Τετάρτη, 20 Μαρτίου 2013

Σιγά-σιγά αποκαθίσταται στο ευρωπαϊκό κοινωνικό επιφαινόμενο η λογική της ισχύουσας πολιτικής.



Αποδεικνύεται καθημερινά η σαθρότητα της   αρχιτεκτονικής της ευρωζώνης. Σήμερα ακόμη και οι ορκισμένοι φίλοι του εγχειρήματος εγείρουν ερωτήματα και αμφιβολίες.
Όμως δυστυχώς τα ερωτήματα και οι αμφιβολίες  δεν έχουν πλέον ακαδημαϊκό χαρακτήρα, όπως τα προηγούμενα έτη, αλλά γεννιούνται εν μέσω μιας επεκτεινόμενης οικονομικής κρίσης.  Επομένως έχουν ξεχωριστή σημασία δεδομένου ότι παράγονται σε ένα περιβάλλον φορτισμένο από την καθημερινή εμπειρία, τα οποία καμία πολιτική ρητορεία δεν μπορεί να τα διαψεύσει.
Η χρηματοπιστωτική κρίση ξεσκέπασε όλες τις  υπάρχουσες  δομικές αδυναμίες της ευρωζώνης.  Πλέον είναι γνωστές στους περισσότερους  έτσι ώστε δεν χρειάζεται παρά να αναφερθούν επιγραμματικά : η ανορθόδοξη λειτουργία της Κεντρικής Τράπεζας, η ανυπαρξία αναδιανεμητικών μηχανισμών μεταξύ πλεονασματικών και ελλειμματικών χωρών, η εμμονή σε αντιπληθωριστικές πολιτικές , και η επίλυση των προβλημάτων χρέους μέσω μόνο πολιτικών δημοσιονομικών προσαρμογών.
Όμως ξεσκέπασε και κάτι άλλο το οποίο οι «παροικούντες την Ιερουσαλήμ» γνώριζαν προ πολλού : τον τρόπο λειτουργίας της πολιτικής.
  Η μέχρι σήμερα πορεία προς την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση πραγματοποιήθηκε χωρίς ποτέ να αντιμετωπισθούν οι θεμελιώδεις αντιθέσεις στο εσωτερικό της ΕΕ. Θεμελιώδεις και πάγιες αντιθέσεις , όχι απλές αποκλίσεις θέσεων , ποικιλία απόψεων ή έστω ιδεολογικές συγκρούσεις. Τις αντιθέσεις αυτές οι ευρωπαϊκές πολιτικές ελίτ με την μέχρι σήμερα ακολουθούμενη διαδικασία για την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση δεν θέλησαν να αντιμετωπίσουν. Παραμερίστηκαν με επιμέλεια , κρύφτηκαν κάτω από το χαλί.
Η προώθηση της ολοκλήρωσης ουσιαστικά στηρίχθηκε σε «μη-λύση» των βασικών προβλημάτων. Αυτή η λογική της ολοκλήρωσης ήταν απολύτως σύμφωνη με τη «μέθοδο Μονέ»  η οποία στηρίζεται ως γνωστό ,στην αλληλουχία κρίσεων. Με τα ίδια τα λόγια του Μονέ  «Η Ευρώπη θα συντίθεται μέσω κρίσεων και δεν θα είναι παρά το άθροισμα των λύσεων που η ίδια θα φέρει στις λύσεις αυτές» Η κρίση αποτέλεσε πάντοτε ανάγκη γιατί μόνο έτσι η λύση , ο τελικός συμβιβασμός επεκτεινόταν και σε άλλους τομείς , διευρύνοντας το φάσμα των τομέων της από κοινού δράσης , βαθαίνοντας την ολοκλήρωση. Αποτέλεσμα αυτής της νεολειτουργικής λογικής ήταν και η διαμόρφωση των ευρωπαϊκών θεσμών κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο με προεξάρχουσα την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Ο κανόνας της ομοφωνίας απέκρυπτε συστηματικά τις κυρίαρχες βουλήσεις των μεγάλων κρατών , δηλαδή της Γερμανίας.
Οι ευρωπαϊκές πολιτικές ελίτ αντελήφθησαν εγκαίρως ότι η επέκταση της ενοποίησης σε χώρους που παράγουν σύγκρουση και όχι συναίνεση , εκεί δηλαδή όπου διακυβεύεται η ίδια η αυτονομία των κρατών , όπως στους χώρους της «υψηλής πολιτικής» θα υπονόμευε την επιχειρησιακή ικανότητα της υπερεθνικής μεθόδου να ορίσει το κοινό συμφέρον και να το αναδείξει μέσα από συντονισμένες μορφές συλλογικής δράσης 
 Βασίσθηκε στην παθητική συναίνεση των πολιτών των ευρωπαϊκών χωρών , οι οποίοι θεώρησαν  κατ’ αρχάς αδιάφορα τα γενόμενα λόγω της σαφούς έλλειψης ενημέρωσης δεδομένου ότι οι διαδικασίες προώθησης της ολοκλήρωσης γίνονταν (και γίνονται ) «εξ’ υφαρπαγής», δευτερευόντως επειδή  φαίνεται ότι «πείσθηκαν» μέσω μιας βασικής υπόσχεσης εκ μέρους των ευρωπαϊκών πολιτικών ηγεσιών ότι η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση θα έχει θετικές οικονομικές επιδράσεις στην καθημερινότητά τους και στην γενικότερη ευημερία τους φθάνει να εγκαταλειφθεί κάθε είδος «λαϊκισμού» που δημιουργεί μόνο προβλήματα στην οικονομία.
Με τη διαδικασία αυτή και στα «μουλωχτά» δημιουργήθηκε ένα ευρύ θεσμικό πλαίσιο , ένα νομικό δίχτυ που απλώθηκε πάνω από τα εθνικά κράτη   υποτάσσοντας σημαντικά κομμάτια της κυριαρχίας τους.
Αυτή η λογική βρίσκεται σήμερα ουσιαστικά υπό διάλυση. Μπορούν να ξεπερασθούν όπως τόσες άλλες φορές; Δύσκολα. Τα προβλήματα σήμερα  φαίνεται να είναι «άλλου γένους» και να απαιτούν άλλες λύσεις από αυτές τις οποίες είχε σχεδιάσει η Γερμανία και πειθήνια είχαν συναινέσει οι υπόλοιπες ισχυρές χώρες (Γαλλία, Ιταλία).
Η πολιτική  φαίνεται ότι τώρα αρχίζει.