Τρίτη, 19 Μαρτίου 2013

Η πολιτική ως ηθικολογία. Η κ Μέρκελ ξαναχτυπά.



Ήταν γνωστό εδώ και αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα ότι οι χώρες της ευρωζώνης επεδίωκαν τη συμμετοχή αλλοδαπών (μη κατοίκων) οι οποίοι διατηρούσαν λογαριασμούς καταθέσεων στην Κύπρο στο κόστος του προγράμματος διάσωσης της χώρας. Μεγάλη γερμανική εφημερίδα (Süddeutsche Zeitung Μονάχου) στις 21 Φεβρουαρίου είχε αναφέρει ότι η συμμετοχή όλων όσοι δραστηριοποιούνταν στην οικονομική ζωή του νησιού, με κάθε τρόπο (είτε επιχειρηματικά, είτε με εισροές  επενδύσεων χαρτοφυλακίου, είτε απλά ως καταθέτες) θα έπρεπε να συμβάλλουν στο κόστος ενός πακέτου διάσωσης της χώρας.
Σύμφωνα με όσα γίνονται γνωστά από διαρροές των κύκλων οι οποίοι είχαν συμμετάσχει στη διαπραγμάτευση, για μεγάλο διάστημα εξετάστηκαν όλοι οι τρόποι για το πώς θα μπορούσε να υλοποιηθεί αυτή η συμμετοχή.
Είχε συζητηθεί το ενδεχόμενο  να αυξηθεί η φορολογία στα κέρδη των επιχειρήσεων, στις αποδόσεις κεφαλαίων, σε βίλες και ακίνητη περιουσία, όπως επίσης και η καθιέρωση ενός περιουσιακού φόρου.
Εξετάστηκε επίσης το ενδεχόμενο της μετατροπής αξιώσεων επενδυτών από το εσωτερικό και εξωτερικό σε συμμετοχή στις προβληματικές τράπεζες.
Όμως  θα έπρεπε πάση θυσία να συμμετάσχουν περισσότερο αναλογικά οι υπαίτιοι της κρίσης. Αυτές ήταν οι τράπεζες. Επομένως για μεγάλο διάστημα εξετάζονταν  οι πιθανοί τρόποι με τους οποίους θα μπορούσαν να συμβάλουν στην εξυγίανση (της Κύπρου) οι ιδιώτες κάτοχοι τραπεζικών λογαριασμών και πιστωτές.
Βεβαίως εδώ υπάρχει «τρικυμία εν κρανίω». Διότι οι απλοί καταθέτες μπορεί να θεωρούνται «πιστωτές» των τραπεζών, όπως οι μέτοχοι, οι ομολογιούχοι κτλ αλλά αν θέλουμε να είμαστε σοβαροί, στην πραγματικότητα δεν είναι. Οι καταθέσεις αποτελούν την απαραίτητη πρώτη ύλη λειτουργίας του τραπεζικού συστήματος. Ο καταθέτης ονομάζεται έτσι και όχι επενδυτής διότι απλά δεν είναι επενδυτής. Οι καταθέσεις αποτελούν οιωνεί ρευστό χρήμα. Δεν είναι επενδυτικό προϊόν.
Η λογική ότι πρέπει να συμβάλλει και ο υπαίτιος του σφάλματος αποτελεί απαράβατο ιδεολογικό όρο της καγκελαρίου Μέρκελ. Το προτεσταντικό μυαλό της είναι απολύτως πεισμένο ότι το σφάλμα (διάβαζε αμαρτία)για να διορθωθεί (συγχωρεθεί) πρέπει το υποκείμενο το οποίο υπέπεσε σε αυτό να καταβάλει ένα κόστος. Κόστος το οποίο θα πρέπει να δημοσιοποιηθεί στην κοινωνία, έτσι ώστε η τελευταία να γνωρίζει σε κάθε στιγμή ότι έχει επέλθει η συγχώρεση μέσω της εφαρμογής της απορρέουσας από το θρησκευτικό δόγμα  δικαιοσύνης.
Την παραπάνω αντίληψη η οποία διέπει το σύνολο του γερμανικού λαού , η Μέρκελ την οδήγησε στα όρια της. Την χρησιμοποίησε για να αποσπάσει συναινέσεις υπέρ του κόμματός της και συγχρόνως υπέρ του ίδιου του γερμανικού λαού και εμμέσως κατά των υπολοίπων λαών οι οποίοι δεν είχαν την πρόνοια να μην μπουν σε κρίση.
Η καγκελάριος Μέρκελ για άλλη μια φορά προσέφυγε στην ηθικολογία για να δικαιολογήσει την συγκεκριμένη απόφαση: είναι δίκαιο να πληρώσουν όσοι συμμετείχαν στη διαμόρφωση αυτής της κατάστασης. Η προσφυγή στην ηθικολογία από μια πολιτικό η οποία υποτίθεται θέλει να ηγηθεί στην ΕΕ νομίζω ότι δείχνει την τεράστια οπισθοδρόμηση της πολιτικής την οποία ζούμε τα τελευταία χρόνια στην Ευρώπη. Η εξάπλωση της ηθικής εις βάρος της πολιτικής σηματοδοτεί μόνο δυσάρεστες μελλοντικές εξελίξεις. 
Συνεπώς η κ. Μέρκελ, καθορίζοντας την συμμετοχή του αμαρτωλού στο κόστος  με βάση ηθικολογικούς κανόνες, αδιαφορεί παντελώς  για την πολιτική διάσταση του προβλήματος και τις συνέπειες που αυτή έχει πρωταρχικά για μια χώρα μέλος της ευρωζώνης και δευτερευόντως για την ίδια την ευρωζώνη , η οποία ειρήσθω εν παρόδω μέχρι σήμερα έχει αποδειχθεί ότι προσέφερε τα μέγιστα στην Γερμανία.