Παρασκευή, 1 Μαρτίου 2013

Έντεκα χρόνια στην ευρωζώνη. Πόσο φταίει το νόμισμα;



Νομίζω ότι η οποιαδήποτε αποτίμηση δεν μπορεί να αναχθεί σε μια  συζήτηση η οποία θα περιστραφεί απλά  γύρω από  την συνεισφορά του  νομίσματος στην κατάσταση στην οποία ευρίσκεται η οικονομία της χώρας. Το νόμισμα  γενικά δεν είναι ή δεν θα έπρεπε να είναι τίποτε περισσότερο από την αντανάκλαση των παραγωγικών δυνατοτήτων μιας χώρας. Βεβαίως η άσκηση της κατάλληλης νομισματικής πολιτικής (δηλαδή η αξία του νομίσματος σε εγχώριους αλλά και διεθνείς όρους) θα μπορούσε να συμβάλλει βραχυπρόθεσμα στην καλυτέρευση των στόχων της οικονομικής πολιτικής. Θέλω να πω ότι υπάρχουν και δυνάμεις που πηγάζουν από το ίδιο το νόμισμα οι οποίες μπορούν να επιδράσουν στα οικονομικά αποτελέσματα. Όμως η λειτουργία της πραγματικής οικονομίας , η παραγωγικότητα της βασικά, αποτελεί το βασικό μοχλό ενδυνάμωσης  της οικονομίας και του νομίσματος.   
Τώρα η είσοδος της χώρας στην ζώνη του ευρώ  μας κατέστησε μέλος μιας νομισματικής ένωσης όπου υπάρχει κοινή νομισματική και συναλλαγματική πολιτική , ένα νόμισμα επομένως του οποίου η αξία καθορίζεται συνολικά από τις ανάγκες της ευρωζώνης , και όχι από τις ανάγκες κάθε χώρας. Επομένως  στέρησε τη δυνατότητα άσκησης αυτόνομης οικονομικής πολιτικής.
 Χωρίς να υπερβάλλουμε για τη δυνατότητα άσκησης αυτόνομης οικονομικής πολιτικής από χώρες όπως η Ελλάδα θα πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι αυτό που απώλεσε η Ελλάδα με την παραχώρηση άσκησης αυτόνομης οικονομικής πολιτικής και κυρίως της νομισματικής – συναλλαγματικής δεν υποκαταστάθηκε από την παραχώρηση εφάμιλλου εργαλείου το οποίο θα μπορούσε να σηκώσει το βάρος αυτής της απώλειας. Διότι το ειδικό βάρος κάθε εργαλείου είναι διαφορετικό σε κάθε χώρα της ευρωζώνης.
   Η απώλεια της συναλλαγματικής πολιτικής αποδεικνύεται σημαντική στην περίπτωση της ελληνικής οικονομίας.  Στο παρελθόν, η Τράπεζα της Ελλάδος είχε τη δυνατότητα παρέμβασης στην αγορά συναλλάγματος και επίδρασης της ισοτιμίας του εγχώριου νομίσματος. 
Μπορούσε, για παράδειγμα, να υποτιμήσει τη δραχμή και να μειώσει – τουλάχιστον προσωρινά – τις τιμές των ελληνικών προϊόντων στο εξωτερικό ή να αυξήσει τις τιμές των ξένων προϊόντων στην Ελλάδα, βελτιώνοντας έτσι την ανταγωνιστικότητα.[1]
Σήμερα δεν έχει αυτή τη δυνατότητα με αποτέλεσμα το βάρος της βελτίωσης των εξωτερικών επιδόσεων της ελληνικής οικονομίας να περνάει ολοκληρωτικά στις αμοιβές των συντελεστών παραγωγής και πρωτίστως της εργασίας.
 Η απώλεια των εργαλείων της νομισματικής και συναλλαγματικής πολιτικής, αυξάνει τη σημασία της δημοσιονομικής πολιτικής. Και αυτή όμως έχει χάσει τη δυνατότητα αντίδρασης σε πιθανές μεγάλες εξωτερικές διαταράξεις, εξαιτίας του συμφώνου σταθερότητας του Μάαστριχ  αλλά και του υψηλού δημόσιου χρέους της χώρας μας, το οποίο περιορίζει το εύρος και την ευελιξία της απαιτούμενης αντίδρασης. 
Επομένως η μόνη μακροοικονομική μεταβλητή που μπορεί να χρησιμοποιηθεί είναι οι αμοιβές των συντελεστών παραγωγής και πρωτίστως της εργασίας.                 
 Ένα ακόμα σημαντικό  πρόβλημα, έχει να κάνει με την αδυναμία των μεταβλητών στις χρηματοοικονομικές αγορές της Ευρωζώνης, όπως τα επιτόκια και η συναλλαγματική ισοτιμία του ευρώ, να λειτουργούν εξισορροπητικά σε περίπτωση που μια χώρα-μέλος όπως η Ελλάδα βρεθεί σε κατάσταση ανισορροπίας[2]. Αυτό συμβαίνει γιατί οι τιμές στη χρηματοοικονομική αγορά αντανακλούν συμβάντα και προσδοκίες για τους οικονομικούς ενεργούντες σε σχέση με την οικονομία ολόκληρης της Ευρωζώνης, και όχι ενός μεμονωμένου μέλους, όπως η Ελλάδα. 
Το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών στην Ελλάδα ήταν υψηλό. Σε καθεστώς εθνικού νομίσματος  η δραχμή θα δέχονταν υποτιμητικές πιέσεις  , αν η πιθανότητα μεγάλης υποτίμησης ήταν υψηλή  θα ωθούσε τις νομισματικές αρχές προς αύξηση των εγχώριων επιτοκίων. Και οι δύο μεταβλητές θα δημιουργούσαν δυναμική μείωσης του ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών. 
Σήμερα δεν υπάρχει μια τέτοια αντίδραση, αφού το ελληνικό έλλειμμα δεν επηρεάζει τη συναλλαγματική ισοτιμία του ευρώ. Ο παραδοσιακός μηχανισμός των τιμών της αγοράς παύει να λειτουργεί εξισορροπητικά για την Ελλάδα.
Μια παράπλευρη απώλεια είναι και η έλλειψη μηχανισμών προειδοποίησης της πολιτικής ηγεσίας στις οικονομικές ανισορροπίες.
 Στο προηγούμενο παράδειγμα, μια επίθεση στη δραχμή παλαιότερα θα αφύπνιζε τους οικονομικούς παράγοντες στο πρόβλημα της ανισορροπίας που έφερε την επίθεση και, ως αποτέλεσμα, οι οικονομικές αρχές λάμβαναν μέτρα.
Στο καθεστώς της ευρωζώνης, οι ανισορροπίες δεν έχουν μεν άμεσες αρνητικές επιπτώσεις, αλλά ούτε και διορθώνονται εύκολα διότι δεν γίνονται άμεσα αντιληπτές. 
Συνεπώς  το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών μπορεί να μεγεθύνεται χωρίς η αγορά να τιμωρεί την Ελλάδα για τη μεγέθυνση αυτή με υποτίμηση και άνοδο των επιτοκίων. 
Κατά συνέπεια, το αρχικό πρόβλημα που προκάλεσε την αύξηση του ελλείμματος παραμένει και σωρεύεται, επιτείνοντας τη μακροχρόνια ανισορροπία, η οποία θα εμφανιστεί ξαφνικά με όλη της την μεγαλοπρέπεια με την μορφή άρνησης αναχρηματοδότησης του διευρυνόμενου δημοσίου χρέους από τις χρηματοπιστωτικές αγορές.
Ο δραματικός περιορισμός των εργαλείων μακροοικονομικής πολιτικής στην Ευρωζώνη αφήνει πολλές φορές την οικονομία απροστάτευτη από τυχόν αρνητικές εξωτερικές ή εσωτερικές διαταράξεις. Αν, για παράδειγμα, οι εγχώριες επενδύσεις μειωθούν δραματικά λόγω απαισιόδοξων προβλέψεων του επιχειρηματικού κόσμου, η εγχώρια κεντρική τράπεζα δεν έχει την ίδια δυνατότητα να μειώσει το κόστος χρήματος για τις επενδύσεις που είχε πριν την ένταξη στην Ευρωζώνη.
Αντιστρόφως, αν ο δανεισμός των νοικοκυριών αυξάνεται υπερβολικά γρήγορα με κίνδυνο την υπερθέρμανση της οικονομίας ή και τη σταθερότητα του εγχώριου
χρηματοοικονομικού συστήματος, οι περιορισμοί που μπορούν να μπουν από μια εγχώρια κεντρική αρχή είναι ποσοτικοί – πιθανόν μέσω τραπεζικής εποπτείας - και όχι στα επιτόκια.
Η σταθερότητα του ευρώ από την άλλη πλευρά είναι θετικό διότι εξασφαλίζει νομισματική σταθερότητα κάτι το οποίο είναι απαραίτητο για την ανάπτυξη της οικονομίας (κάτι που δεν εξασφάλιζε η δραχμή)  αλλά η σταθερότητα εξασφαλίζεται σε ένα επίπεδο που δεν βολεύει την Ελληνική οικονομία. 
Νομίζω ότι αν η ασκούμενη οικονομική πολιτική ήταν περισσότερο ευέλικτη και υπήρχαν οι κατάλληλοι αναδιανεμητικοί και υποστηρικτικοί μηχανισμοί σίγουρα τα γεγονότα θα είχαν εξελιχθεί διαφορετικά. 
Πρωταρχικά η αδυναμία κατανόησης του πως λειτουργεί μια νομισματική ένωση της μορφής της ευρωζώνης , και δευτερευόντως η συνειδητή υποβάθμιση των τεράστιων υποχρεώσεων και προβλημάτων  που απορρέουν από αυτή τη συμμετοχή , εκ μέρους της κυβέρνησης Σημίτη και των επιτελών της, και σε συνέχεια όλων των υπολοίπων , καταδίκασε τον ελληνικό λαό στην άγνοια σε σχέση με τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματά του από αυτή την συμμετοχή. Τώρα δυστυχώς βρισκόμαστε παγιδευμένοι σε μια ζοφερή κατάσταση.    




[1] Κ. Μελάς, Αγορές Συναλλάγματος και Ιδιωτικοποίηση Κινδύνου . Εξάντας 2003.
[2] Κ. Μελάς,, Η Σαστισμένη Ευρώπη, Εξάντας 2009.