωτικά από: Fortin P. "Can Economic Policy pair Instruments and Targets? (or should it?) Canadian Journal of Economics 11/1974. Turnovsky S.J.: Macroeconomic Analysis and Stabilization Policy. (κυρίως cap 13&14) Cambridge University Press 1977.

[7] Αυτό ισχύει μόνο για τα υποδείγματα σταθερών στόχων. Για τα λεγόμενα υποδείγματα ευέλικτων στόχων μπορεί και να μην ισχύει χωρίς να δημιουργείται πρόβλημα στην ύπαρξη λύσης του υποδείγματος.
8 Η αρχή οφείλεται στον Mundell. R.A.: The Appropriate Use of Fiscal and Monetary Policy for External and Internal Stability. IMF. Staff Papers 3/1962.