Τετάρτη, 20 Φεβρουαρίου 2013

Πόλεμος νομισμάτων προ των πυλών ;

Βρισκόμαστε τελικά αντιμέτωποι με  συναλλαγματικό  πόλεμο μεταξύ των νομισμάτων των ισχυρών οικονομιών ;  Ή πρόκειται πάλι για μεγαλόστομες διακηρύξεις εκ μέρους μερίδας κυβερνητικών παραγόντων οι οποίες όμως πολλαπλασιάζονται και διαχέονται από τα διεθνή ΜΜΕ. Βεβαίως οι συγκεκριμένες διακηρύξεις σαφέστατα προάγουν τα συμφέροντα των χωρών τους. Όμως πριν συνεχίσουμε ,καλό είναι ανοίγοντας μια παρένθεση, να αναφερθούμε εν συντομία στο περιεχόμενο της έννοιας του συναλλαγματικού πολέμου.  Κατ΄ αρχάς είναι γνωστόν ότι ένας πόλεμος  αρχίζει όχι όταν εφορμά ο επιτιθέμενος αλλά μόνον όταν αποφασίζει να αμυνθεί ο δεχόμενος την επίθεση. Συνεπώς συγχρόνως με τη θεωρητική   προσέγγιση της έννοιας του συναλλαγματικού πολέμου χρειάζεται στην ιστορική στιγμή να λάβουμε υπόψη μας ποιος επιτίθεται και ποιος αμύνεται ώστε να κατανοήσουμε το δυνατόν περισσότερο αυτό που συμβαίνει. Συνήθως όταν αναφερόμαστε σε συναλλαγματικούς πολέμους εννοούμε τις προσπάθειες τις οποίες καταβάλλουν οι διάφορες κυβερνήσεις ασκώντας ενεργητική νομισματική πολιτική ( μεταβολή των βασικών επιτοκίων ) να επηρεάσουν την ισοτιμία του νομίσματος τους με στόχο να διευκολυνθούν οι διεθνείς ροές των εμπορευμάτων ή των κεφαλαίων έτσι ώστε να υπάρξουν αποτελέσματα ευνοϊκά για την εγχώρια οικονομία . Εκτός βεβαίως της νομισματικής πολιτικής παρεμφερή αποτελέσματα μπορεί να επιφέρει και η δημοσιονομική πολιτική κάτι το οποίο βεβαίως εξαρτάται από το ευρισκόμενο εν ισχύ νομισματικό καθεστώς ή και συνδυασμός και των δύο πολιτικών. Η ενεργητική άσκηση οικονομικής πολιτικής όμως γίνεται δεκτή μόνο από όσους θεωρούν ότι οι απρόσκοπτη λειτουργία της αγοράς δεν είναι αποτελεσματική και ότι το καπιταλιστικό σύστημα ρέπει εγγενώς προς την ανισορροπία . Ως εκ τούτου χρειάζονται ενεργητικές οικονομικές πολιτικές  για την αποκατάσταση του καθεστώτος  πλήρους απασχόλησης του παραγωγικού δυναμικού της οικονομίας. Επομένως οι φωνασκούντες  δεν είναι άλλοι από αυτούς , που θεωρητικά πιστεύουν ότι οι αγορές είναι αποτελεσματικές και επομένως δεν χρειάζεται ενεργητική παρέμβαση εκ μέρους των κυβερνήσεων και ειδικότερα των κεντρικών τραπεζών Τα θεωρητικά επιχειρήματα βεβαίως δεν μπορούν να λύσουν κανένα πρόβλημα εφαρμοσμένης οικονομικής πολιτικής αν η πραγματικότητα δεν δείξει ότι κάτι στραβό συμβαίνει το οποίο οδηγεί σε αποκλίσεις των βασικών στόχων της οικονομικής πολιτικής, δηλαδή στο ρυθμό μεγέθυνσης , στην ανεργία, στον πληθωρισμό , στα εξωτερικά ελλείμματα , από το επιδιωκόμενο. Σε έναν παγκοσμιοποιημένο κόσμο με ελεύθερες κινήσεις κεφαλαίων (ειδικά των βραχυπρόθεσμων) οι οικονομίες των μεγάλων αλλά και των μικρών χωρών παρουσιάζουν μεγάλη αλληλεξάρτηση. Συνεπώς κάθε σημαντική κίνηση που ξεκινάει από μια μεγάλη οικονομία επηρεάζει όλες τις υπόλοιπες.
Τώρα  ποιοι είναι οι φωνασκούντες ;  Είναι οι χρηματοπιστωτικές αγορές; Από τη στιγμή που το χρηματοπιστωτικό σύστημα έχει καθοριστικό ρόλο στον «ύστερο» καπιταλισμό βεβαίως συμπεριλαμβάνεται μεταξύ των φωνασκούντων. Όμως όσο δεν υφίσταται περιορισμό της λειτουργίας του (με το σημερινό πλαίσιο) δεν στερείται ουσιαστικά καμίας δυνατότητας να εκμεταλλεύεται τις αστοχίες και τις ρωγμές που πάντοτε θα δημιουργούνται σε έναν πολύπλοκο και πολυδαίδαλο οικονομικό περιβάλλον ανεξαρτήτως αν θα υπάρχουν παρεμβάσεις ενεργητικής οικονομικής πολιτικής με στόχο τον επηρεασμό των συναλλαγματικών ισοτιμιών. Εκείνοι οι οποίοι φωνασκούν υπερβολικά αντιθέτως είναι οι χώρες , τα κράτη –έθνη δηλαδή, τα οποία ενώ έχουν εξασφαλίσει υπεροχή στις εμπορικές και άλλες συναλλαγές, σε αυτό το αλληλοεξαρτούμενο οικονομικό περιβάλλον, χρησιμοποιώντας θεμιτά μέσα (;) (υψηλή παραγωγικότητα, υψηλής ποιότητας τελικά προϊόντα) κινδυνεύουν να χάσουν τα πλεονεκτήματα που με την αξία τους απόκτησαν  ( βλέπε δηλώσεις γερμανού υπουργού των οικονομικών) ) επειδή οι ανταγωνιστές χρησιμοποιούν αθέμιτα διοικητικά μέσα.  Ας  δούμε όμως είναι έτσι τα πράγματα;
 Πρώτον : η αξία κάθε νομίσματος προσδιορίζεται πρωτίστως , χωρίς συζήτηση της ασκούμενης εγχωρίως οικονομικής πολιτικής (νομισματικής, δημοσιονομικής , εισοδηματικής κτλ) και των αποτελεσμάτων της. Η Γερμανία δεν αποτελεί εξαίρεση , ασκεί συγκεκριμένη οικονομική πολιτική (φορολογία, εγχώριο τραπεζικό σύστημα, αμοιβές εργασίας , νομισματική πολιτική (ΕΚΤ) , μη ανακύκλωση των πλεονασμάτων στο βαθμό που είναι αναγκαία προκειμένου να διαχυθεί η μεγέθυνση  κτλ) μέσω της οποίας έχει τη δυνατότητα να επηρεάζει σαφώς τη συναλλαγματική ισοτιμία του ευρώ. Όμως η Γερμανία αρνείται για λόγους –θεωρητικούς, ιδεολογικούς και ιστορικούς- να χρησιμοποιήσει την (επεκτατική) νομισματική πολιτική ως μέσον πολιτικής.
Οι ΗΠΑ , η Ιαπωνία αλλά και η Μεγάλη Βρετανία πρωτίστως αλλά και άλλες χώρες οι οποίες αντιμετωπίζουν στην σημερινή συγκυρία προβλήματα μεγέθυνσης των οικονομιών τους, ελλείμματα στο εξωτερικό ισοζύγιο , μη ανεκτή ανεργία, επιδιώκουν με όλα τα διαθέσιμα μέσα να  επιτύχουν την ανατροπή των δυσμενών εξελίξεων και να επιδιώξουν την μεγέθυνση. Τα κράτη δεν είναι επιχειρήσεις οι οποίες όταν δεν αποδίδουν απολύουν τους εργαζόμενους και στη συνέχεια πτωχεύουν. Τα κράτη έχουν υποχρέωση να αμυνθούν με όλα τα διαθέσιμα μέσα προκειμένου να διατηρήσουν το πλαίσιο λειτουργίας τους και αναπαραγωγής τους. Πιθανότατα, θεωρητικά μιλώντας, κάτι τέτοιο  θα μπορούσε να αποφευχθεί αν οι σημερινές πλεονασματικές χώρες δεχόντουσαν να ελαττώσουν την επιθετικότητα της  οικονομικής πολιτική τους και να συνδιαλλαγούν με τις υπόλοιπες χώρες,  στο πλαίσιο  των αμοιβαίων συμφερόντων τους (η λεγόμενη αρμονία των συμφερόντων η οποία αποτελεί το θεμέλιο λίθο της οικονομικής).
Όμως επειδή η παγκόσμια οικονομία δεν λειτουργεί σύμφωνα με τα προτάγματα της αρμονίας των συμφερόντων, αλλά με βάση την κυριαρχία και την ισχύ, η μεν  Γερμανία (και η Κίνα εν μέρει  για εντελώς διαφορετικούς λόγους)   θεωρεί ότι η δική της συνταγή είναι η σωστή και ρίχνει τις ευθύνες στις υπόλοιπες χώρες ότι ξεκινούν ένα συναλλαγματικό πόλεμο , ενώ οι υπόλοιπες χώρες αμύνονται υποστηρίζοντας ότι εφόσον η Γερμανία και  η Κίνα  συμπεριφέρονται με τον συγκεκριμένο τρόπο, έχουν το δικαίωμα να προσφύγουν σε κάθε μέσο που θα τους εξασφάλιζε την μεγέθυνση των οικονομιών τους.
Πραγματολογικά ο εμφανιζόμενος ως πόλεμος νομισμάτων ακόμη δεν έχει αρχίσει. Οι πιθανότητες η σημερινή παγκόσμια κατάσταση, η οποία βρίθει ανισορροπιών, να εξελιχθεί προς αυτή την κατεύθυνση ενός πραγματικού πολέμου νομισμάτων  βραχυπροθέσμως είναι μικρές. Χρειάζονται να μεσολαβήσουν και άλλα γεγονότα τα οποία προφανώς για την ώρα είναι δύσκολο να συμβούν. Όμως  είμαστε μάρτυρες μιας σειράς ιστορικών γεγονότων τα οποία θα πρέπει να μας προβληματίσουν σοβαρά. Ο έστω μη- υπαρκτός, με τον τρόπο που αναφερθήκαμε προηγουμένως πόλεμος νομισμάτων, δεν έπεσε από τον ουρανό ούτε η παρατηρούμενη διαφοροποίηση στις ισοτιμίες των βασικών αποθεματικών νομισμάτων είναι αποτέλεσμα μιας απόφασης η οποία δεν εδράζεται στην πραγματικότητα. Αποτελεί έστω και μετέωρο , τρίτο βήμα , μιας σειράς βημάτων. Η βαθειά χρηματοπιστωτική κρίση 2008-2010, αποτέλεσε το πρώτο βήμα.  Η  διάσωση του χρηματοπιστωτικού συστήματος αύξησε τα δημοσιονομικά ελλείμματα και τα δημόσια χρέη , αυξάνοντας περαιτέρω τις ανισορροπίες μεταξύ των περισσότερο πληγέντων ισχυρών οικονομιών και των υπολοίπων. Οι πρώτες για να αντιμετωπίσουν τις υπάρχουσες ανισορροπίες αποφασίζουν να αμυνθούν με ορισμένα νέα όπλα τα οποία όσο οι ανισορροπίες θεωρούσαν ότι δεν ήταν καταδικαστικές δεν τα χρησιμοποιούσαν. Αν ο πόλεμος εξαπλωθεί το επόμενο βήμα θα είναι οι εμπορικοί πόλεμοι. Η ιστορία έχει έναν περίεργο τρόπο να διδάσκει. Φθάνει να γνωρίζεις πως θα εξάγεις τις διδαχές της.