Παρασκευή, 30 Νοεμβρίου 2012

Ας αναστοχαστούμε για την Ευρωπαϊκή Ένωση.



Μετά από όσα ζούμε τα τελευταία τρία χρόνια στην ευρωπαϊκή ένωση και στην ευρωζώνη καλό είναι να αναστοχαστούμε σχετικά με το είναι αυτού του μορφώματος και όχι με αυτό το οποίο θα ήθελε ο καθένας από μας να είναι. Θεωρώ καθήκον μας να αναστοχαστούμε με σεβασμό πρωτίστως στα πραγματολογικά και ιστορικά  στοιχεία και όχι με βάση μια ακατάσχετη πολυλογία  χωρίς νόημα , ντυμένη με τα γνωστά  ηθικοκανονιστικά ενδύματα η  οποία προέρχεται  πρωτίστως από στόματα πολιτικών αλλά και άλλων πολλών συνοδοιπόρων. Πρωτίστως χρειάζεται να γνωρίζουμε την εξέλιξη των γεγονότων.  
  Θα ήθελα λοιπόν να παραθέσω ορισμένες σκέψεις τις οποίες θέτω υπό την βάσανο των ιστορικών γεγονότων αλλά και των πρόσφατων εξελίξεων[1].

1.
Η νεώτερη ιστορία της  Ευρώπης  είναι υπό μιαν έννοια ταυτισμένη με την εμφάνιση και  τη συγκρότηση των σύγχρονων εθνικών κρατών. Από το 16ο μέχρι και τον 20ο αιώνα η Ευρώπη γίνεται η γεωγραφική περιοχή στην οποία  λαμβάνει χώρα η δημιουργία ενός μοναδικού πολιτειακού φαινομένου στη νεώτερη ιστορία της ανθρωπότητας ,του έθνους κράτους , το οποίο  εξακολουθεί μέχρι και τις μέρες μας να συνιστά το βασικό θεσμικό υποκείμενο των διεθνών σχέσεων. Η ευρωπαϊκή νεωτερικότητα είναι δημιουργός χώρος  της ανάδυσης του νεότερου κυρίαρχου κράτους. Στη βάση της νεωτερικότητας θεωρίας της κυριαρχίας υπάρχει ένα περιεχόμενο που πληρώνει και τρέφει τη μορφή της κυρίαρχης εξουσίας  : η κεφαλαιοκρατική ανάπτυξη και επικύρωση της αγοράς ως θεμελίου των αξιών της κοινωνικής αναπαραγωγής. Χωρίς αυτό το περιεχόμενο , που εργάζεται αενάως στο εσωτερικό του μηχανισμού κυριαρχίας , αυτή (η μορφή κυριαρχίας) δεν θα είχε καταφέρει να καταλάβει ηγεμονική θέση σε παγκόσμια κλίμακα. Ο ευρωκεντρισμός διαφοροποιήθηκε από τους υπόλοιπους εθνοκεντρισμούς (όπως τον σινοκεντρισμό) και απέκτησε παγκόσμια περιωπή , κυρίως επειδή υποστηρίχθηκε από τις δυνάμεις του κεφαλαίου . Η ευρωπαϊκή νεωτερικότητα είναι αδιαχώριστη από την κεφαλαιοκρατία. Είναι μια κεφαλαιοκρατική κυριαρχία , μια μορφή προστάγματος το οποίο υπερκαθορίζει τη σχέση μεταξύ ατομικότητας και καθολικότητας ως λειτουργία της ανάπτυξης του κεφαλαίου.
 Η Ευρώπη  είναι ο κλασικός ιστορικός χώρος μιας πολυμορφίας που βρίσκει έκφραση στην ευρωπαϊκή πολυκρατικότητα. Οι ευρωπαϊκοί λαοί είναι συνειδησιακά ταυτισμένοι με το κράτος ως θεσμική κατοχύρωση και έκφραση της «πατρίδος τους» της γλώσσας τους, της ιστορίας τους, των παραδόσεών τους , σε πολλές περιπτώσεις του θρησκευτικού δόγματος που επικρατεί, ακόμα δε της εθνικής τους φυσιογνωμίας.
Η αστική διατύπωση της έννοιας της εθνικής κυριαρχίας έχει υπερβεί κατά πολύ κάθε προγενέστερη διατύπωση της νεωτερικής έννοιας της κυριαρχίας. Η εθνική ιδιαιτερότητα είναι μια κραταιά καθολικότητα. Όλα τα νήματα μιας μακριάς εξέλιξης κατέληξαν στην Ταυτότητα , δηλαδή την πνευματική ουσία, του λαού και του έθνους υπάρχει ένα έδαφος εμπλουτισμένο με πολιτισμικές σημασίες., με μια κοινή ιστορία και μια γλωσσική κοινότητα. Υπάρχει όμως επιπλέον η εδραίωση μιας ταξικής νίκης, μιας σταθερής αγοράς, η δυνατότητα οικονομικής επέκτασης και νέοι χώροι για επενδύσεις και εκπολιτισμό. Η κατασκευή της εθνικής ταυτότητας εγγυάται μια διαρκώς ενισχυόμενη νομιμοποίηση και το δικαίωμα και την εξουσία μιας ιερής και απαραβίαστης , ακαταπολέμητης ενότητας.
 Είναι πολύ δύσκολο να εγκαταλείψουν τη «σιγουριά της γνώριμης και οικείας εστίας τους» και να  συναινέσουν σε κάτι που είναι απόμακρο , άγνωστο , μη οικείο, γραφειοκρατικό τεχνοκρατικό και απροσπέλαστο. Οι θεσμοί των Βρυξελλών θεωρούνται απόμακροι και νεφελώδεις. Σε αντίθεση με τα κρατικά Κοινοβούλια, τα πολιτικά κόμματα, τις συνδικαλιστικές οργανώσεις και όλες τις συνιστώσες του έθνους-κράτους, η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν έχει καταφέρει καθ’ όλη τη διάρκεια της ιστορικής της διαδρομής να δημιουργήσει οποιοδήποτε δεσμό με τον Ευρωπαίο πολίτη. Για παράδειγμα, ακόμη και ο πιο ενημερωμένος κεντροδεξιός ή κεντροαριστερός Ευρωπαίος ελάχιστα κόπτεται για τις τύχες του Ευρωπαϊκού Λαϊκού ή Σοσιαλιστικού  Κόμματος, το οποίο υποτίθεται ότι εκπροσωπεί τις ιδέες του στο Ευρωκοινοβούλιο. Φαίνεται ότι στην περίπτωση αυτή είναι προτιμητέα «η τυραννία της οικειότητας» από το φόβο του απόμακρου και μη οικείου υπερκράτους. Η αντίθεση των ευρωπαϊκών λαών φυσικά δεν είναι ομοιόμορφη μεταξύ των κρατών –μελών αλλά και υπό μίαν άποψη δεν είναι ούτε εντελώς μετρήσιμη διότι βασίζεται σε ορισμένες εκφάνσεις του «φαντασιακού» κάθε λαού που καμιά «συνολο-ταυτιστική» ή «ορθολογική» μέθοδος δεν δύναται να την  καταγράψει Εκφράζεται όμως σε σημαντικές καμπές της ιστορίας . Παρά τη θεσμική ανάπτυξη του ευρωπαϊκού οικοδομήματος, το έθνος-κράτος παραμένει ο κύριος εκφραστής της πολιτικής και στρατιωτικής ισχύος, ο αποδέκτης κοινωνικών αιτημάτων, αλλά και το βασικό σημείο αναφοράς στην οργάνωση των κοινωνιών. Εν ολίγοις, η αποτυχία ή ο εξευτελισμός της Ευρώπης δεν φαίνεται να βαρύνει ουδόλως στις συνειδήσεις των πολιτών της, όπως θα συνέβαινε με την πατρίδα τους. Επιπλέον, η απόρριψη μιας συνθήκης δεν έχει κάποιο άμεσο και εμφανές αντίκτυπο στην καθημερινότητα των Ευρωπαίων, εκτός ίσως από τον προβληματισμό που δημιουργεί στους πολιτικούς τους ηγέτες, κάτι που ελάχιστα συγκινεί. Είναι νομίζω η απόδειξη  ότι «κανείς δεν ερωτεύεται έννοιες όπως η κοινή αγορά». Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο ευνόητα μπορεί να υποστηριχθεί ότι η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση είναι σχεδόν αδύνατη, ελλείψει ενός «ευρωπαϊκού πατριωτισμού». Δηλαδή ενός αιτήματος το οποίο δεν μπορεί ποτέ να ικανοποιηθεί.
2.
 Όμως δεν είναι μόνο οι ευρωπαϊκοί λαοί που παρουσιάζουν έντονη ή λιγότερο έντονη  αντίθεση να «παραχωρήσουν» μικρότερο ή μεγαλύτερο  κομμάτι της εθνικής τους κυριαρχίας σε κάποιο υπερκρατικό μόρφωμα . Είναι και τα ίδια τα κράτη με τις κυβερνήσεις τους που δυσκολεύονται να προβούν σε αυτή τη διαδικασία , παρά τα όσα δημοσίως λέγονται.
Είναι ανεξίτηλα τα σημάδια που άφησε η ιστορία στις κρατικές οντότητες της ΕΕ. Ανεξίτηλα αλλά και πολύ διαφορετικά. Είναι υπαρκτός  ο διαφορετικός τρόπος με τον οποίο η Πολωνία αντιμετωπίζει τις σχέσεις της ΕΕ με τη Ρωσία αλλά και οι επιφυλάξεις που έχει και ενίοτε διατυπώνει ακόμα και με την Γερμανία. Το ίδιο μπορεί ανεπιφύλακτα να ειπωθεί για τις χώρες τις Βαλτικής αναφορικά με τη Ρωσία. Η Ελλάδα παρά την επίσημη θέση  της στο ζήτημα της εισόδου της Τουρκίας στην Ένωση είναι βέβαιον ότι αισθάνεται απειλούμενη και ως εκ τούτου (θα έπρεπε να) αντιμετωπίζει το πρόβλημα με εντελώς διαφορετικό τρόπο από τα υπόλοιπα  κράτη-μέλη. Τα Βαλκάνια μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ  και τη βίαιη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας έχουν εισέλθει σε κατάσταση σταθεροποίησης  με την είσοδο της πλειοψηφίας των χωρών στο ΝΑΤΟ. Τα ζητήματα του Κοσσόβου  και της ΠΓΔΜ εξακολουθούν να αποτελούν πηγές αποσταθεροποίησης. Όλα αυτά εκτός ότι δημιουργούν προβλήματα μεταξύ των  άμεσα εμπλεκομένων «περιφερειακών» χωρών αποτελούν και εξίσου προβλήματα και των μεγάλων δυνάμεων της ΕΕ που τα συμφέροντά τους απλώνονται τουλάχιστον σε ολόκληρη την επικράτεια της . Η Μ. Βρετανία έχει επιλέξει να δρα, από τότε που υποχρεώθηκε να παραχωρήσει την παγκόσμια πρωτοκαθεδρία ,πάντοτε υπό και σε συνεργασία με τις ΗΠΑ. Αντιθέτως η Γαλλία αποφεύγει να δρα  με τρόπο που να δηλώνει πλήρη υποταγή ή συμφωνία με τις ΗΠΑ. Η Γερμανία μετά την ειρηνική ενοποίηση του γεωγραφικού της χώρου επιχειρεί σιγά αλλά σταθερά την αποκατάσταση της προπολεμικής ζώνης επιρροής  της στην ευρωπαϊκή ενδοχώρα. Το διάβασμα της ιστορίας δεν γίνεται ποτέ με τον ίδιο τρόπο από τις μεγάλες ( αλλά και μικρές) ευρωπαϊκές δυνάμεις και δεν συνάγονται από όλες  τα ίδια συμπεράσματα. 
Κάθε μεγάλη δύναμη της ΕΕ συμμετέχει στις κοινές διαδικασίες  πρωταρχικά ως φορέας των συμφερόντων της εθνικής της κυριαρχίας  και για αυτό άλλωστε οι όποιες αποφάσεις έχουν ληφθεί αποτελούν προϊόν συμβιβασμού και διαφύλαξης των συμφερόντων τους . Κάθε μεγάλη ευρωπαϊκή δύναμη έχει  συγκεκριμένο σχέδιο για την πορεία της ΕΕ ενταγμένο στη δική της πλανητική ή περιφερειακή στρατηγική.
Το Εθνικό Συμφέρον δεν εκλείπει αλλά επιδιώκεται ολοένα και περισσότερο να εξυπηρετείται όχι προδήλως και ευθέως αλλά μέσω της επιρροής την οποία τα κράτη ασκούν στους κοινούς θεσμούς και στις κοινές πολιτικές των πολυμερών ή διεθνών δομών. Στη συγκεκριμένη περίπτωση στους θεσμούς και τις πολιτικές της ΕΕ. Οι διακυβερνητικοί θεσμοί «αποτελούν σκληρές αρένες εργαλειακών διακρατικών διαπραγματεύσεων» στερούμενοι της ικανότητας να παράγουν συλλογικές νόρμες   

Η εθνική σε αντιπαράθεση με την ευρωπαϊκή προσέγγιση ως προς τη μεταφορά μέρους της εθνικής κυριαρχίας σε κεντρικό «ομοσπονδιακό» επίπεδο είναι βαθιά ριζωμένη σε σειρά χωρών. Αλλά και μεταξύ των χωρών που φαίνεται να επιθυμούν την πολιτική ολοκλήρωση υπάρχουν κράτη που είναι υπέρ της συνομοσπονδίας και όχι της ομοσπονδίας.. Δέχονται τη μείωση της εθνικής κυριαρχίας χωρίς την αύξηση της υπερεθνικής. Η Γερμανία  είναι και υπήρξε πάντοτε ένα «ομοσπονδιακό» κράτος. Ως εκ τούτου η κυριαρχούσα αντίληψη στις Γερμανικές πολιτικές ελίτ  και στους διαμορφωτές της κοινής γνώμης εστίαζε στην εμφάνιση ενός Ομοσπονδιακού Κράτους λίγο πολύ δομημένου κατά το Γερμανικό Ομοσπονδιακό πρότυπο. Η προσήλωση της Γερμανικής πολιτικής στην Ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και μάλιστα με τη μορφή της Ομοσπονδίας οφείλεται στην θεωρητικώς  και εμπειρικώς βάσιμη υπόθεση ότι εντός μιας ενοποιημένης Ευρώπης η πολιτική ηγεσία και ηγεμονία της Γερμανίας θα προέκυπτε αφ’ εαυτής. Επομένως οι δράσεις προετοιμασίας εντός του κοινοτικού πλαισίου   πρέπει να είναι τέτοιες που να εξυπηρετούν αυτό τον σκοπό.  Αντιθέτως η Γαλλία εκκινούσα πάντοτε από τη σταθερά βάση του Εθνικού κράτους  δύσκολα θα δεχόταν τη μεταφορά βασικών εθνικών της κυριαρχικών δικαιωμάτων σε κάποιο υπερεθνικό επίπεδο. Πιο εύκολα θα ήταν υπέρ ενός είδους Συνομοσπονδίας ανεξαρτήτων κρατών , ενισχυμένη ίσως αλλά πάντως όχι ένα Ομόσπονδο κράτος. Η Αγγλία από την άλλη μεριά είναι αρνητική σε όλες αυτές τις επιχειρήσεις σύγκλισης και στην καλύτερη των περιπτώσεων τις θεωρεί αναγκαίο κακό..








[1] Μια ευρύτερη ανάλυση υπάρχει στο βιβλίο μου  Η Σαστισμένη Ευρώπη, Εξάντας 2009.