Πέμπτη, 27 Δεκεμβρίου 2012

Πολύ δύσκολο το 2013 για την ελληνική οικονομία.


Το 2013 θα είναι ένα δύσκολο έτος για την ελληνική οικονομία. Περισσότερο δύσκολο θα είναι για την ελληνική κοινωνία. Ίσως το πιο δύσκολο έτος από τότε που η Ελλάδα εισήλθε στο περιβόητο Μνημόνιο και στο πρόγραμμα της  βίαιης δημοσιονομικής προσαρμογής.
 Οι περικοπές μισθών , συντάξεων   και προνομιακών επιδομάτων  , οι δραστικές  μειώσεις   όλων των δαπανών  που κατευθύνονται στις λεγόμενες  κοινωνικές αλλά  και αναπτυξιακές  δημόσιες ανάγκες  , οι αυξήσεις στην φορολογία , στο ρεύμα  η μη μείωση των τιμών σε βασικά προϊόντα  και γενικότερα  η απορρόφηση 9,3 δις  από το εισοδηματικό κύκλωμα μόνο περισσότερες δυσκολίες  και μεγαλύτερα προβλήματα πρόκειται να επιφέρουν.
Το σκληρό και απαιτητικό οικονομικό πρόγραμμα το οποίο έχει επιβληθεί στην ελληνική οικονομία είναι πολύ δύσκολο να εφαρμοστεί ακόμη και για όσους πιστεύουν σε αυτό , κάτι βεβαίως δεν φαίνεται να απασχολεί τους δανειστές δεδομένου ότι έχουν επιβάλει τη ρήτρα απόκλισης αν το πρόγραμμα κάπου ξεφύγει. Έτσι δεν πρόκειται να δημιουργηθεί χρηματοδοτικό κενό μιας και όποιο κενό δημιουργηθεί θα καλύπτεται άμεσα από τη μείωση  δαπανών αντιστοίχου ύψους ή θα επιμερίζεται στους δημότες στην περίπτωση των δήμων.
Η ελληνική κυβέρνηση θεωρεί ότι παρότι το 2013 θα είναι ένα δύσκολο έτος εντούτοις θα είναι  έτος καμπής και προς το τέλος του θα έχουν αρχίσει να φαίνονται τα πρώτα σημάδια ανάκαμψης στην οικονομία.  Οι ελπίδες της  στηρίζονται πρωταρχικά και κύρια στις ιδιωτικοποιήσεις .  Βεβαίως θεωρεί ότι και η ανακεφαλαιοποίηση του τραπεζικού συστήματος  αλλά και η επιτάχυνση των διαδικασιών του ΕΣΠΑ θα συμβάλλουν συμπληρωματικά στη διαδικασία επανεκκίνησης της οικονομίας. Όμως η αιχμή του δόρατος θεωρεί ότι είναι οι ιδιωτικοποιήσεις.  Ο λόγος είναι απλός. Θεωρεί ότι οι ιδιωτικοποιήσεις μπορούν να παίξουν το ρόλο που κατέχουν οι  δημόσιες επενδύσεις στο κεϋνσιανό υπόδειγμα. Δηλαδή να αποτελέσουν την ατμομηχανή της ανάπτυξης όχι μόνο στο επίπεδο της πραγματικής οικονομίας αλλά παράλληλα  και σε εκείνο της δημιουργίας θετικών προσδοκιών για την ελληνική οικονομία. Όταν θα εισρεύσουν χρηματικοί πόροι στην χειμάζουσα ελληνική οικονομία  , σκέφτεται η κυβέρνηση, αμέσως θα δημιουργηθούν προϋποθέσεις για πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα τα οποία θα διαχύσουν την ανάπτυξη στην οικονομία.  Όμως  η όλη σκέψη ενώ φαίνεται να λειτουργεί σε θεωρητικό επίπεδο η υλοποίησή της  χρειάζεται να αντιμετωπίσει σειρά από αβεβαιότητες οι οποίες δεν επιτρέπουν αισιοδοξία για γρήγορη επιτυχία. Η πρώτη αβεβαιότητα προέρχεται από τον περιορισμένο χρόνο και τα στενά περιθώρια  που έχει η κυβέρνηση  στη διάθεσή της  να προχωρήσει στην υλοποίηση των ιδιωτικοποιήσεων. Με την πρώτη αποτυχία θα ενεργοποιηθεί ο μηχανισμός αυτόματης ρήτρας υποκατάστασης και θα κοπεί περαιτέρω η δημόσια δαπάνη κάτι που είναι πολύ πιθανό να σπρώξει τη μεγέθυνση του ΑΕΠ εκτός στόχων κάτι που θα συμπαρασύρει όλο το πρόγραμμα.. Δεύτερη αβεβαιότητα προέρχεται από την άσχημη οικονομική συγκυρία στην οποία βρίσκεται η ευρωζώνη αλλά και η παγκόσμια οικονομία γενικότερα. Το γεγονός αυτό καθιστά δυσκολότερη την εύρεση επενδυτών διαθέσιμων να προχωρήσουν σε επενδύσεις με τις γενικότερες οικονομικές προοπτικές όχι ευνοϊκές στο επιθυμητό σημείο όπως ήταν για παράδειγμα η περίοδος 2002-2007. Άρα υπάρχει μεγάλη πιθανότητα το τίμημα να μην είναι το αναμενόμενο. Αν μάλιστα συμπεριληφθούν στα παραπάνω και γεωπολιτικοί λόγοι  με βάση τους οποίους θα πρέπει να αποκλεισθούν διάφοροι  «μη επιθυμητοί»  επενδυτές  τα προβλήματα θα γίνουν περισσότερο έντονα.   Τρίτη αβεβαιότητα γεννιέται από την αδυναμία του ελληνικού κράτους να συμβάλλει με τους δικούς του πόρους σε μια συμπληρωματική υποβοήθηση των ιδιωτικοποιήσεων . Τούτο γιατί όπως είναι γνωστό όλα τα έσοδα από τις ιδιωτικοποιήσεις θα οδηγηθούν στην αποπληρωμή του δημοσίου χρέους  και έτσι δεν θα εισρεύσει ούτε ευρώ στην ελληνική οικονομία.  Παράλληλα το σύνολο του πιθανού παραγομένου πρωτογενούς πλεονάσματος επίσης θα οδηγηθεί στην αποπληρωμή του δημοσίου χρέους στερώντας παραγόμενους πόρους από το εισοδηματικό κύκλωμα η  ανακύκλωση των  οποίων θα βοηθούσε τη μεγέθυνση του ΑΕΠ. Αυτή η τελευταία αδυναμία του ελληνικού δημοσίου να δράσει υποβοηθητικά , λόγω έλλειψης πόρων , είναι πολύ καθοριστική για το όλο επιχειρούμενο εγχείρημα. Μήπως η κυβέρνηση θα έπρεπε να διαπραγματευθεί με τους δανειστές ότι μέρος του παραγόμενου πλεονάσματος θα έπρεπε να χρησιμοποιηθεί για την υποβοήθηση των ιδιωτικών επενδύσεων μέχρι ότου η οικονομία αρχίσει να κινείτα