Παρασκευή, 11 Ιανουαρίου 2013

Δυσμενείς οι εξελίξεις στην χρηματοδότηση της οικονομίας στην ΕΕ


Οι εξελίξεις στο διεθνές οικονομικό περιβάλλον  και ιδιαίτερα στο άμεσο οικονομικό περιβάλλον στο οποίο είναι ενταγμένη η ελληνική οικονομία αποτελούν σημαντικά σημάδια  για το κατά πόσον οι οικονομικοί στόχοι τους οποίους έχει θέσει για το 2013 η ελληνική κυβέρνηση διευκολύνονται ή όχι . Είναι γνωστόν ότι εκτός από την επενδυτική ζήτηση και το εξωτερικό εμπόριο η χρηματοδότηση  της οικονομίας αποτελεί βασικό στόχο του οικονομικού προγράμματος της κυβέρνησης. Ο στόχος αυτός  επηρεάζεται  (θετικά ή αρνητικά)  εμφανώς από τις αντίστοιχες ευρωπαϊκές και διεθνείς εξελίξεις . Έχει λοιπόν μεγάλη σημασία να περιγράψουμε πως εξελίσσεται η χρηματοδότηση της οικονομίας  και οι προοπτικές της  στο ευρωπαϊκό  επίπεδο.  Συγκεκριμένα σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία οι ροές των δανείων των ΝΧΙ προς το μη χρηματοπιστωτικό ιδιωτικό τομέα στη ζώνη του ευρώ έχουν μετριαστεί από τα μέσα του 2011 .
 Αυτή η συγκράτηση είναι γενικευμένη σε όλη τη ζώνη του ευρώ, με εξαίρεση τη Γερμανία (όπου η εξέλιξη των δανείων παρέμεινε συγκρατημένη σε όλη τη διάρκεια αυτής της περιόδου). Στην  Ισπανία οι ροές των δανείων έχουν γίνει ολοένα πιο αρνητικές. Στην Ιταλία ήταν σημαντικά θετικές το 2010-11, αλλά έγιναν αρνητικές το 2012, ενώ στη Γαλλία ήταν σαφώς θετικές, αλλά έχουν αμβλυνθεί αισθητά από τα μέσα του 2011. Στην Ελλάδα οι συνολικές χορηγήσεις προς τον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας  μειώνονται το 2011 και το 2012. Επίσης και οι χορηγήσεις προς τις επιχειρήσεις ακολούθησαν την ίδια πορεία.  
Η διαφορετική εξέλιξη των δανείων στις διάφορες χώρες της ζώνης του ευρώ αντανακλούν κυρίως τις διαφορές μεταξύ των χωρών αυτών όσον αφορά τις αντίστοιχες προοπτικές της οικονομίας και της αγοράς κατοικιών, τα επίπεδα απροθυμίας ανάληψης κινδύνων και τα προγράμματα κυβερνητικής στήριξης, καθώς και τους ισολογισμούς του τραπεζικού και του μη χρηματοπιστωτικού ιδιωτικού τομέα. Ένα σημαντικό στοιχείο που σημειώνει η ΕΚΤ είναι η παρατηρούμενη  απόκλιση  από τις αρχές του 2012 στους ετήσιους ρυθμούς αύξησης χρήματος και πιστώσεων η οποία διευρύνθηκε  και τον Οκτώβριο. Ενώ μια εξαιρετικά υψηλή εισροή καταγράφηκε στο M3 τον Οκτώβριο, οι πιστώσεις προς τον ιδιωτικό τομέα εξακολούθησαν να συρρικνώνονται.

Τα δάνεια προς το μη χρηματοπιστωτικό ιδιωτικό τομέα παραμένουν συνολικά  υποτονικά. Οι τράπεζες βρίσκονται μόλις στα δυο τρίτα της διαδικασίας απομόχλευσης καθώς αναμένεται περαιτέρω συρρίκνωση του δανειακού τους χαρτοφυλακίου κατά 123 δισ. ευρώ το 2013. Ο δείκτης της σχέσης δανείων προς καταθέσεις θα έχει μειωθεί στα τέλη του 2012 σε περίπου 111% σε σχέση με το υψηλό προ-κρίσης επίπεδο του 124% το 2006.  Η διαδικασία αυτή θα συνεχισθεί καθώς η σχέση ενδέχεται να φθάσει στο 104% το 2016. Ως εκ τούτου τα δανειακά χαρτοφυλάκια παραμένουν υπό πίεση. 

 Σε ορισμένες χώρες, οι απαραίτητες προσαρμογές των ισολογισμών κυβερνήσεων, πιστωτικών ιδρυμάτων, νοικοκυριών και μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων αποτελεί προϋπόθεση για την πλήρη εξομάλυνση των συνθηκών χρηματοδότησης των τραπεζών και για μονιμότερη ανάκαμψη του συνολικού ύψους των χορηγήσεων.

Σε αυτό το όχι ευνοϊκό περιβάλλον για τις χρηματοδοτήσεις της πραγματικής οικονομίας σε ευρωπαϊκό επίπεδο , η ελληνική κυβέρνηση καλείται να βελτιώσει την ρευστότητα της ελληνικής οικονομίας. Δύσκολο εγχείρημα.  

Πέμπτη, 10 Ιανουαρίου 2013

Η επιβράδυνση της μεγέθυνσης του διεθνούς εμπορίου δυσχεραίνει τις ελληνικές εξαγωγές.


Οι εξελίξεις στο διεθνές οικονομικό περιβάλλον  και ιδιαίτερα στο άμεσο οικονομικό περιβάλλον στο οποίο είναι ενταγμένη η ελληνική οικονομία αποτελούν σημαντικά σημάδια  για το κατά πόσον οι οικονομικοί στόχοι τους οποίους έχει θέσει για το 2013 η ελληνική κυβέρνηση διευκολύνονται ή όχι . Είναι γνωστόν ότι εκτός από την επενδυτική ζήτηση , το εξωτερικό εμπόριο αποτελεί βασικό στόχο του οικονομικού προγράμματος της κυβέρνησης. Ο στόχος αυτός  επηρεάζεται  (θετικά ή αρνητικά)  εμφανώς από τις αντίστοιχες ευρωπαϊκές και διεθνείς εξελίξεις . Έχει λοιπόν μεγάλη σημασία να περιγράψουμε πως εξελίσσεται το διεθνές εμπόριο και ποιες οι προοπτικές του στο διεθνές επίπεδο.  Συγκεκριμένα :
Σύμφωνα με τις συγκλίνουσες εκτιμήσεις όλων των διεθνών οργανισμών (ΕΕ, ΕΚΤ, ΟΟΣΑ,ΔΝΤ), την τελευταία διετία σημειώθηκε γενικευμένη επιβράδυνση του ρυθμού αύξησης του παγκόσμιου εμπορίου. Με βάση τα υπάρχοντα στοιχεία σε ετήσια βάση, ο ρυθμός αύξησης των εισαγωγών παγκοσμίως επιβραδύνθηκε τόσο στις προηγμένες όσο και στις αναδυόμενες οικονομίες της αγοράς. Στη ζώνη του ευρώ ο ρυθμός ανόδου της εξωτερικής ζήτησης , αγαθών και υπηρεσιών, περιορίστηκε στο 0,5 το πρώτο εξάμηνο του 2012.
Εκείνο που οι διεθνείς οργανισμοί σημειώνουν με έμφαση είναι ότι το 2012 , ο ρυθμός αύξησης του παγκόσμιου εμπορίου δεν υποχώρησε απλώς σε απόλυτους όρους, αλλά και υπήρξε υποτονικός σε σχέση με την παγκόσμια οικονομική δραστηριότητα. . Δηλαδή το διεθνές εμπόριο μεγεθύνεται  σχεδόν με τον ίδιο ρυθμό του Παγκόσμιου ΑΕΠ κάτι που είχε να συμβεί σχεδόν από το 1982.  Πριν από την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, ο μέσος λόγος του ρυθμού αύξησης των εισαγωγών παγκοσμίως προς το ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ
ήταν 1,8 (την περίοδο  1982-2007).  Το πρώτο εξάμηνο του 2012, αυτός ο λόγος μειώθηκε σε 1,0, ενώ η υποχώρηση του ρυθμού αύξησης των εμπορικών συναλλαγών σε σχέση με το ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ ήταν ιδιαίτερα έντονη στις προηγμένες οικονομίες από τα μέσα του 2011. Στη ζώνη του ευρώ, η επιβράδυνση του ρυθμού αύξησης των εισαγωγών ήταν σημαντικά εντονότερη από την υποχώρηση του ρυθμού αύξησης του ΑΕΠ την εν λόγω περίοδο. Ως εκ τούτου, αυτή η δυναμική της ζώνης του ευρώ επηρέασε περισσότερο αρνητικά τις συνολικές εισαγωγές στις προηγμένες οικονομίες απ’ ό,τι το συνολικό ΑΕΠ. Εξηγείται έτσι μερικώς η υποχώρηση του εμπορίου σε σχέση με την ανάπτυξη. Με τα παραπάνω υποδεικνύεται ως αιτία αυτής της κατάστασης κατ’ αρχάς η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση αλλά  κυρίως ο τρόπος αντιμετώπισης της από την ΕΕ, όπου οι γνωστές πολιτικές δημοσιονομικής προσαρμογής εκπορευόμενες κυρίως από την Γερμανία αλλά όχι μόνο (διότι όλες οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις  συμβάλλουν συμφωνώντας με αυτές ) προκαλούν συστολή των μακροοικονομικών μεγεθών.  Τούτο φαίνεται από το ότι για το 2013 μόνον η περιοχή της ζώνης του ευρώ και η Ιαπωνία θα παρουσιάσουν υποτονικότητα στις εισαγωγές. Όμως το μέγεθος των οικονομιών τους βαραίνει σημαντικά στο παγκόσμιο εμπόριο.  Επίσης και στις αναδυόμενες οικονομίες, υπήρξε εξασθένηση του εμπορίου επηρεάζοντας  ισχυρότερα την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη.

Είναι γνωστόν ότι ο βαθμός στον οποίο η δυναμική του εμπορίου ακολουθεί την οικονομική δραστηριότητα  εξαρτάται εν μέρει από τις συνιστώσες της ζήτησης οι οποίες προσδιορίζουν τις μεταβολές του  ρυθμού αύξησης του ΑΕΠ.  Σε αρκετές προηγμένες οικονομίες, και ιδίως στη ζώνη του ευρώ η  ανάπτυξη επιβραδύνθηκε επειδή μειώθηκε η ζήτηση επενδύσεων παγίου κεφαλαίου και αποθεμάτων και η οποία εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις εισαγωγές . Έτσι η συσταλτική  δημοσιονομική πολιτική μειώνει την επενδυτική  ζήτηση με αποτέλεσμα τη μείωση του ΑΕΠ και κατά συνέπεια τη μείωση και των εισαγωγών.
Η υποχώρηση του ρυθμού ανόδου των επενδύσεων μπορεί να συνδέεται εν μέρει με την επιδείνωση των επιχειρηματικών προσδοκιών, σε συνθήκες όξυνσης των
χρηματοπιστωτικών εντάσεων στη ζώνη του ευρώ και αυξανόμενης οικονομικής
αβεβαιότητας.
Όσον αφορά τις μελλοντικές εξελίξεις, τα πρόσφατα στοιχεία υποδηλώνουν ότι το
παγκόσμιο εμπόριο θα εξακολουθήσει να είναι υποτονικό στο εγγύς μέλλον. Οι βασικοί βραχυπρόθεσμοι δείκτες για τις παγκόσμιες εμπορικές συναλλαγές διαμορφώνονται κοντά στα χαμηλότερα επίπεδα των τριών τελευταίων ετών.  Οι νέες παραγγελίες εξαγωγών , τα στοιχεία για τη μεταφορά πετρελαίου και  οι μηνιαίες διεθνείς εμπορικές συναλλαγές επί αγαθών, καταγράφουν παρόμοια, ιστορικά χαμηλά επίπεδα.  Όλες αυτές οι εξελίξεις είναι βέβαιον ότι δυσκολεύουν  περαιτέρω  την εξαγωγική προσπάθεια της ελληνικής οικονομίας, μάλιστα σε μια περίοδο όπου δεν υπάρχουν χρονικά περιθώρια.





Τρίτη, 8 Ιανουαρίου 2013

Η έννοια της δύσης και της διεθνούς ηγεμονίας. Οι ΗΠΑ και η ΕΕ.


 
Οι ΗΠΑ ανέλαβαν, μετά το 1945, την ηγεμονική λειτουργία ρύθμισης του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος: «Η αμερικανική ηγεσία και οι σύμμαχοί της δημιούργησαν μια στερεή και σταθερή βάση για την ανάπτυξη των παγκόσμιων κεφαλαιοκρατικών οικονομικών σχέσεων. Για πρώτη φορά όλες οι καπιταλιστικές οικονομίες ήταν πολιτικοί σύμμαχοι». Κατασκευάσθηκε η έννοια της Δύσεως[1] η οποία συμπεριλάμβανε όλες τις χώρες στις οποίες κυριαρχούσε ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής, και γινόταν αποδεκτοί  οι θεσμοί της αντιπροσωπευτικής δυτικής δημοκρατίας, οι Δυτικοευρωπαϊκές χώρες (συμπεριλαμβανομένων της Γαλλίας , της Γερμανίας αλλά και της  Ελλάδος και της Τουρκίας) , η Ιαπωνία και οι συνδεδεμένες μαζί της χώρες της Άπω Ανατολής ( Ν.Κορέα, Ταϊβάν, Σιγκαπούρη, Μαλαισία, Φιλιππίνες …) καθώς και οι Αγγλοσαξωνικές χώρες του Ειρηνικού (Αυστραλία, Ν. Ζηλανδία..) . Η έννοια της Δύσης οριοθετούσε και το αντίπαλο στρατόπεδο , την αυτοκρατορία της Σοβιετικής Ένωσης , προσδίδοντάς του την ονομασία Ανατολή. Ο όρος τρίτος κόσμος σηματοδοτούσε τη θέση  των υπόλοιπων χωρών  του πλανήτη .
Η δημιουργία της Δύσης είχε ως πρωταρχικό σκοπό την «αποτροπή και τον κατευνασμό» της Σοβιετικής Ένωσης. Ήταν προσανατολισμένη στην περικύκλωση και τον έλεγχο της Ευρασίας.[2]Συγχρόνως επεδίωκε την διευρυμένη και ασφαλή αναπαραγωγή της κεφαλαιοκρατικής κυριαρχίας.

 
 Η ηγεμονική θέση των ΗΠΑ, με την οποία έμοιαζε να φτάνει στην πραγματοποίησή του ο «αμερικανικός αιώνας»,  βασιζόταν στα παρακάτω στοιχεία :
  • Στην ιεραρχία των εθνικών κρατών μέσα στο καπιταλιστικό σύστημα, οι ΗΠΑ κατείχαν αρχικά την πρώτη θέση, επειδή μετά το τέλος του Β’ Παγκόσμιου πολέμου είχαν στη διάθεσή τους τις πιο μεγάλες οικονομικές και στρατιωτικές δυνατότητες εξουσίας σε ολόκληρο τον κόσμο. «Το βιοτικό επίπεδο και η παραγωγικότητα, κατά κεφαλήν, ήταν υψηλότερα από ό,τι σε όλες τις άλλες χώρες. Οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν η μόνη χώρα ανάμεσα στις μεγάλες δυνάμεις που με τον πόλεμο έγινε πιο πλούσια – πραγματικά πολύ πιο πλούσια – αντί πιο φτωχή. Με το τέλος του πολέμου, η Ουάσινγκτον είχε στην κατοχή της αποθέματα χρυσού αξίας 20 δισεκατομμυρίων δολαρίων, σχεδόν τα δύο τρίτα των συνολικών αποθεμάτων χρυσού παγκοσμίως. . . Περισσότερο από το μισό της παγκόσμιας βιομηχανικής παραγωγής και το ένα τρίτο της παγκόσμιας παραγωγής αγαθών κάθε είδους προέρχονταν από τις ΗΠΑ. Κατά το τέλος του πολέμου, οι ΗΠΑ ήταν και ο μεγαλύτερος εξαγωγέας στον κόσμο και σε μεγάλη απόσταση από τους άλλους, ενώ ακόμη και μερικά χρόνια αργότερα διεξήγαν το ένα τρίτο των παγκόσμιων εξαγωγών. Εξαιτίας της τεράστιας επέκτασης του ναυπηγικού δυναμικού τους, οι ΗΠΑ κατείχαν τα μισά πλοία όλου του κόσμου. Από οικονομική άποψη, ο κόσμος ήταν πλέον το «στρείδι» της Ουάσινγκτον».
  • Η κυρίαρχη θέση των ΗΠΑ στον κόσμο βασιζόταν φυσικά και στη στρατιωτική ισχύ τους. Ενώ οι άλλες δυνάμεις – νικητές του Β’ Παγκόσμιου πολέμου (για να μη μιλήσουμε για τους χαμένους, Γερμανία και Ιαπωνία), συμπεριλαμβανομένης και της Σοβιετικής Ένωσης-- αιμορραγούσαν στρατιωτικά και οικονομικά, οι ΗΠΑ διέθεταν τεράστιο στρατιωτικό δυναμικό. Ειδικά στη θάλασσα και στον αέρα υπερείχαν οι στρατιωτικές δυνάμεις τους και τα υψηλής τεχνολογίας υλικά τους. Οι ΗΠΑ, τέλος, κατείχαν, μέχρι το τέλος της δεκαετίας του ’40, το μονοπώλιο στα ατομικά όπλα, των οποίων η φρικιαστική καταστροφική ικανότητα είχε επιδειχθεί στη Χιροσίμα και στο Ναγκασάκι.
  • Το δεύτερο και όχι λιγότερο σημαντικό πυλώνα της παγκόσμιας πολιτικής αμερικανικής ηγεμονίας αποτελούσε το σύστημα των στρατιωτικών και πολιτικών συμμαχιών (ΝΑΤΟ, ΣΕΑΤΟ κ.λ.π.), που συμπληρωνόταν και με πολλές διμερείς στρατιωτικές συμφωνίες με τις ΗΠΑ. Οι αμερικανικές στρατιωτικές βάσεις απλώθηκαν έτσι σύντομα σε ολόκληρο τον κόσμο – σαν μια ζώνη που τύλιγε την «περιοχή κομουνιστικής εξουσίας» στην Ευρώπη και την Άπω Ανατολή. Με αυτό τον τρόπο, οι ΗΠΑ παρασύρθηκαν σε «ένα βαθμό παγκόσμιας εξάπλωσης που ερχόταν σε αντίθεση με την προηγούμενη ιστορία τους».
  • Οι προϋποθέσεις για αυτή την ηγεμονία καθορίζονταν όμως και από την ελκυστικότητα του «αμερικανικού τρόπου ζωής», καθώς και από την αντίστοιχη αμερικανική ιδεολογία του «manifest destiny» που ένωνε τον επαναστατικό μύθο, από την αμερικανική επανάσταση και μετά, με μια αποστολική συνείδηση για τον «ελεύθερο κόσμο». Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκόσμιου πολέμου, οι ΗΠΑ αγωνίζονταν να «δημιουργήσουν μια νέα, δίκαιη παγκόσμια τάξη πραγμάτων». Αυτή η ηγεμονία έγινε ευρύτερα αποδεκτή – κυρίως στην Ευρώπη – και εξαιτίας της ελκυστικότητας του «αμερικανικού τρόπου ζωής», ο οποίος έμοιαζε να υπόσχεται όχι μόνο «ελευθερία και δημοκρατία», αλλά και υψηλό βιοτικό επίπεδο για την εργατική τάξη, καθώς και την ικανοποίηση πολιτιστικών αναγκών μέσα από έναν νέο τύπο μαζικής κουλτούρας.
  • «Η νέα ηγεμονική τάξη πραγμάτων μετά τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο βασιζόταν καταρχήν στο νεοσυσταθέν νομισματικό σύστημα, που βαφτίστηκε το 1944 στο Μπρέτον Γουντς. Με αυτή τη θεσμική ρύθμιση η λειτουργία του παγκόσμιου χρήματος μεταφέρθηκε, μετά τη διφορούμενη περίοδο του μεσοπολέμου, στο εθνικό νόμισμα των ΗΠΑ. Το δολάριο γίνεται το παγκόσμιο μέσο κυκλοφορίας που βοηθά στη σύναψη των παγκόσμιων εμπορικών σχέσεων». Από το 1947, με τη Γενική Συμφωνία Δασμών και Εμπορίου (GATT) ακολουθήθηκε μια διεθνής οικονομική πολιτική που προσανατολιζόταν στα αιτήματα του ελεύθερου εμπορίου – με την κατάργηση των δασμών και άλλων προστατευτικών μέτρων που εμποδίζουν το παγκόσμιο εμπόριο . Αυτή η φιλελευθεροποίηση του παγκόσμιου εμπορίου ήταν απαραίτητη για να ανοίξουν διεθνείς αγορές – όπως στη Δυτική Ευρώπη – για το αμερικανικό κεφάλαιο. Συγχρόνως, με την τιμή του δολαρίου και την υψηλότερη παραγωγικότητα του αμερικανικού κεφαλαίου τέθηκε κάποιο μέτρο σύγκρισης για τις σχέσεις ανταγωνισμού στην παγκόσμια αγορά, προς το οποίο έπρεπε να προσανατολίζονται οι εθνικές οικονομίες στη Δυτική Ευρώπη και στην Ιαπωνία, που βρίσκονταν ακόμη σε διαδικασία μεταπολεμικής ανασυγκρότησης. Με άλλα λόγια, η υπεροχή της οικονομίας των ΗΠΑ ασκούσε στη φιλελευθεροποιημένη συνοχή της παγκόσμιας αγοράς έναν «αντικειμενικό καταναγκασμό» ή μια πίεση για εκσυγχρονισμό (για την αύξηση της παραγωγικότητας), την οποία δεν μπορούσαν να αποφύγουν οι σύμμαχοι των ΗΠΑ.
Ο διεθνής ρόλος των ΗΠΑ κατά τη διάρκεια του δεύτερου μισού του 20ου δεν θεμελιωνόταν σε κάποια αμφισβητούμενη «διεθνή κυριαρχία», αλλά απέρρεε ως προέκταση της δικής τους εσωτερικής ισχύος και κυριαρχίας.

Γίνεται λοιπόν σαφές ότι η οικονομική ρύθμιση (του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος)  πάντοτε προϋποθέτει την έννοια της κυριαρχίας. Για να δύναται το κράτος να επιβάλει φόρους, μεταβιβάσεις πόρων, να προβεί σε ανακατανομή εισοδήματος και να ασκήσει γενικά οικονομική πολιτική, προαπαιτείται jus imperium, που απορρέει από την «εθνική κυριαρχία».

Η οικονομική «αναρχία» της φιλελεύθερης παγκόσμιας αγοράς πρέπει σε κάθε ιστορική περίοδο να βρίσκεται σε σχέση ισορροπίας με το πολιτικό καθεστώς του διεθνούς συστήματος, που χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη (και επομένως και τα ιδιαίτερα συμφέροντα) ενός πλήθους εθνικών κρατών.
Τούτο σημαίνει απλά:Η διεθνής σταθερότητα μπορεί να επιτευχθεί μόνο στο βαθμό που υπάρχει μια σχέση λειτουργικής αντιστοιχίας μεταξύ των διαφορετικών λογικών λειτουργίας οι οποίες καθορίζουν τις σχέσεις της παγκόσμιας αγοράς και την πολιτική των εθνικών κρατών.Στο διεθνές καπιταλιστικό σύστημα, αυτή η οργάνωση πραγματοποιείται ,τα τελευταία διακόσια χρόνια από μια ηγεμονική δύναμη, «η οποία με τα μέσα της προσπαθεί να ρυθμίσει σφαιρικά τη λειτουργία οικονομικών και πολιτικών διαδικασιών». Το Διεθνή Νομισματικά Συστήματα , τα Καθεστώτα Διεθνούς Εμπορίου,  οι συμφωνίες για τη Διεθνή Κίνηση Κεφαλαίων όλων των μορφών, ο τρόπος λειτουργίας  των Χρηματοπιστωτικών Συστημάτων υπόκεινται σε ρυθμίσεις που φέρουν τη σφραγίδα της ηγεμονικής δύναμης. 

Η ηγεμονία δεν πραγματοποιείται, ούτε στην εθνική ούτε στη διεθνή πολιτική, αποκλειστικά με την άμεση εφαρμογή καταναγκασμού ή βίας.
Η σταθερότητα της βασίζεται πολύ περισσότερο στην εξασφάλιση κανόνων και ρυθμίσεων που αναγνωρίζονται (από την άποψη της νομιμοποίησης της πολιτικής κυριαρχίας) μέσα σε μια «ηγεμονική συμμαχία».Στο διεθνές σύστημα όλα τα μέσα για την εξασφάλιση της ηγεμονίας είναι συγχρόνως εθνικά μέσα της ηγεμονικής δύναμης.[3]
Η ηγεμονική δύναμη μπορεί να υπάρξει μόνο αν αναπαράγει αφενός συνεχώς στο εσωτερικό της τις πηγές της υπεροχής της και αν ξέρει αφετέρου να εκμεταλλευτεί τη διεθνή ρύθμιση του παγκόσμιου συστήματος σαν πηγή της ηγεμονίας της.
Δίπλα στα παραπάνω, ένα ακόμα κριτήριο συνιστά το ότι οι μεγάλες δυνάμεις είναι δυνάμεις με γενικά συμφέροντα, δηλαδή πλατιά όσο και του συστήματος κρατών, πράγμα που σήμερα σημαίνει παγκόσμια.
Εκ των σημείων αυτών θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι η πολιτική κυριαρχία, νοούμενη όχι ως εσωτερική κυριαρχία σε όλο το έδαφος της χώρας αλλά ως δεσπόζουσα (dominant) περισσότερο από άλλες στη διεθνή κονίστρα, και η στρατιωτική ισχύς καθορίζουν τους διεθνείς ρυθμιστικούς κανόνες μέσω των οποίων λειτουργεί απρόσκοπτα η οικονομία
Οι αλλαγές που επήλθαν με την πτώση του «σοσιαλιστικού στρατοπέδου» και η προσπάθεια ανάγνωσης των μελλοντικών πλανητικών  εξελίξεων έχει θέσει , μεταξύ των άλλων , και το εξής ερώτημα : τι επιπτώσεις έχουν όλες αυτές οι εξελίξεις  σε αυτό που ονομάσθηκε Δύση; Έχουν μεταβληθεί οι δεσμοί και οι σχέσεις μεταξύ των μερών αυτού του καθεστώτος ; Έχουν μεταβληθεί οι σχέσεις μεταξύ των  ΗΠΑ , της ΕΕ, της Ιαπωνίας, της Αυστραλίας ; Τι συμβαίνει σε σχέση με τις πλανητικές εξελίξεις ; Μπορεί ακόμη η έννοια της Δύσης (ως αυτό που εκφράζει ως κοινωνικό – οικονομικό σύστημα, ως πολιτικό σύστημα και ως  στρατιωτική συμμαχία υπό την ηγεμονία των ΗΠΑ) να είναι χρήσιμο εργαλείο ανάλυσης των πλανητικών εξελίξεων;
Ιδιαίτερα αυτό που πρωταρχικά ενδιαφέρει είναι βεβαίως οι σχέσεις της ΕΕ ή των μεγάλων δυνάμεων της με τις ΗΠΑ.
Έχουμε εκφράσει την άποψή μας , για το τελευταίο ζήτημα σε προηγούμενα άρθρα[4].
Κατ’ αρχάς θα πρέπει να θεωρούνται  λανθασμένες  μια σειρά αντιλήψεων οι οποίες υποστηρίζουν ότι:
 Εδώ και περίπου τρεις δεκαετίες εκδηλώνεται μια ιδιαίτερη προσπάθεια από την πλευρά των οπαδών της ευρωπαϊκής ενοποίησης για τη διαμόρφωση ενός ιδεολογικά φορτισμένου κλίματος για την αυτονομία της Ευρώπης. Σύμφωνα με την αντίληψη αυτή, οι ΗΠΑ στοχεύουν στη διαρκή υποταγή της ΕΕ και επομένως οι πολιτικές προσπάθειες επίτευξης σχετικής ή πλήρους αυτονόμησης της ΕΕ πρέπει να υποστηριχθούν από τους ευρωπαϊκούς λαούς και τις πολιτικές δυνάμεις που τους εκφράζουν. Μια τέτοια αντίληψη παραβλέπει συνειδητά ότι η ΕΕ οικοδομήθηκε για 50 χρόνια και έφθασε στη σημερινή της μορφή, υπό την προστασία των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ. Επίσης δημιουργείται το ερώτημα  αν η ΕΕ θα μπορέσει να συνεχίσει την πορεία ολοκλήρωσής της αναλαμβάνοντας η ίδια το οικονομικό  βάρος της άμυνας και της ασφάλειάς της. Στο ερώτημα αυτό, οι πολιτικές και οικονομικές ελίτ της Ευρώπης απαντούν ψελλίζοντας για μια στρατηγική διασφάλισης  σχετικής αυτονομίας μέσα στους ευρωατλαντικούς θεσμούς γεγονός που επίσης δείχνει την αδυναμία ή τη μη θέληση  των ιθυνόντων της ΕΕ να προχωρήσουν σε πραγματική εξισορρόπηση των ευροαντλαντικών  σχέσεων ισχύος.
Επίσης οι οπαδοί της ευρωπαϊκής προοπτικής θεωρούν ότι η ΕΕ έχει να παίξει έναν συγκεκριμένο ρόλο στη διεθνή σκηνή. Ο ρόλος αυτός κινείται μέσα στο γενικότερο πλαίσιο λειτουργίας της «ήπιας ισχύος». Ορισμένοι θεωρούν ότι η ΕΕ αποτελεί ένα μελλοντικό πρότυπο. Ένα πρωτοπόρο πρόπλασμα οικονομικής και πολιτικής ενοποίησης το οποίο μπορούν να ακολουθήσουν χώρες και σε άλλες περιοχές του πλανήτη. Στα πλαίσια αυτού του ρόλου η ΕΕ πρέπει να προβάλει το κοινωνικό της πρόσωπο και τη θεσμική της υπεροχή.  Έτσι η ΕΕ μπορεί να αποτελέσει δύναμη εξισορρόπησης μεταξύ ΗΠΑ και Ρωσίας – προφανώς λόγω της θέσης της στην Ευρασία και του αναπτυσσόμενου νέου Ψυχρού Πολέμου μεταξύ των δύο υπερδυνάμεων.
Σύμφωνα με την άποψή μας αντιθέτως :
Η Δύση αποτελεί έναν ιεραρχημένο καθεστώς και ένα πολύ συγκεκριμένο  μηχανισμό  ισχύος και παρόλες τις διακρατικές τριβές και ανταγωνισμούς που τον χαρακτηρίζουν κυρίως στο οικονομικό επίπεδο , εξακολουθεί να αναπαράγεται και να επεκτείνεται προς ανατολάς ενσωματώνοντας πρωταρχικά σχεδόν το σύνολο των ευρωπαϊκών χωρών (αλλά και άλλων χωρών ανεξαρτήτου γεωγραφικής θέσης ).
 Η ΕΕ είναι μια οικονομική ένωση η οποία βαδίζει σε μια μορφή πολιτικής ολοκλήρωσης, αλλά συνυπάρχει από την αρχή της δημιουργίας της με το ΝΑΤΟ το οποίο αποτελεί τον πολιτικοστρατιωτικό βραχίονα της Δύσης. Η ΕΕ και οι ΗΠΑ εξακολουθούν να έχουν κοινά συμφέροντα,  Αυτό το βασικό σχήμα, με τις οποιεσδήποτε διαφοροποιήσεις, θα εξακολουθήσει να υφίσταται και στο μέλλον. Η ΕΕ δεν αποτελεί πόλο πολιτικοστρατιωτικής ισχύος σε παγκόσμια κλίμακα. Αντίθετα, τέτοιου είδους πόλο αποτελούν το ΝΑΤΟ και οι ΗΠΑ. Ο δυναμισμός της παγκόσμιας καπιταλιστικής ανάπτυξης έχει μεταφερθεί στην Ασία, και η Ενωμένη Ευρώπη εκ των πραγμάτων δεν αναμένεται να παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο στις διεθνείς εξελίξεις.
 Είναι βέβαια γνωστό ότι ο καπιταλισμός ως παγκόσμιο σύστημα, κινείται εδώ και αρκετά χρόνια προς την κατεύθυνση των περιφερειακών ολοκληρώσεων.
Σήμερα αναδεικνύονται έξι οικονομικοί συνασπισμοί εκ των οποίων η υπό τον άμεσο έλεγχο των ΗΠΑ NAFTA συνυπάρχει αλλά και ανταγωνίζεται με την ΕΕ. Αυτοί οι δύο οικονομικοί συνασπισμοί της Δύσης πρέπει να αντιμετωπίσουν τη νέα πραγματικότητα που διαμορφώνουν η MERCOSUR, η ASEAN και τα εθνικά κράτη που αποτελούν ένα συνασπισμό από μόνα τους όπως η Κίνα και η Ινδία. Ανεξαρτήτως του πώς θα σχηματοποιηθεί ο μελλοντικός «κόσμος των περιφερειακών ολοκληρώσεων», οι οικονομικοί συνασπισμοί της Δύσης –και εδώ θα πρέπει να συμπεριληφθεί και η Ιαπωνία, καθώς επίσης και οι αγγλοσαξονικές χώρες του Ειρηνικού– θα βασίζονται στη στρατιωτική ισχύ των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ για να μπορούν να συμμετέχουν στον παγκόσμιο οικονομικό ανταγωνισμό. Ένας άκρως ανταγωνιστικός κόσμος των οικονομικών συνασπισμών θα είναι και ένας κόσμος εντονότερων στρατιωτικών συγκρούσεων λόγω του μεγέθους και της ισχύος των πολιτικών οντοτήτων που θα εμπλέκονται.
Σύμφωνα με τα παραπάνω είναι αναμενόμενο  ο πλανήτης να κινηθεί σε πορεία αποκλίνουσα από αυτά που πρεσβεύει και υποστηρίζει ο πυρήνας των ακαδημαϊκών και άλλων στοχαστών που έχουν συμβάλλει αποφασιστικά στη δημιουργία αυτών που ονομάζονται σήμερα «Ευρωπαϊκές Σπουδές» και κυρίως στη θεωρητική αναζήτηση της ενωσιακής διαδικασίας  με βάση τις μεταπολεμικές διαδικασίες των ευρωπαϊκών χωρών , όπως αυτές καθορίστηκαν μέσα στο περιβάλλον του Ψυχρού πολέμου.












[1] Εκτός των άλλων δες: Φ .Νεμό, Τι είναι η Δύση, Εστία 2008.
[2] Z. Brzezinski , Η Μεγάλη Σκακιέρα . ΑΑ. Λιβάνης, 1998 .Επίσης  του ιδίου , Η Επιλογή.
Α Α. Λιβάνη 2005.
[3] Για παράδειγμα: το εθνικό νόμισμα της ηγεμονικής δύναμης είναι συγχρόνως και παγκόσμιο νόμισμα. Γι’ αυτό και συμβαίνει η κρίση του εθνικού νομίσματος της ηγεμονικής δύναμης να μετατρέπεται αναγκαστικά σε κρίση του παγκόσμιου νομίσματος και αντιστρόφως.
[4] Κ Μελάς, Για το μέλλον της Ευρώπης.Monthly Review.  Νοέμβριος 2005. Τεύχος 11.
Κ. Μελάς, Τα Όρια Επέκτασης της ΕΕ και ποιες Δυνάμεις Καθορίζουν τη Διαδικασία αυτή . www.cipt.gr, Μάιος 2008.
 Κ. Μελάς, Η Σαστισμένη Ευρώπη.Monthly Review. Νοέμβριος 2006. Τεύχος 23.

Δευτέρα, 7 Ιανουαρίου 2013

Το ύψος της ανεργίας λαμβάνεται υπόψη στους κυβερνητικούς υπολογισμούς;

Σύμφωνα με όλες τις εκτιμήσεις και προβλέψεις  των πλέον έγκυρων διεθνών οίκων η Ελλάδα κινδυνεύει σοβαρά  να μετατραπεί σε μια χώρα όπου η οικονομική κρίση μετατρέπεται σταθερά σε μια κρίση εργασιακή και ανθρωπιστική.  Οι άνεργοι ήδη το τέλος του 2012 θα ξεπεράσουν το 1.400.000 άτομα. Το ποσοστό ανεργίας το Σεπτέμβριο του 2012 ανήλθε σε 26,0%, έναντι 18,9% το Σεπτέμβριο του 2011 και 25,3% τον Αύγουστο του 2012. Το σύνολο των απασχολουμένων κατά το Σεπτέμβριο του 2012 εκτιμάται ότι ανήλθε σε 3.695.053 άτομα. Οι άνεργοι ανήλθαν σε 1.295.203 άτομα, ενώ ο οικονομικά μη ενεργός πληθυσμός ανήλθε σε 3.373.692 άτομα.  Οι απασχολούμενοι μειώθηκαν κατά 325.334 άτομα σε σχέση με το Σεπτέμβριο του 2011 (μείωση 8,1%) και κατά 21.626 άτομα σε σχέση με τον Αύγουστο του 2012 (μείωση 0,6%).
Οι άνεργοι αυξήθηκαν κατά 356.495 άτομα σε σχέση με το Σεπτέμβριο του 2011
(αύξηση 38,0%) και κατά 34.670 άτομα σε σχέση με τον Αύγουστο του 2012 (αύξηση 2,8%).
Οι οικονομικά μη ενεργοί, δηλαδή τα άτομα που δεν εργάζονται ούτε αναζητούν
εργασία, αυξήθηκαν κατά 283 άτομα σε σχέση με το Σεπτέμβριο του 2011 (μηδενική
μεταβολή) και μειώθηκαν κατά 3.119 άτομα σε σχέση με τον Αύγουστο του 2012
(μείωση 0,1%).
Προκειμένου να γίνει αντιληπτό το μέγεθος της  ανατροπής που έχει συντελεστεί στην ελληνική κοινωνία, απλά χρειάζεται να αναφερθεί ότι  το 1991 το σύνολο των απασχολουμένων στην Ελλάδα ήταν 3,6 εκατ. εργαζόμενοι και ότι  το 2008 ανέρχονταν ι στα 4,6 εκατ., για να υποχωρήσουν στα τέλη 2012 πάλι στα 3,6 εκατ. εργαζόμενους. Αυτό σημαίνει πως μέσα σε 4 χρόνια χάθηκαν 1 εκατ. θέσεις εργασίας, που χρειάστηκαν 17 χρόνια για να δημιουργηθούν! Γυρίσαμε πίσω στο 1991 από πλευράς απασχόλησης! Στην οικονομία , όπως και στη ζωή  ισχύει ότι  εύκολα καταστρέφεται αυτό που δύσκολα και επώδυνα κτίστηκε, ασχέτως αν οικοδομήθηκε σε λάθος βάση...

Εδώ γεννιούνται αρκετά ερωτήματα τα οποία πρέπει να κληθούν να απαντήσουν όλοι όσοι , με τον ένα ή τον άλλο τρόπο έχουν εμπλακεί στο οικονομικό πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής που έχει επιβληθεί στην Ελλάδα.
 Το πρώτο ερώτημα είναι το ακόλουθο : αυτό το τεράστιο ποσοστό ανεργίας που προκλήθηκε ως επακόλουθο της ακολουθούμενης οικονομικής πολιτικής «διάσωσης» της χώρας είναι το αναλογούν κόστος ευκαιρίας το οποίο πρέπει να καταβάλει η ελληνική κοινωνία ; Υπάρχει κάποια νέα οικονομική αποτίμηση ως προς αυτό το σημείο από την Τρόικα και το κυβερνητικό οικονομικό επιτελείο, διότι ότι έχει υπολογισθεί ως πρόβλεψη σε αυτό το σημείο έχει διαψευσθεί κατά κατηγορηματικό τρόπο. Στο σημείο αυτό χρειάζεται να ειπωθεί η αλήθεια στον ελληνικό λαό όσο πικρή και αν είναι.
Το δεύτερο ερώτημα είναι το εξής: μέχρι ποιού σημείου εκτιμά το οικονομικό επιτελείο ότι θα είναι ανεχτό το ύψος της ανεργίας και για πόσο χρονικό διάστημα θα διαμορφωθεί ο μέσος χρόνος παραμονής στην ανεργία  ώστε να μην δημιουργηθεί  απαξίωση  των ικανοτήτων των ανέργων σε βαθμό που να είναι αδύνατον  να χρησιμοποιηθούν με τρόπο επωφελή για την οικονομία;
Η αύξηση της απασχόλησης και η μείωση της ανεργίας δεν είναι κάτι το γενικό και αόριστο για την ελληνική  οικονομία και κοινωνία. Δεν μπορεί να καλυφθεί με ρητορικές δηλώσεις άνευ περιεχομένου σαν και αυτές που σε τακτά χρονικά διαστήματα προβαίνουν οι εκάστοτε «δυστυχείς» υπουργοί εργασίας οι οποίοι εκτελούν τα προαποφασισμένα από την τρόικα και το υπουργείο οικονομικών. Παράδειγμα τέτοιων δηλώσεων είναι και οι πρόσφατες δηλώσεις του υπουργού Εργασίας Γ. Βρούτση σύμφωνα με την οποία : «προτεραιότητές μας είναι η μείωση της ανεργίας και η πάταξη της ανομίας στα ασφαλιστικά ταμεία και την αγορά εργασίας» χαρακτηρίζοντας το 2013 ως έτος νοικοκυρέματος. Υπάρχει κάτι συγκεκριμένο να μας πει ο υπουργός για το πώς αυτή η προτεραιότητα θα γίνει πραγματικότητα; Διαφορετικά ότι και να λεχθεί αποτελεί μόνο υπόσχεση χωρίς δυνατότητα πραγμάτωσης.
Επίσης ο πρωθυπουργός της χώρας δήλωσε μεταξύ άλλων :  «Το 2012 αλλάξαμε την εικόνα της χώρας μας στο εξωτερικό. Το 2013 θα αλλάξουμε την ελληνική πραγματικότητα, με έμφαση στην ανάκαμψη και την κοινωνική συνοχή... Κανένα εμπόδιο δεν μας σταματά, κανένα κόπο δεν υπολογίζουμε, για να αποκατασταθεί και η τελευταία αδικία, για να χτυπηθεί η διαφθορά, για να βρει δουλειά και ο τελευταίος άνεργος».
Είναι δύσκολο να παρακολουθήσει κανείς την υπέρμετρη αισιοδοξία , για να μην την ονοματίσουμε διαφορετικά, των λόγων του πρωθυπουργού. Όμως  η πραγματικότητα εντελώς άλλα μας δείχνει. Το 2013 θα είναι έτος ύφεσης και θεαματικής νέας αύξησης της ανεργίας και της φτώχειας, αλλά και γιατί με την πολιτική της βίαιης δημοσιονομικής πολιτικής  έχει διαλυθεί ο κοινωνικός ιστός και κάθε έννοια συνοχής στη βάση της ελληνικής κοινωνίας κατά τρόπο που η αποκατάσταση της αδικίας και της αναδουλειάς μόνον σαν κακόγουστο και τραγικό αστείο να ακούγεται στ’ αυτιά των Ελλήνων εργαζομένων και των ανέργων.  Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία , από το 2008 μέχρι  και το 2012 η απασχόληση στην Ελλάδα μειώθηκε κατά -22%, ενώ η ανεργία  αυξήθηκε 3,5 φορές- από 7,5% σε 26%! Μιλάμε για ένα μοναδικό όσο και τρομακτικό σοκ το οποίο υπέστη η ελληνική κοινωνία, το οποίο και θα συνεχιστεί το 2013 εντονότερα ακόμη, εξαιτίας των νέας απορρόφησης 9,2 δις ευρώ από το εισοδηματικό κύκλωμα , με αποτέλεσμα το 39% της ελληνικής κοινωνίας να βρεθεί στο περιθώριο της φτώχειας και του αποκλεισμού. Επίσης δεν θα πρέπει να λησμονούμε ότι η απορρόφηση από το εισοδηματικό κύκλωμα θα συνεχισθεί και την τριετία 2014-2016.
Γίνεται φανερό ότι ο πρωθυπουργός «απλά υπόσχεται»  πως τίποτα δεν θα τον σταματήσει μέχρι να βρει δουλειά κι ο τελευταίος άνεργος. Όμως προηγουμένως θα πρέπει να μας πει πότε θα υπάρξει ο ‘τελευταίος άνεργος’, αφού συνεχώς προστίθενται νέοι στη λίστα της  ανεργίας;
Έχει  υπολογίσει το κυβερνητικό επιτελείο τι ρυθμοί ανάπτυξης απαιτούνται ώστε  να δημιουργηθούν πάλι 1 εκατομμύριο χαμένες θέσεις εργασίας, ώστε η ανεργία να επιστρέψει πάλι στο  8%, και πότε πιστεύει πως είναι αυτό δυνατό; Δύσκολη ερώτηση , καμία απάντηση.
 Ας υποθέσουμε πως το 8% ανεργία είναι δομική και αποτελεί τον σκληρό πυρήνα που δεν στοχοποιείται κι ας δεχθούμε πως στόχος-υπόσχεση της κυβέρνησης Σαμαρά είναι η απορρόφηση του. Τι πρέπει να συμβεί για να απορροφηθεί, 1 εκατ. ανέργων της τελευταίας τετραετίας, πχ, ως το 2020 ;
Την περίοδο 2000-2008 της μεγάλης μεγέθυνσης-φούσκα της οικονομίας δημιουργήθηκαν 470 χιλιάδες καθαρές θέσεις απασχόλησης με ετήσια αύξηση 1,6% όταν η οικονομία αναπτυσσόταν  περίπου με  4,0% αντίστοιχα. Αν χρειάζεται τώρα να απορροφηθούν 1 εκατ. άνεργοι στην επταετία 2014-2020 με τη δημιουργία αντίστοιχων καθαρών θέσεων εργασίας τότε θα απαιτηθεί αύξηση απασχόλησης 3,6% ετησίως, η οποία με τη σειρά της θα απαιτήσει αύξηση του ΑΕΠ 9,0% ετησίως! Αλλά ακόμη και το μισό του στόχου -δηλαδή 500 χιλιάδες ανέργους- να θελήσει να αποκαταστήσει η κυβέρνηση , θα χρειαστεί ετήσια αύξηση του ΑΕΠ 4,5%, δηλαδή μεγαλύτερη από αυτή που σημειώθηκε την περίοδο της μεγέθυνσης-φούσκας, όταν, εκτός από τον αθρόο δανεισμό, τα δημόσια ελλείμματα, τους κοινοτικούς πόρους και την Ολυμπιάδα, βοηθούσε υποστηρικτικά η ισχυρή διεθνής ανάπτυξη και η ευνοϊκή ψυχολογία από την ένταξη στο ευρώ.
Είναι γνωστό ότι στη σημερινή συγκυρία  τίποτα απ’ όλα αυτά δεν υπάρχει.. Συνεπώς, ρυθμοί ανάπτυξης πάνω από 2%-2,5% πρέπει να θεωρούνται εξωπραγματικοί. Ακόμη και στη καλύτερη των περιπτώσεων, που η οικονομία αρχίσει να ανακάμπτει σταδιακά από το 2014, όπως ευελπιστεί η κυβέρνηση, δεν υπάρχει περίπτωση να το νιώσει αυτό η κοινωνία ως αισθητή αύξηση των ευκαιριών απασχόλησης και απορρόφησης της φτώχειας και της ανεργίας. Αποκατάσταση της προηγούμενης από την κρίση κατάστασης απασχόλησης είναι ένα άπιαστο όνειρο για πολύ καιρό ακόμη. Βεβαίως υπάρχει για τους έλληνες ο γνωστός δρόμος της μετανάστευσης. Δεν πρέπει να ξεχνούμε ποτέ ότι αυτός αποτελούσε πάντοτε μια σίγουρη διέξοδο.