Πέμπτη, 21 Φεβρουαρίου 2013

Οι σύγχρονες κοινωνικές διεργασίες και το νέο μεσαίο στρώμα.




Πολλές φορές έχουμε αναφερθεί στις κοινωνικές διεργασίες ως βασικούς συντελεστές των πολιτικών  εξελίξεων. Η αναφορά αποτελεί βάσιμο στοιχείο της προσπάθειας η οποία χρειάζεται να αναληφθεί προκειμένου να γίνουν κατανοητά και όχι απλά να ερμηνευθούν τα νέα κοινωνικά φαινόμενα  που έχουν κάνει την εμφάνισή τους τις τελευταίες δεκαετίες στην χώρα μας αλλά και γενικότερα στον δυτικό κόσμο.
 Όσο και να φαίνεται περίεργο , την ερμηνεία και την κατανόηση αυτών των  κοινωνικών  διεργασιών δυστυχώς τις έχουμε εγκαταλείψει στο βωμό θεωρητικών σχημάτων και κατασκευών τα οποία δρουν με  τρόπο προκρούστειο και απολύτως αποπροσανατολιστικό ως προς την ικανοποίηση του αιτήματος.
 Αν αυτές οι κοινωνικές διεργασίες αποτελούν κάτι νέο, πως θα μπορούσε να ήταν διαφορετικά διότι τότε η επιστήμη θα έπρεπε να παραδώσει τα κλειδιά εκ νέου στη θεολογία,  χρειαζόμαστε νέες κατηγορίες για τη σύλληψή τους και σαφή καθορισμό του εννοιολογικού περιεχομένου τους. Μόνο τότε θα έχουμε πραγματοποιήσει ένα πρώτο, ελάχιστο  βήμα κατανόησης όλων όσων συμβαίνουν γύρω μας .  
 Αναφέρω ένα παράδειγμα ενδεικτικό : το μεσαίο στρώμα της σημερινής εποχής στη Δύση και βεβαίως με όλες του τις ιδιοτυπίες στην ελληνική κοινωνία έχει τα ίδια χαρακτηριστικά με το αντίστοιχο μεσαίο στρώμα των ετών του 1950-60; Οι μικροαστοί εκείνης της εποχής έχουν τα ίδια ποσοτικά και πολιτιστικά χαρακτηριστικά με την σημερινή εποχή; 
Νομίζω ότι ένας αντικειμενικός παρατηρητής εύκολα αντιλαμβάνεται ότι υπάρχουν σημαντικότατες διαφορές. Η πρώτη και η πλέον βασική είναι ότι την παλαιότερη εποχή το μικροαστικό στρώμα ένιωθε  σφηνωμένο ανάμεσα στην αστική τάξη και την αντίστοιχη εργατική. Αντιμετώπιζαν τον κόσμο με σεβασμό, με τρόμο και δέος. Ήταν έρμαια των ιστορικών συγκυριών και τον συγκρούσεων μεταξύ των δύο κατ’ εξοχή αντιπάλων τάξεων.
 Σήμερα το μεσαίο στρώμα αποτελεί τον κορμό της μαζικοδημοκρατικής κοινωνίας σε ολόκληρη την αναπτυγμένη Δύση αλλά και σιγά – σιγά και στον αναπτυσσόμενο κόσμο. 
Θεωρεί τον εαυτό του ως οικουμενική τάξη. Διαμορφώνει συμπεριφορές, βιοτικές, πολιτιστικές, κοινωνικές και κυρίως πολιτικές. Αποτελεί το κατ’ εξοχήν στρώμα που καταναλώνει, σε μια εποχή όπου η οικονομία στηρίζεται πρωτίστως στην μαζική  κατανάλωση, είναι πληροφορημένη, θεωρεί ότι έχει άποψη .
 Στις κρίσεις είναι αυτό το στρώμα που υφίσταται τις μεγαλύτερες απώλειες σε όλα τα επίπεδα. Όμως δεν οδηγείται στην προλεταριοποίηση. Στην οικονομική ανέχεια και στην  κοινωνική απαξίωση μπορεί να οδηγηθεί σε περιόδους οικονομικών κρίσεων.  Όμως δεν θίγεται η αντίληψη που έχει σχηματίσει για τον εαυτό της όχι λόγο ιδεοληψιών (υπάρχουν και τέτοιες σαφώς) αλλά λόγω των συγκεκριμένων κοινωνικών διεργασιών του σύγχρονου καπιταλισμού.
  

Τετάρτη, 20 Φεβρουαρίου 2013

Πόλεμος νομισμάτων προ των πυλών ;

Βρισκόμαστε τελικά αντιμέτωποι με  συναλλαγματικό  πόλεμο μεταξύ των νομισμάτων των ισχυρών οικονομιών ;  Ή πρόκειται πάλι για μεγαλόστομες διακηρύξεις εκ μέρους μερίδας κυβερνητικών παραγόντων οι οποίες όμως πολλαπλασιάζονται και διαχέονται από τα διεθνή ΜΜΕ. Βεβαίως οι συγκεκριμένες διακηρύξεις σαφέστατα προάγουν τα συμφέροντα των χωρών τους. Όμως πριν συνεχίσουμε ,καλό είναι ανοίγοντας μια παρένθεση, να αναφερθούμε εν συντομία στο περιεχόμενο της έννοιας του συναλλαγματικού πολέμου.  Κατ΄ αρχάς είναι γνωστόν ότι ένας πόλεμος  αρχίζει όχι όταν εφορμά ο επιτιθέμενος αλλά μόνον όταν αποφασίζει να αμυνθεί ο δεχόμενος την επίθεση. Συνεπώς συγχρόνως με τη θεωρητική   προσέγγιση της έννοιας του συναλλαγματικού πολέμου χρειάζεται στην ιστορική στιγμή να λάβουμε υπόψη μας ποιος επιτίθεται και ποιος αμύνεται ώστε να κατανοήσουμε το δυνατόν περισσότερο αυτό που συμβαίνει. Συνήθως όταν αναφερόμαστε σε συναλλαγματικούς πολέμους εννοούμε τις προσπάθειες τις οποίες καταβάλλουν οι διάφορες κυβερνήσεις ασκώντας ενεργητική νομισματική πολιτική ( μεταβολή των βασικών επιτοκίων ) να επηρεάσουν την ισοτιμία του νομίσματος τους με στόχο να διευκολυνθούν οι διεθνείς ροές των εμπορευμάτων ή των κεφαλαίων έτσι ώστε να υπάρξουν αποτελέσματα ευνοϊκά για την εγχώρια οικονομία . Εκτός βεβαίως της νομισματικής πολιτικής παρεμφερή αποτελέσματα μπορεί να επιφέρει και η δημοσιονομική πολιτική κάτι το οποίο βεβαίως εξαρτάται από το ευρισκόμενο εν ισχύ νομισματικό καθεστώς ή και συνδυασμός και των δύο πολιτικών. Η ενεργητική άσκηση οικονομικής πολιτικής όμως γίνεται δεκτή μόνο από όσους θεωρούν ότι οι απρόσκοπτη λειτουργία της αγοράς δεν είναι αποτελεσματική και ότι το καπιταλιστικό σύστημα ρέπει εγγενώς προς την ανισορροπία . Ως εκ τούτου χρειάζονται ενεργητικές οικονομικές πολιτικές  για την αποκατάσταση του καθεστώτος  πλήρους απασχόλησης του παραγωγικού δυναμικού της οικονομίας. Επομένως οι φωνασκούντες  δεν είναι άλλοι από αυτούς , που θεωρητικά πιστεύουν ότι οι αγορές είναι αποτελεσματικές και επομένως δεν χρειάζεται ενεργητική παρέμβαση εκ μέρους των κυβερνήσεων και ειδικότερα των κεντρικών τραπεζών Τα θεωρητικά επιχειρήματα βεβαίως δεν μπορούν να λύσουν κανένα πρόβλημα εφαρμοσμένης οικονομικής πολιτικής αν η πραγματικότητα δεν δείξει ότι κάτι στραβό συμβαίνει το οποίο οδηγεί σε αποκλίσεις των βασικών στόχων της οικονομικής πολιτικής, δηλαδή στο ρυθμό μεγέθυνσης , στην ανεργία, στον πληθωρισμό , στα εξωτερικά ελλείμματα , από το επιδιωκόμενο. Σε έναν παγκοσμιοποιημένο κόσμο με ελεύθερες κινήσεις κεφαλαίων (ειδικά των βραχυπρόθεσμων) οι οικονομίες των μεγάλων αλλά και των μικρών χωρών παρουσιάζουν μεγάλη αλληλεξάρτηση. Συνεπώς κάθε σημαντική κίνηση που ξεκινάει από μια μεγάλη οικονομία επηρεάζει όλες τις υπόλοιπες.
Τώρα  ποιοι είναι οι φωνασκούντες ;  Είναι οι χρηματοπιστωτικές αγορές; Από τη στιγμή που το χρηματοπιστωτικό σύστημα έχει καθοριστικό ρόλο στον «ύστερο» καπιταλισμό βεβαίως συμπεριλαμβάνεται μεταξύ των φωνασκούντων. Όμως όσο δεν υφίσταται περιορισμό της λειτουργίας του (με το σημερινό πλαίσιο) δεν στερείται ουσιαστικά καμίας δυνατότητας να εκμεταλλεύεται τις αστοχίες και τις ρωγμές που πάντοτε θα δημιουργούνται σε έναν πολύπλοκο και πολυδαίδαλο οικονομικό περιβάλλον ανεξαρτήτως αν θα υπάρχουν παρεμβάσεις ενεργητικής οικονομικής πολιτικής με στόχο τον επηρεασμό των συναλλαγματικών ισοτιμιών. Εκείνοι οι οποίοι φωνασκούν υπερβολικά αντιθέτως είναι οι χώρες , τα κράτη –έθνη δηλαδή, τα οποία ενώ έχουν εξασφαλίσει υπεροχή στις εμπορικές και άλλες συναλλαγές, σε αυτό το αλληλοεξαρτούμενο οικονομικό περιβάλλον, χρησιμοποιώντας θεμιτά μέσα (;) (υψηλή παραγωγικότητα, υψηλής ποιότητας τελικά προϊόντα) κινδυνεύουν να χάσουν τα πλεονεκτήματα που με την αξία τους απόκτησαν  ( βλέπε δηλώσεις γερμανού υπουργού των οικονομικών) ) επειδή οι ανταγωνιστές χρησιμοποιούν αθέμιτα διοικητικά μέσα.  Ας  δούμε όμως είναι έτσι τα πράγματα;
 Πρώτον : η αξία κάθε νομίσματος προσδιορίζεται πρωτίστως , χωρίς συζήτηση της ασκούμενης εγχωρίως οικονομικής πολιτικής (νομισματικής, δημοσιονομικής , εισοδηματικής κτλ) και των αποτελεσμάτων της. Η Γερμανία δεν αποτελεί εξαίρεση , ασκεί συγκεκριμένη οικονομική πολιτική (φορολογία, εγχώριο τραπεζικό σύστημα, αμοιβές εργασίας , νομισματική πολιτική (ΕΚΤ) , μη ανακύκλωση των πλεονασμάτων στο βαθμό που είναι αναγκαία προκειμένου να διαχυθεί η μεγέθυνση  κτλ) μέσω της οποίας έχει τη δυνατότητα να επηρεάζει σαφώς τη συναλλαγματική ισοτιμία του ευρώ. Όμως η Γερμανία αρνείται για λόγους –θεωρητικούς, ιδεολογικούς και ιστορικούς- να χρησιμοποιήσει την (επεκτατική) νομισματική πολιτική ως μέσον πολιτικής.
Οι ΗΠΑ , η Ιαπωνία αλλά και η Μεγάλη Βρετανία πρωτίστως αλλά και άλλες χώρες οι οποίες αντιμετωπίζουν στην σημερινή συγκυρία προβλήματα μεγέθυνσης των οικονομιών τους, ελλείμματα στο εξωτερικό ισοζύγιο , μη ανεκτή ανεργία, επιδιώκουν με όλα τα διαθέσιμα μέσα να  επιτύχουν την ανατροπή των δυσμενών εξελίξεων και να επιδιώξουν την μεγέθυνση. Τα κράτη δεν είναι επιχειρήσεις οι οποίες όταν δεν αποδίδουν απολύουν τους εργαζόμενους και στη συνέχεια πτωχεύουν. Τα κράτη έχουν υποχρέωση να αμυνθούν με όλα τα διαθέσιμα μέσα προκειμένου να διατηρήσουν το πλαίσιο λειτουργίας τους και αναπαραγωγής τους. Πιθανότατα, θεωρητικά μιλώντας, κάτι τέτοιο  θα μπορούσε να αποφευχθεί αν οι σημερινές πλεονασματικές χώρες δεχόντουσαν να ελαττώσουν την επιθετικότητα της  οικονομικής πολιτική τους και να συνδιαλλαγούν με τις υπόλοιπες χώρες,  στο πλαίσιο  των αμοιβαίων συμφερόντων τους (η λεγόμενη αρμονία των συμφερόντων η οποία αποτελεί το θεμέλιο λίθο της οικονομικής).
Όμως επειδή η παγκόσμια οικονομία δεν λειτουργεί σύμφωνα με τα προτάγματα της αρμονίας των συμφερόντων, αλλά με βάση την κυριαρχία και την ισχύ, η μεν  Γερμανία (και η Κίνα εν μέρει  για εντελώς διαφορετικούς λόγους)   θεωρεί ότι η δική της συνταγή είναι η σωστή και ρίχνει τις ευθύνες στις υπόλοιπες χώρες ότι ξεκινούν ένα συναλλαγματικό πόλεμο , ενώ οι υπόλοιπες χώρες αμύνονται υποστηρίζοντας ότι εφόσον η Γερμανία και  η Κίνα  συμπεριφέρονται με τον συγκεκριμένο τρόπο, έχουν το δικαίωμα να προσφύγουν σε κάθε μέσο που θα τους εξασφάλιζε την μεγέθυνση των οικονομιών τους.
Πραγματολογικά ο εμφανιζόμενος ως πόλεμος νομισμάτων ακόμη δεν έχει αρχίσει. Οι πιθανότητες η σημερινή παγκόσμια κατάσταση, η οποία βρίθει ανισορροπιών, να εξελιχθεί προς αυτή την κατεύθυνση ενός πραγματικού πολέμου νομισμάτων  βραχυπροθέσμως είναι μικρές. Χρειάζονται να μεσολαβήσουν και άλλα γεγονότα τα οποία προφανώς για την ώρα είναι δύσκολο να συμβούν. Όμως  είμαστε μάρτυρες μιας σειράς ιστορικών γεγονότων τα οποία θα πρέπει να μας προβληματίσουν σοβαρά. Ο έστω μη- υπαρκτός, με τον τρόπο που αναφερθήκαμε προηγουμένως πόλεμος νομισμάτων, δεν έπεσε από τον ουρανό ούτε η παρατηρούμενη διαφοροποίηση στις ισοτιμίες των βασικών αποθεματικών νομισμάτων είναι αποτέλεσμα μιας απόφασης η οποία δεν εδράζεται στην πραγματικότητα. Αποτελεί έστω και μετέωρο , τρίτο βήμα , μιας σειράς βημάτων. Η βαθειά χρηματοπιστωτική κρίση 2008-2010, αποτέλεσε το πρώτο βήμα.  Η  διάσωση του χρηματοπιστωτικού συστήματος αύξησε τα δημοσιονομικά ελλείμματα και τα δημόσια χρέη , αυξάνοντας περαιτέρω τις ανισορροπίες μεταξύ των περισσότερο πληγέντων ισχυρών οικονομιών και των υπολοίπων. Οι πρώτες για να αντιμετωπίσουν τις υπάρχουσες ανισορροπίες αποφασίζουν να αμυνθούν με ορισμένα νέα όπλα τα οποία όσο οι ανισορροπίες θεωρούσαν ότι δεν ήταν καταδικαστικές δεν τα χρησιμοποιούσαν. Αν ο πόλεμος εξαπλωθεί το επόμενο βήμα θα είναι οι εμπορικοί πόλεμοι. Η ιστορία έχει έναν περίεργο τρόπο να διδάσκει. Φθάνει να γνωρίζεις πως θα εξάγεις τις διδαχές της.    
          
  

Κυριακή, 17 Φεβρουαρίου 2013

Κυκλοφορία νέου βιβλίου: "Μικρά μαθήματα για την ελληνική οικονομία"

Μικρά μαθήματα για την ελληνική οικονομία
  • Ιδιομορφίες
  • Ο δρόμος προς το Μνημόνιο
  • Η ύβρις και η νέμεσις

Στο βιβλίο αυτό ο Κώστας Μελάς παρουσιάζει την ελληνική οικονομία σε συνάρτηση με τις πολιτικές, τις κοινωνικές και πολιτιστικές εξελίξεις, χωρίς δεοντολογικές και ηθικοκανονιστικές βλέψεις. Στόχος είναι η σχεδόν 200 χρόνων ιστορική πραγματικότητα της ελληνικής οικονομίας να αναδυθεί ως είναι, χωρίς να αντιμετωπίζονται ως ασθένειες που χρειάζεται να ιαθούν όλες οι ιδιομορφίες και οι ιδιοτυπίες της. Το βιβλίο περιλαμβάνει τρία κεφάλαια: το πρώτο είναι αφιερωμένο στις βασικές ιδιομορφίες και ιδιοτυπίες του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού. Στο δεύτερο κεφάλαιο εξηγούνται οι κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές διεργασίες που προετοίμασαν τη σημερινή κατάληξη, δηλαδή την πτώχευση της χώρας. Στο τρίτο κεφάλαιο διατυπώνονται βασικές σκέψεις για τα λεγόμενα «Οικονομικά του Μνημονίου».

Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη.

Τετάρτη, 13 Φεβρουαρίου 2013

Περί λαθών του Διεθνούς ΝΤ και εγχωρίων φονταμενταλιστικών αντιλήψεων .





Εγώ όμως θα σ’το συντομέψω αυτό το μακρύ μονοπάτι και θα σε απαλλάξω απ’ τον κόπο να μελετήσεις Φυσική, Φαρμακευτική , Βοτανική και Ανατομία. Ένα να ξέρεις , φίλε μου: τράβα τους το αίμα και βάζε τους να πίνουν ζεστό νερό . Ιδού το μυστικό της θεραπείας πασών των ασθενειών του κόσμου τούτου… Τίποτ’ άλλο δεν υπάρχει για να σε διδάξω. Γνωρίζεις πλέον εις βάθος την Ιατρική.
Lesage

Υπάρχει μια γενικά παραδεκτή ρήση σύμφωνα με την οποία οι μόνοι που δεν υποπίπτουν σε λάθη  ποτέ είναι πρώτον  οι άνθρωποι οι οποίοι δεν κάνουν απολύτως τίποτε (με την έννοια της πράξης)  και δεύτερον  οι φιλόσοφοι (μάλλον επειδή δεν κάνουν τίποτε) . Όμως όλοι οι υπόλοιποι  και υποπίπτουν σε λάθη και υφίστανται την βάσανο της δημόσιας κριτικής και πολλές φορές καταλήγουν και στην αυτοκριτική.
Στο ελληνικό δημόσιο σκηνικό εδώ και πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα   η αποδοχή λάθους εκ μέρους οποιουδήποτε  συμμετέχει στα δημόσια δρώμενα εκλείπει παντελώς. Ουδείς αποδέχεται ότι έχει υποπέσει σε λάθος ή ακόμη ευκολότερο , έχει υποπέσει δε λάθος πρόβλεψη (τι ποιο εύκολο να συμβεί;).
Τα παραπάνω αναφέρονται  με αφορμή το θέμα που έχει προκύψει την  τελευταία περίοδο  και αφορά τους λανθασμένους δημοσιονομικούς πολλαπλασιαστές τους οποίους χρησιμοποίησε η Τρόικα (ΔΝΤ, ΕΚΤ, ΕΕ) για να προβλέψει τις επιπτώσεις της δημοσιονομικής προσαρμογής στο ΑΕΠ της χώρας αλλά και γενικότερα για το κατά πόσο το συγκεκριμένο οικονομικό πρόγραμμα είχε δομηθεί με τρόπο κατάλληλο για την επίτευξη των στόχων οι οποίοι εμπεριέχονται στο ίδιο και αφορούν πρωτίστως στα μακροοικονομικά μεγέθη.
Δυστυχώς το επιβληθέν οικονομικό πρόγραμμα ποτέ δεν κρίθηκε ούτε ακόμη  και σήμερα ως ένα πρόγραμμα το οποίο ως τέτοιο θέτει συγκεκριμένους  στόχους , διαθέτει  μέσα και τρόπους τους οποίους χρησιμοποιεί  οργανικά και συνεκτικά για την επιτυχία των στόχων. Δεν χρειάζεται να υπεισέλθω σε τεχνικές λεπτομέρειες κατασκευής και λειτουργίας των προγραμμάτων οικονομικής πολιτικής.  Όμως ένα πρόγραμμα τέτοιου είδους κρίνεται εκ του αποτελέσματος . Δηλαδή αν επιτυγχάνει στους στόχους οι  οποίοι έχουν τεθεί.  Αν επιλύει με τον τρόπο που έχουν υιοθετήσει οι συντάκτες του τα προβλήματα που κατ’ αυτούς χρειάζεται να επιλυθούν. Στο κύριο ερώτημα το οποίο έχει τεθεί αν δηλαδή το πρόγραμμα επέτυχε στους στόχους  τους οποίους είχαν θέσει οι δημιουργοί του η απάντηση καθαρή και ξάστερη και απολύτως τεχνοκρατικά και ουδέτερα είναι : ΟΧΙ,  κατηγορηματικά ένα μεγάλο ΟΧΙ.
 Τώρα οι κάθε είδους απαντήσεις οι οποίες συνεχώς βλέπουν το φως της δημοσιότητας απαντούν σε άλλες ερωτήσεις οι οποίες θα μας απασχολήσουν στη συνέχεια αλλά για την ώρα δεν τίθενται . Το κατηγορηματικό ΌΧΙ απορρέει από την τεράστια απόκλιση των προγραμματισμένων στόχων από τους πραγματοποιηθέντες  αναφορικά με το σύνολο των  μακροοικονομικών  μεγεθών.
 Οι αλλεπάλληλες και συνεχείς διορθωτικές κινήσεις  η κατηγορηματική βασική θέση (η οποία λειτούργησε ως βασική προκείμενη του όλου προγράμματος)  ότι το δημόσιο χρέος της Ελλάδος δεν χρειάζεται να απομειωθεί  διοικητικά ,  αλλά κυρίως το μεγάλο κόστος ευκαιρίας (το οποίο όχι μόνο δεν είχε προβλεφθεί αλλά και συστηματικά αποκρύβεται)  το οποίο καταβάλλει η ελληνική οικονομία (τεράστια ανεργία, διάλυση μεγάλου μέρους του οικονομικού – παραγωγικού ιστού της οικονομίας της χώρας , απαξίωση ειδικοτήτων και δεξιοτήτων της εργατικής δύναμης ) αποτελούν αδιάψευστες μαρτυρίες  για την πλήρη αποτυχία του οικονομικού προγράμματος.
 Το ότι εξακολουθεί να εφαρμόζεται με αμέτρητες αλλαγές στηριζόμενες σε βοηθητικές υποθέσεις δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι πρόκειται για το ίδιο αρχικό πρόγραμμα. Μεθοδολογικά τα ζητήματα τέτοιου είδους είναι λυμένα για τους γνωρίζοντες.
Υπάρχουν σειρά αναλυτών οι οποίοι χωρίς ουδεμία επιφύλαξη (έστω και στο πλαίσιο της  λεγόμενης καλής πίστης) υποστήριξαν  με φονταμενταλιστική ισχυρογνωμοσύνη  ότι το οικονομικό πρόγραμμα είναι σωστό και χρειάζεται να εφαρμοστεί χωρίς ουδεμία παρέκκλιση.  Δεν πρόβαλλαν την παραμικρή αμφιβολία ή την ανάγκη τροποποίησης επιμέρους πλευρών  του προγράμματος.
 Πολλοί από αυτούς σήμερα έχουν μεταβάλλει άποψη  σχετικά με την αρτιότητα και την σωστή σύνταξη του προγράμματος. Μεταξύ αυτών είναι και το ΔΝΤ[1] (όχι η ΕΚΤ[2] η οποία διαφωνεί με το ΔΝΤ)   το οποίο παραδέχτηκε ότι οι δημοσιονομικοί πολλαπλασιαστές που χρησιμοποιήθηκαν δεν ήταν σωστοί. Αυτό όμως  η γνώση (;) προέκυψε εκ των υστέρων όταν  οι οικονομολόγοι του Ταμείου αναζήτησαν εξηγήσεις για τις βαρύτερες από τις αναμενόμενες επιπτώσεις που είχε η λιτότητα, σε όλα τα κράτη της Ευρώπης, που ξεκίνησαν το 2010 την προσπάθεια μείωσης ελλειμμάτων και χρέους.
Προσοχή , εδώ προκύπτουν  σοβαρότατα ζητήματα τα οποία άπτονται της επιστημονικής επάρκειας ή σωστότερα του απόλυτου φονταμενταλισμού ο οποίος διέπει τους διακονούντες την οικονομική επιστήμη στο ΔΝΤ ως προς τη δυνατότητά τους , με βάση τον τρόπο που αντιλαμβάνονται ότι λειτουργεί η οικονομία και συνεπώς την κατασκευή αντίστοιχων υποδειγμάτων , να προβαίνουν σε προβλέψεις για τις οποίες δεν έχουν στοιχειωδώς την αμφιβολία   ότι θα αποτύχουν πέρα και έξω από τα λεγόμενα στατιστικά σφάλματα. Η πίστη τους προς το οπλοστάσιο της οικονομικής θεωρίας την οποία αποδέχονται είναι ακλόνητη και απόλυτη. Η απαγωγική λογική της κυρίαρχης οικονομικής θεωρίας κλονίζεται συθέμελα όταν προσκρούει στην απλή εμπειρική (άρα και ιστορική) πραγματικότητα των ανθρώπινων κοινωνιών[3]. Το ΔΝΤ υποστηρίζει ότι  , υποπέσαμε σε λάθος διότι οι δημοσιονομικοί πολλαπλασιαστές τους οποίους είχαμε υπολογίσει τα τελευταία 30 χρόνια στις αναπτυγμένες οικονομίες μας είχαν δείξει συγκεκριμένα αποτελέσματα και τα οποία εφαρμόσαμε στην παρούσα κρίση και πρωταρχικά στην ελληνική οικονομία.
Όμως η παρούσα κρίση δεν μοιάζει με ότι είχε συμβεί στα τελευταία χρόνια. Παραδόξως  το ίδιο είχε συμβεί και στην περίπτωση της οικονομικής κρίσης της Ιρλανδίας τη δεκαετία του 1980. Τότε το πρώτο οικονομικό πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής είχε αποτύχει διότι δεν γνώριζαν ότι θα έπρεπε  η δημοσιονομική προσαρμογή να επικεντρωνόταν στη μείωση των δαπανών κατά το μεγαλύτερο μέρος (70,0%) και όχι στο σκέλος των εσόδων όπως μέχρι τότε θεωρούνταν σωστό. Αυτό συνάχθηκε από μια βασικά εμπειρική μελέτη και έγινε θεωρητικό δόγμα για τα επόμενα τριάντα χρόνια και το οποίο εφαρμόσθηκε σε όλες τις χώρες από τη μεριά του ΔΝΤ[4]. 
Επομένως παραδέχεται το ΔΝΤ , δεν γνωρίζαμε πως έχουν τα πράγματα  σήμερα ,αλλά παρόλα αυτά προχωρήσαμε ακάθεκτοι στην εφαρμογή ενός προγράμματος  χωρίς δεύτερη σκέψη  για το σωστό των απόψεών μας. Δεν υπήρξε σκοπιμότητα (sic).  Καμία αντίρρηση δεν υπήρξε σκοπιμότητα. Όμως ο Οιδίποδας ο οποίος σκότωσε τον πατέρα του και παντρεύτηκε τη μητέρα του  επίσης δεν είχε σκοπιμότητα ακριβώς επειδή  δεν γνώριζε. Όμως όταν έμαθε τι έχει  συμβεί…έβγαλε τα μάτια του και περιφερόταν στις ερημιές. Είμαστε ανεκτικοί , πολύ ανεκτικοί  :  αν το πείραμα πραγματοποιούταν στο εργαστήριο, με στόχο τη διερεύνηση μιας υπόθεσης εργασίας , πιθανά να μην σκεφτόμαστε τη συμπεριφορά του Οιδίποδα. Όμως πρόκειται για μια ολόκληρη χώρα , για ένα λαό  η οποία ενώ θα έπρεπε  να καταβάλει έστω ένα συγκεκριμένο τίμημα ως κόστος για τις «αμαρτίες» στις οποίες υπέπεσε , καταδικάζεται σε τουλάχιστον  δεκαπενταετή  καταναγκαστικά έργα. Επομένως αρκεί μια απλή αποδοχή περί μη σκοπιμότητας;    
Παρόλα αυτά και  ανεξάρτητα από τις παραδοχές του ΔΝΤ εκείνο που έχει μεγαλύτερη σημασία είναι ότι το οικονομικό πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής δεν λαμβάνει υπόψη του τη συγκεκριμένη πραγματικότητα της ελληνικής οικονομίας.   Στο κέντρο αυτής της πραγματικότητας στις υγιείς  αλλά και στις ασθενείς περιόδους της , υπάρχει το ελληνικό κράτος μαζί με  μια σειρά ιδιομορφίες και ιδιοτυπίες του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού οι οποίες μεταλλάσσονται εξελισσόμενες αλλά  ανιχνεύονται  συνεχώς και αδιάκοπα σε κάθε στιγμή της πορείας της χώρας[5]. 
Τι σημαίνει με απλά λόγια ότι στο κέντρο της ελληνικής οικονομικής πραγματικότητας υπάρχει το κράτος; Σημαίνει ότι  (  αποδείχθηκε περίτρανα με τους λανθασμένους δημοσιονομικούς πολλαπλασιαστές κάτι το οποίο όλοι όσοι μελετούν σοβαρά την οικονομία της Ελλάδος, με τη βοήθεια της οικονομικής θεωρίας αλλά και της οικονομικής ιστορίας  και  της κοινωνικής ιστορίας  γνωρίζουν πολύ καλά)   ότι η ελληνική οικονομία έχει έναν υψηλότατο δείκτη εξάρτησης της ιδιωτικής οικονομίας από το μέγεθος της κρατικής δαπάνης. Η προφανής εξήγηση συνδέεται με το μέγεθος των εισοδημάτων, των επενδύσεων, των επιδοτήσεων , των δημοσίων έργων που εκτελούν οι ιδιωτικές επιχειρήσεις , του μαύρου πολιτικού χρήματος  κτλ  που τροφοδοτούνται από τις δημόσιες δαπάνες .Το βασικότατο αυτό χαρακτηριστικό της ελληνικής οικονομίας , σύμφωνα με ορισμένους αχαρακτήριστους αναλυτές  παρέλειψαν να λάβουν υπόψη τους οι ξένοι τεχνοκράτες και, βεβαίως, τους απέκρυψαν οι δικοί μας συνομιλητές. Λόγια χωρίς επαφή με την πραγματικότητα. Αν οι ξένοι τεχνοκράτες παρέλειψαν τη βασική λειτουργία (ανεξαρτήτως αξιολογήσεων περί της ορθότητας ή όχι ) του ελληνικού κράτους από της ιδρύσεως του τότε ας …αλλάξουν επάγγελμα. Επίσης κανένας συνεπής μελετητής δεν αδυνατεί να κατανοήσει το ρόλο του κράτους σε μια οικονομία όπου οι δημόσιες δαπάνες τα τελευταία 40 χρόνια κατά μέσο όρο καταλαμβάνουν πάνω του 40-45%  του ΑΕΠ και η εγχώρια ζήτηση υπερβαίνει κατά πολύ το 100,0% του παραγόμενου  ΑΕΠ.
Επομένως η  μετωπική επίθεση στο κράτος από τη στιγμή κατά την οποία αποτελεί  σημαντικότατο  μηχανισμό αναπαραγωγής του εισοδήματος ουσιαστικά κόβει το κλαδί πάνω στο οποίο καθόταν η ελληνική οικονομία επιτρέποντας  την απρόσκοπτη πτώση χωρίς δίκτυ ασφαλείας. Όσο για την   κατάσταση της υγείας την ώρα της προσγείωσης θα μελετηθεί τότε.  Βεβαίως τα πιθανά  πολλαπλά κατάγματα να χρειαστούν  χρόνια προσπάθειας για να αποκατασταθούν σε κάποιο επίπεδο. Όμως η απόφαση για ελεύθερη πτώση είναι δεδομένη και αποφασισμένη. Απλά παρέχεται ιατρική περίθαλψη μετά το σπρώξιμο στον γκρεμό. Σαφέστατα υπήρχε άλλος τρόπος να επέλθει η μείωση της οικονομικής δύναμης του κράτους έτσι ώστε η προσγείωση της οικονομίας σε χαμηλότερο επίπεδο ισορροπίας να συμβεί με ομαλότερο και ελεγχόμενο τρόπο δίχως να προκαλέσει ανθρωπιστική κρίση.

Υπάρχουν αναλυτές οι οποίοι  παραμένουν αμετανόητα προσκολλημένοι στην αντίληψη περί ορθότητας του οικονομικού προγράμματος της δημοσιονομικής πολιτικής. Επιμένουν στην άποψή τους υποστηρίζοντας ότι το πρόγραμμα είναι ορθό και οι υπεύθυνοι πρέπει να αναζητηθούν σε αυτούς που ανέλαβαν να το εφαρμόσουν. Πρόκειται για μια ξεπερασμένη ιστορία  η οποία  πλέον έχει καταρρεύσει μετά τις παραδοχές περί λάθους του ΔΝΤ.  Οι περισσότεροι από αυτούς είτε είναι προσκολλημένοι σε ιδεολογήματα είτε εξυπηρετούν οικονομικά  συμφέροντα των ιδίων είτε των αφεντικών τους.
Επίσης υπάρχουν αρκετοί αναλυτές οι οποίοι δεν απαντούν στο ερώτημα  κατά πόσον  οι μακροοικονομικές προβλέψεις του προγράμματος έχουν πέσει έξω ,αλλά επαναφέρουν  συνεχώς ως απάντηση το ζήτημα της αναγκαίας δημοσιονομικής προσαρμογής της ελληνικής οικονομίας  κάτι που κάθε καλόπιστος συζητητής δεν διανοείται να αρνηθεί. Όμως είναι άλλο ζήτημα η ανάγκη δημοσιονομικής προσαρμογής και εντελώς άλλο ζήτημα αν το υιοθετηθέν πρόγραμμα πράγματι ήταν το κατάλληλο κρινόμενο εκ του αποτελέσματός του.
Η υιοθέτηση του προγράμματος ως του μόνου υπάρχοντος και του μόνου το οποίο ήσαν πρόθυμοι να δεχτούν οι δανειστές , μέσα σε ένα δυσμενές διεθνές οικονομικό περιβάλλον και σε δυσμενέστερο συσχετισμό ισχύος εις βάρος της Ελλάδος,  αποτελεί επίσης ένα ακόμη επιχείρημα το οποίο υιοθετείται από τους αποδεχόμενους το πρόγραμμα .
Ακόμη και σε αυτήν την περίπτωση θα μπορούσε να γίνει, in senso lato, αποδεκτή η παραπάνω άποψη  διακηρύσσοντας παράλληλα   ότι υπάρχει απόλυτος εξαναγκασμός σε ένα μη αποδοτικό πρόγραμμα. Άλλωστε αυτό είχε συμβεί στην ίδια την Γερμανία , το 1920, με την  ανάληψη της καγκελαρίας από τον αφοσιωμένο δημοκράτη και ένθερμο εθνικιστή κεντρώο πολιτικό  Joseph Wirth  ο οποίος ακολούθησε  την πολιτική , που έμεινε γνωστή στην Ιστορία ως η «πολιτική της εκπλήρωσης».  Η «πολιτική της εκπλήρωσης» σήμαινε ότι η Γερμανία θα έκανε ό,τι ήταν δυνατόν προκειμένου να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις που της είχαν επιβληθεί, αποδεικνύοντας με αυτόν τον τρόπο τον παραλογισμό της πολιτικής των επανορθώσεων. Οι καταστροφικές συνέπειες των επανορθώσεων θα έπρεπε να πείσουν τους Συμμάχους ότι η αναθεώρηση του λονδρέζικου σχεδίου αποπληρωμής ήταν αναπόφευκτη.  Βεβαίως οι Σύμμαχοι ανταποκρίθηκαν στην αναθεώρηση του αρχικού σχεδίου μετά από αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα  σπρώχνοντας την Γερμανία σε βαθύτερη  οικονομική κρίση και σε πολιτικές περιπέτειες γνωστές σε όλους μας. Όμως ούτε αυτό έγινε εκ μέρους των πολιτικών δυνάμεων που κυβερνούν την χώρα .
Τώρα  , μετά από πέντε συναπτά έτη ύφεσης , στην  ελληνική οικονομία εξακολουθεί να επιβάλλεται το ίδιο πρόγραμμα οικονομικής σωτηρίας . Ποιος θα μας σώσει από τους σωτήρες;
















[1] IMF, World Economic Outlook , October 2013
[2] EBC, Monthly Bulletin, December 2013.
[3] Για όλα αυτά δες: Κ. Μελάς , Η  Ατελέσφορη Επιστήμη, Ευρασία 2013.
[4]  Francesco Giavazzi -Marco Pagano,    Can Severe Fiscal Contractions Be Expansionary? Tales of Two Small European Countries, http://www.nber.org/chapters/c10973
[5] Για όλα αυτά δες : Κ. Μελάς, Μικρά Μαθήματα για την Ελληνική Οικονομία , Πατάκη 2013. 

Πέμπτη, 7 Φεβρουαρίου 2013

Α-πορία σχετικά με τις εκτιμήσεις των μακροοικονομικών μεταβλητών για το 2013.



Όπως σημειώνεται στις προβλέψεις των διαφόρων θεσμικών οργανισμών (ΔΝΤ, ΕΕ, ΕΚΤ , ΥΠ. ΟΙΚ ), η Ελληνική Οικονομία εισέρχεται στο 2013 με την προοπτική μιας ηπιότερης μεν αλλά συνεχιζόμενης για έκτη συνεχή χρονιά ύφεσης. Ενώ το 2012 ο ρυθμός μείωσης του ΑΕΠ υπολογίζεται στο 6,6% - 6,8% για το 2013 εκτιμάται ότι θα περιοριστεί στο 4,0% - 4,6%. Έχει σημαντική σημασία να δειχθεί με επάρκεια τεκμηρίωσης πως υιοθετούνται αυτές οι εκτιμήσεις. Το πρώτο βήμα είναι να εκτιμηθεί η πορεία των βασικών συνιστωσών του ΑΕΠ .

-       Για το 2012 , η πτώση της το 2012 τείνει να διαμορφωθεί στην περιοχή του 8,7%, από 7,7% το προηγούμενο έτος 2011. Κατά το τρέχον έτος 2013, η υλοποίηση των νέων δημοσιονομικών παρεμβάσεων , ύψους 9,2 δις ευρώ, από τον Ιανουάριο θα προκαλέσει πρόσθετες πιέσεις στα εισοδήματα των εργαζόμενων στο δημόσιο τομέα (περικοπές ειδικών μισθολογίων, κατάργηση 13ου-14ου μισθού), των συνταξιούχων και όσων λαμβάνουν επιδόματα από το κράτος. Προς τα κάτω αναπροσαρμογή των εισοδημάτων όλων των φυσικών προσώπων θα επέλθει από την κατάργηση του αφορολόγητου ποσού που υπήρχε για αυτά ως το 2012,  μειώνοντας περαιτέρω το διαθέσιμο εισόδημα και άρα την ιδιωτική κατανάλωση, (ανεξάρτητα από το εάν με το νέο φορολογικό σύστημα η τελική φορολογική επιβάρυνση δεν μεταβάλλεται μέχρι ένα ορισμένο επίπεδο εισοδήματος). Βεβαίως, περιοριστικά θα συνεχίσουν να επενεργούν η διεύρυνση της ανεργίας,( που αντιθέτως από αυτό που  αναμένεται από τις εκτιμήσεις των οργανισμών και του Υπ. Οικ. δεν θα είναι  μικρότερης έκτασης από ότι το 2012 διότι απλά τα πραγματικά στοιχεία πάνω στα στηρίζονται οι εκτιμήσεις έχουν ξεπεραστεί εν τοις πράγμασι ,η  ανασφάλεια για τα μέτρα των επόμενων ετών και τη διεύρυνση της εφαρμογής των ρυθμίσεων για την αγορά εργασίας οι οποίες περιλαμβάνονταν στο δεύτερο Μνημόνιο (χαμηλότερος βασικός μισθός, ιδίως για νέους έως 25 ετών, αναστολή τριετών μισθολογικών ωριμάνσεων, περιορισμός μετενέργειας) . Όμως στον προϋπολογισμό για το έτος 2013 η συνολική επίπτωση των παραπάνω παραγόντων στην κατανάλωση του ιδιωτικού τομέα  ενώ αναμένεται να είναι η εκτεταμένη συρρίκνωσή της και το 2013,  όμως σε μικρότερο  βαθμό με το 2012 . Αυτό το συμπέρασμα φαίνεται μετέωρο και  χρειάζεται μεγαλύτερης τεκμηρίωσης, αν σκεφτούμε ότι όλες οι προηγούμενες εκτιμήσεις έχουν κατακρημνιστεί εμπρός στην πραγματικότητα.  


-      Η δημόσια κατανάλωση λόγω των ευρύτατων περιορισμών των πληρωμών του κράτους για καταναλωτικούς σκοπούς στο συγκεκριμένο χρονικό διάστημα του 2012 θα διαμορφώσει τη δημόσια κατανάλωση στο σύνολο του έτους περίπου 6,5% χαμηλότερα από ότι το 2011, στη διάρκεια του οποίου η πτώση τους ήταν ελαφρά μικρό-τερη (-5,2%). Η συνέχιση της δημοσιονομικής προσαρμογής στα δύο προσεχή χρόνια μέσω κυρίως του περιορισμού των δημοσίων δαπανών ευνόητα θα επενεργήσει συσταλτικά στα καταναλωτικά έξοδα. Σε αυτό το πλαίσιο, η μείωση της δημόσιας κατανάλωσης το 2013 θα είναι μάλλον μεγαλύτερη από ότι το 2012.


-      Τα Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων (Π.Δ.Ε.) για το 2013 φθάνει τα €6,85 δισ., όσες ακριβώς και οι προς τα κάτω αναθεωρημένες πληρωμές του για το σύνολο του 2012, σύμφωνα με τον Προϋπολογισμό του 2013 (από €7,3 δισ. αρχικά). Ωστόσο, το 2012  οι εκτιμήσεις δείχνουν ότι καλύφθηκε μόνο το 60,0% περίπου του αρχικού στόχου (στο πρώτο ενδεκάμηνο του 2012, που δεν ξεπέρασε τα €3,6 δις (52,9% του αναθεωρημένου στόχου) . Αυτό συνέβη απλά διότι μέσω του προγράμματος ΔΕ  εξισορροπούνται, (ολόκληρη την τριετία 2010- 2012) οι αποκλίσεις στα υπόλοιπα σκέλη του Κρατικού Προϋπολογισμού. Δηλαδή θυσιάζονταν το κατ’ εξοχήν αναπτυξιακό εργαλείο για την επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων και συγκεκριμένα λόγω της αδυναμίας είσπραξης των προϋπολογισθέντων εσόδων. Για το 2013  εκτιμάται ότι οι δαπάνες του ΠΔΕ θα είναι πάλι  χαμηλότερες του στόχου, όμως μικρότερης ωστόσο έκτασης από το 2012. Φαίνεται  ότι και αυτή η εκτίμηση είναι μετέωρη και μάλιστα καθώς είναι άμεσα εξαρτώμενη από την επίτευξη του στόχου των εσόδων (ήδη από τον Ιανουάριο υπάρχει υστέρηση περίπου 307 εκ. ευρώ στα κρατικά έσοδα) ,  είναι μια μεταβλητή η οποία αποδεικνύεται (για την ελληνική περίπτωση) δύσκολη στην ταύτιση εκτίμησης – πραγμάτωσης. Η μόνη ελπίδα μείωσης του φθίνοντος ρυθμού των δημοσίων επενδύσεων είναι κατ’ αρχάς η  μικρότερη απόκλιση προγραμματισμένων – πραγματοποιημένων εσόδων το 2013 από το 2012.



-      Σύμφωνα με όλους τους πρόσφατους υπολογισμούς η  πτώση επενδύσεων το 2012 εκτιμάται ότι διαμορφώθηκε στην περιοχή του 27%. Ο προϋπολογισμός για το 2013 υπολόγιζε ότι η μείωση θα ήταν της τάξεως του 15,0%. Επομένως έχουμε μια μεγάλη απόκλιση των προβλέψεων από την πραγματικότητα κάτι που δείχνει ή την ανικανότητα σωστής πρόβλεψης, ή την αδυναμία σωστής πρόβλεψης ή την «πολιτικοποίηση» της πρόβλεψης. Ο ίδιος προϋπολογισμός προβλέπει για το 2013 μείωση 3,0%. Αυτή η πρόβλεψη ομολογώ ότι παντελώς αυθαίρετη και δεν τεκμαίρεται παρά από την περίφημη έννοια της  «εμπιστοσύνης» η οποία ως γνωστόν όπου δεν υπάρχουν πραγματολογικά στοιχεία οι οικονομολόγοι μιας δεδομένης σχολής την επικαλούνται ως λύση για κάθε ασθένεια. Η αβεβαιότητα σχετικά με το ύψος των επενδύσεων αποτελεί πάντοτε τη μόνη βεβαιότητα. Επομένως τίποτε δεν μπορεί να γίνει αποδεχτό ως σίγουρο.  Όλα είναι ανοικτά. Οι μόνες βέβαιες επενδύσεις είναι αυτές που είναι προγραμματισμένες από τους κρατικούς και μεγάλους πολυμερείς οργανισμούς.


-      Οι εξαγωγές προβλέπεται ότι ήταν το 2012 2,4% λιγότερες από ότι το 2011. Πάλι ο προϋπολογισμός έχει πέσει έξω διότι υπολόγιζε 0,0%. Οι εκτιμήσεις ότι οι εξαγωγές για το 2013 θα ανέλθουν 2,6% τίθεται εν αμφιβόλω λόγω εξωτερικών παραγόντων. Η έντονη επιβράδυνση της ανάπτυξης στις αρχές του 2012 των οικονομιών της Ευρωζώνης, που απορροφούν το μεγαλύτερο τμήμα τους (άνω του 41%), η οποία εξελίχθηκε σε ήπια ύφεση στη συνέχεια του έτους, αποτελεί τη βασική αιτία της μείωσής τους από το δεύτερο τρίμηνό του. Η κατά πάσα πιθανότητα συνέχιση αυτής της κατάστασης  είναι σίγουρο ότι θα δυσκολεύσει περαιτέρω τις αναμενόμενες εξελίξεις στον εξαγωγικό τομέα.  Η ταυτόχρονη διεύρυνση των εξαγωγών προς τις Η.Π.Α., τις χώρες της Κοινοπολιτείας Ανεξάρτητων Κρατών και της Νοτιοανατολικής Ασίας, μετριάζει τη μείωση, ωστόσο δεν αρκεί για να την υπεραντισταθμίσει.
-      Παράλληλα η ρευστότητα της οικονομίας εξακολουθεί να αποτελεί άλυτο πρόβλημα και θα εξακολουθήσει να αποτελεί για αρκετό χρονικό διάστημα (για το 2013 είναι απολύτως βέβαιον). Οι αποκρατικοποιήσεις , όσες γίνουν , δεν θα προσφέρουν λύσεις για το 2013.
-      Όλα τα παραπάνω δημιουργούν πλήθος αποριών οι οποίες τίθενται για διερεύνηση και δημόσια διαβούλευση και όχι για στείρα αντιπολίτευση . Τίθενται για προβληματισμό και αναστοχασμό.