Παρασκευή, 12 Οκτωβρίου 2012

Παρατηρήσεις με αφορμή τη συγχώνευση Εθνικής Τραπεζης και Eurobank.


Το πάθος της και τα φτιασίδια 
είναι όμοια με της τραγωδού
ο γύψος τους μάδησε κιόλας.
ΓΣ

1.
 Το νέο  τραπεζικό ίδρυμα , με ενεργητικό σχεδόν όσο το ΑΕΠ της Ελλάδας, με κυρίαρχη θέση στην Ελλάδα και τα Βαλκάνια, και ο οποίος διεκδικεί τη θέση του ανάμεσα στις 20 μεγαλύτερες ευρωπαϊκές τράπεζες θα δημιουργήσει η αναμενόμενη συγχώνευση Εθνικής Τράπεζας και Eurobank.
Σημειώνεται ότι το νέο σχήμα θα ελέγχει το 36% των καταθέσεων της ελληνικής αγοράς, ενώ το μερίδιο αγοράς στα δάνεια θα ανέρχεται στο 32%. Το συνολικό ενεργητικό θα φτάσει τα 177,7 δισ. ευρώ, οι χορηγήσεις τα 109,7 δισ. ευρώ και οι καταθέσεις τα 87,9 δισ. ευρώ. Στην Ελλάδα θα λειτουργεί 972 καταστήματα. Η συνένωση των δυνάμεων των δύο οργανισμών ενισχύει αποφασιστικά το ειδικό βάρος στην περιοχή της ΝΑ Ευρώπης. Με συνολικό δίκτυο (εκτός Ελλάδας) 1.900 σημείων η «νέα» Εθνική θα κατέχει την 3η θέση στην αγορά της Ρουμανίας, τη 2η στη Σερβία, την 1η στα Σκόπια, την 1η στη Βουλγαρία και την 8η στην Τουρκία. 

Το νέο σχήμα θα κληρονομήσει  52 χιλ. εργαζόμενους  σε εγχώριες  και διεθνείς δραστηριότητες. Το νέο σχήμα   θα διαθέτει 6,5 χιλ εργαζόμενους σε διοικητικές θέσεις και 13 χιλ στο δίκτυο στην Ελλάδα.  Στην  ΕΤΕ , στις εγχώριες δραστηριότητες   υπάρχουν 4,2 χιλ εργαζόμενοι σε διοικητικές θέσεις και 7,8 χιλ στο δίκτυο. Η  Eurobank παρουσιάζει  καλύτερη αναλογία , 2,3 χιλ. σε διοικητικές θέσεις και 5,2 χιλ. στο δίκτυο.   Ο αριθμός των καταστημάτων είναι υψηλός με βάση την παρούσα συγκυρία  και με δεδομένο ότι οι τράπεζες σε πανευρωπαϊκό επίπεδο είναι αναγκασμένες να προχωρήσουν σε μεγάλες απομοχλεύσεις των στοιχείων του ενεργητικού τους  ( το ΔΝΤ στη έκθεσή του για την Global Financial Stability Report ,Οκτώβριος 2012 ομιλεί για την ανάγκη απομόχλευσης των ευρωπαϊκών τραπεζών  ύψους 2,8 τρις $ έως 4,5 τρις $ αναλόγως του σεναρίου που θα επιλεχθεί) δεν θα αποτελέσουν εξαίρεση   οι ελληνικές τράπεζες . Σ ε αυτό συνηγορεί και  το γεγονός ότι τα καταστήματα των δύο τραπεζών   παρουσιάζουν   υψηλούς βαθμούς αλληλοεπικάλυψης και συγκέντρωσης δραστηριοτήτων.
Το νέο σχήμα θα χρειαστεί , σύμφωνα με σχετικά ασφαλείς εκτιμήσεις , για την ανακεφαλαιοποίηση του  περίπου  16 δις ευρώ( τα χρήματα αυτά πρέπει να επιστραφούν  στο ΤΧΣ και στο ελληνικό δημόσιο.  ) . Θα πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι μέχρι σήμερα  η ΕΤΕ έχει λάβει 7,4 δις ευρώ και η Eurobank 4 δις ευρώ δηλαδή συνολικά 11,4 δις ευρώ και χρειάζονται άλλα περίπου  5,5 δις ευρώ. Εννοείται ότι οι  πραγματικές κεφαλαιακές ανάγκες θα εξαρτηθούν από τους δείκτες μη αποτελεσματικών δανείων ( επισφαλή  δάνεια) με βάση τις  εκθέσεις Blackrock αλλά και εκτιμήσεις της ΤτΕ και του ΤΧΣ.  Επίσης θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η δυναμική των μη αποτελεσματικών δανείων τα οποία αυξάνονται , σύμφωνα με υπολογισμούς , κατά 1,0% μηνιαίως , λόγω της τρομακτικής ύφεσης που οδηγεί την οικονομία η πολιτική του Μνημονίου.  Επομένως φαντάζει δύσκολο να υπολογισθεί στη δυναμική της οικονομικής συγκυρίας το ύψος των μη αποτελεσματικών δανείων στην πορεία του χρόνου. Σήμερα με απλούς υπολογισμούς  ( 110 δις χορηγήσεις επί 25,0% μη αποτελεσματικά δάνεια ) το ύψος των επισφαλών δανείων πρέπει να αγγίζουν τα 26-28 δις ευρώ.
Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι η Εθνική και η Eurobank έχουν αντλήσει από την ΕΚΤ και κυρίως από το ELA συνολικά 68 δις ευρώ ρευστότητα- πολύ υψηλή εξάρτηση για τα σημερινά δεδομένα.
Επίσης σημαντικό είναι ο τρόπος που θα γίνει η ανακεφαλαιοποίηση και τι εργαλεία θα χρησιμοποιηθούν.  Ανάλογα με τα εργαλεία που θα χρησιμοποιηθούν μεταβάλλεται και το απόλυτο ύψος της ελάχιστης συμμετοχής των παλαιών μετόχων (10,0%) . Να αναφέρω ένα απλό παράδειγμα :
Αν τελικά η διάσωση από το ΤΧΣ γίνει με  60% κοινές μετοχές και Coco’s 40% και αν τελικά το ΤΧΣ εγγυηθεί τα νέα κρατικά ομόλογα, τότε οι κεφαλαιακές απαιτήσεις με κοινές μετοχές θα υποχωρήσουν στα 7,5 δις ευρώ(άρα το  10% της ελάχιστης συμμετοχής των μετόχων είναι  750 εκατομμύρια ευρώ ) .Επειδή όμως τα Coco’s  είναι μετατρέψιμα ομολογιακά, το νέο σχήμα θα εμφανίζει οφειλόμενες επιστροφές προς το ΤΧΣ περί τα 11  δις ευρώ.  Επίσης διαφορές αποτιμήσεων θα γεννηθούν και από τα εταιρικά ομόλογα των δύο τραπεζών όπου το νέο σχήμα θα έχει εταιρικά ομόλογα  περίπου  3,5 δισ.
2.
Βρισκόμαστε αντιμέτωποι με σημαντικές αλλαγές στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα ,αποτέλεσμα   της βαθειάς οικονομικής κρίσης η οποία ταλανίζει την ελληνική οικονομία αλλά και τις ευρωπαϊκές οικονομίες του Νότου . Όλες οι αλλαγές , θα πρέπει να ειπωθεί , αποτελούν αμυντικές προσπάθειες  ενός καταρρέοντος συστήματος να επιβιώσει και να  σταθεί στοιχειωδώς στα πόδια του λαμβάνοντας σημαντικότατη βοήθεια από πολλές πλευρές την  οποία όχι μόνο  δεν είναι έτοιμο να αναγνωρίσει όπως τουλάχιστον φαίνεται να  συμβαίνει σε όλες τις δυτικές αναπτυγμένες οικονομίες, αλλά αισθάνεται και αδικημένο με αποτέλεσμα να γίνεται όλο και περισσότερο επιθετικό. Δεν είναι μόνο οι διασώσεις με την παροχή ρευστών ή  εγγυήσεων για την ανακεφαλαιοποίηση και την παροχή ρευστότητας αλλά είναι οι συνεχείς και πάσης φύσεως διευκολύνσεις οι οποίες δίνουν τον πραγματικό τόνο στις εξελίξεις . Εννοώ την καθυστέρηση για την έκδοση των ενδιάμεσων οικονομικών καταστάσεων, την μη δημοσιοποίηση της έκθεσης Black Rock για την κατάσταση των ελληνικών τραπεζών, την μη ενημέρωση των μετόχων για την κατάσταση τραπεζών (ΑΤΕ και ΤΤ) που είναι ενταγμένες στο χρηματιστήριο . Επίσης την καθυστέρηση απόφασης για τον τρόπο ανακεφαλαιοποίησης  τους κάτι το οποίο βεβαίως συνδέεται με τις γενικότερες καταστάσεις καθυστέρησης της εκταμίευσης της δόσης των 31,5 δις ευρώ, την προσωρινή αναίρεση (με Πράξη του Διοικητή της ΤτΕ αρχές Οκτωβρίου)την υποχρέωση των τραπεζών για την ενίσχυση του δείκτη βασικών ιδίων κεφαλαίων στο 9,0% , κάτι που έπρεπε να γίνει μέχρι το τέλος Σεπτεμβρίου. Η πράξη  αυτή επανέφερε  το όριο κεφαλαιακής επάρκειας στο 8,0% . Η Πράξη αυτή έγινε  για να έχουν οι Τράπεζες την απαραίτητη κεφαλαιακή επάρκεια  και να μπορούν να συνεχίσουν να χρηματοδοτούνται από την ΕΚΤ.  Όλα αυτά δεν είναι τίποτε περισσότερο από μικρές ή μεγαλύτερες διευκολύνσεις προς τον τραπεζικό τομέα , κάτι που φαίνεται ότι δεν γίνεται με την ίδια προθυμία σε άλλους επιχειρηματικούς τομείς.
Οι συντελούμενες αλλαγές αποτελούν αναμενόμενες εξελίξεις σε περιόδους μεγάλων και βαθιών οικονομικών κρίσεων. Είναι οι περίοδοι που παρατηρούνται οι συγκεντροποιήσεις των επιχειρήσεων/ κεφαλαίου. Οι συγκεκριμένες συγχωνεύσεις είναι προσανατολισμένες αποκλειστικά στη μείωση, των μη προερχομένων από τόκους, εξόδων . Οι συγχωνεύσεις δημιουργούν αξία όταν η νέα επιχείρηση (στην περίπτωσή μας ένα τραπεζικό σύστημα) δημιουργεί αύξηση κερδών σε σύγκριση με τα ιστορικά στοιχεία. Οι πηγές των δυνητικών κερδών είναι πολλές αλλά οι κυριότερες είναι:
-          Η επέκταση νέων αγορών
-          Δημιουργία μεγαλύτερων και ισχυρότερων γραμμών παραγωγής
-          Αποτελεσματικότερη προώθηση/διανομή των παραγομένων προϊόντων
-          Μείωση του κόστους λειτουργίας.    
Με την πρώτη ανάγνωση γίνεται κατανοητό ότι πρόκειται για συγχωνεύσεις που είναι προσανατολισμένες στην τέταρτη περίπτωση. Η ύπαρξη επικαλύψεων σε όλα τα επίπεδα λειτουργίας των τραπεζικών ιδρυμάτων (τα ίδια προϊόντα, τα ίδια δίκτυα, η ίδια  διαδικασία προώθησης κτλ) οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια σε ένα νέο τραπεζικό ίδρυμα που θα παράγει το ίδιο επίπεδο υπηρεσιών και την ίδια ποιότητα με λιγότερα στοιχεία ενεργητικού και λιγότερους εργαζόμενους. Προς επίρρωση αυτών των σκέψεων έρχονται οι εκτιμήσεις της Διοίκησης της ΕΤΕ η οποία σε συνέντευξη τύπου που παρεχώρησε  προέβηκε στις παρακάτω εκτιμήσεις :
τα οφέλη συνεργειών που θα δημιουργηθούν από την συγχώνευση με τη Eurobank σε βάθος χρόνου θα ανέλθουν στα 3 με 4 δισ. ευρώ, σε παρούσες αξίες. Μάλιστα οι συνέργιες θα αρχίσουν να δημιουργούνται  από το 2015 και μετά λόγω της συγχώνευσης και θα ανέρχονται  σε  570 με 630 εκατ. ευρώ ετησίως.
 Σύμφωνα με τους υπολογισμούς της διοίκησης της ΕΤΕ περίπου το 60% των συνεργειών θα προκύψουν από εξοικονόμηση κόστους. Συγκεκριμένα από την αναδιάρθρωση και αποτελεσματικότερη εκμετάλλευση του δικτύου καταστημάτων, των ΑΤΜs και των call centers, από τη διοικητική ενοποίηση των δύο οργανισμών και την κεντροποίηση των υπηρεσιών.
Περίπου το 30% των συνεργειών θα δημιουργηθεί από τη βελτίωση των συνθηκών χρηματοδότησης μέσω της ταχύτερης ανάκτησης μέρους των κεφαλαίων που έχουν χαθεί τα τελευταία χρόνια εξαιτίας της κρίσης καθώς και την επίτευξη χαμηλότερου κόστους χρήματος.
Τέλος περί το 10% των ωφελειών από τις συνέργειες θα προέλθει από την αύξηση εσόδων τόσο στη λιανική όσο και στην επιχειρηματική πίστη.
Ενώ συνεχώς ομιλούμε για συνέργειες που θα αποφέρουν μακροχρόνια κέρδη στους μετόχους των τραπεζικών ιδρυμάτων δεν τίθεται ποτέ σε συζήτηση το εναλλακτικό οικονομικό κόστος αυτών των συγχωνεύσεων των τραπεζών που επιτελούνται στις μέρες μας. Συγχωνεύσεις, που επιβάλλει η κατάρρευση των τραπεζικών ισολογισμών  και η απαξίωση των κεφαλαίων τους εξαιτίας της δημοσιονομικής κρίσης και της περιοριστικής νομισματικής πολιτικής – που πολύ καλά υπηρέτησαν και οι ίδιες οι ηγεσίες των τραπεζών όλα αυτά τα χρόνια. Είναι παραπάνω από βέβαιο ότι οδηγούμεθα στη δημιουργία ενός ακόμα ισχυρότερου  τραπεζικού  ολιγοπωλίου. Η κατάσταση αυτή βρίσκεται σε πλήρη αναντιστοιχία με την επίκληση περί ελεύθερου ανταγωνισμού και αποτροπής δημιουργίας ολιγοπωλιακών καταστάσεων,– με δεδομένο και ευρέως αποδεκτό από τη διεθνή βιβλιογραφία ότι όσο ισχυρότερη η ολιγοπωλιακή συγκρότηση των τραπεζών τόσο αρνητικότερη η στάση τους έναντι της αποτελεσματικότητας της οικονομίας και της ευημερίας της κοινωνίας. Η μέχρι σήμερα εμπειρία των εξαγορών και συγχωνεύσεων σε διεθνές επίπεδο αλλά και στην ελληνική αγορά δύσκολα πείθει ότι με τον τρόπο αυτό κερδίζεται μερίδιο αγοράς μεγαλύτερο συγκριτικά με αυτό που κατείχαν τα συγχωνευόμενα ιδρύματα πριν την πράξη συγχώνευσης.
Συνήθως επιδιώκεται η ορθολογικοποίηση του κόστους, μέσω του εκ των πραγμάτων επανασχεδιασμού του ιδρύματος ώστε να αποφευχθούν τριβές νομικής ή εργατικής υφής.  Παραλλήλως το κέρδος επέρχεται διαμέσου του περιορισμού του αριθμού των ανταγωνιστών και της ανάπτυξη πολλαπλών δραστηριοτήτων άρα ενάντια στην οικονομική αποτελεσματικότητα.
3.
Είμαστε μάρτυρες μιας αδυσώπητης πραγματικότητας η οποία διαψεύδει ποικιλοτρόπως όλες τις θεωρητικές «νεοκλασικές»  προσεγγίσεις  που έχουν κυριαρχήσει τα τελευταία 20 έτη  στον χώρο της τραπεζικής  στα τελευταία είκοσι έτη
Η απελευθέρωση και η φιλελευθεροποίηση του θεσμικού πλαισίου του χρηματοπιστωτικού ελληνικού συστήματος ενώ μείωσε αισθητά τη δημόσια ιδιοκτησία και ως εκ τούτου τη δυνατότητα άμεσης κρατικής παρέμβασης στα τραπεζικά δρώμενα (ιδιωτικοποιήσεις σειράς τραπεζικών ιδρυμάτων) δε μετέβαλε ουσιαστικά την ολιγοπωλιακή δομή του ελληνικού τραπεζικού συστήματος. Συγκεκριμένα σηματοδότησε κεφαλαιακές ανακατατάξεις και το βαθμιαίο πέρασμα τραπεζών του ευρύτερου δημόσιου τομέα στον ιδιωτικό, με αποτέλεσμα όχι την αλλαγή της ολιγοπωλιακής διάρθρωσης της τραπεζικής αγοράς η οποία αποτελούσε και τον στόχο, αλλά την αλλαγή του ιδιοκτησιακού καθεστώτος των ολιγοπωλίων που κυριαρχούν σ’ αυτήν.

Ουσιαστικά οι χρηματοπιστωτικοί όμιλοι ήταν αποτέλεσμα των διαδικασιών «συγκέντρωσης», «διεθνοποίησης» και γενίκευσης των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών.
Αποτελούν τα νέα «υποκείμενα» που εμφανίζονται στον χώρο του χρηματοπιστωτικού πεδίου. Έτσι ο επιδιωκόμενος ανταγωνισμός κατά παράβαση των θέσεων περί ελεύθερης και ανταγωνιστικής αγοράς, μέσω της συγκέντρωσης και της συγκεντροποίησης του τραπεζικού κεφαλαίου λαμβάνει όλο και περισσότερο, τη μορφή έντονα μονοπωλιακού ανταγωνισμού, με όλες τις αρνητικές συνέπειες που αυτό συνεπάγεται.
Το σύστημα κινείται στην τροχιά της κυριαρχίας «λίγων και μεγάλων παικτών». Η λογική αυτή παρότι φαίνεται ότι κατ’ αρχήν δημιουργεί προϋποθέσεις ανταπόκρισης στο διεθνή ανταγωνισμό, ενέχει σοβαρότατους κινδύνους οι οποίοι εμπεριέχονται σ’ αυτό που ονομάζεται «καταστροφικός ανταγωνισμός».
Θα πρέπει να υπογραμμισθεί με έμφαση, ακόμα και για όσους θεωρούν ότι είναι δυνατόν να υπάρξει στην πράξη   ο ελεύθερος ανταγωνισμός ότι  δεν αποτελεί  αυτοσκοπό  αλλά μέσο επίτευξης των στόχων της χρηματοπιστωτικής πολιτικής. Τρεις είναι κατά κοινή παραδοχή οι βασικοί στόχοι της χρηματοπιστωτικής πολιτικής που μπορούν  να καταστήσουν ένα χρηματοπιστωτικό σύστημα αποτελεσματικό.
             Η εξασφάλιση της οικονομικής ευρωστίας και φερεγγυότητας των ιδρυμάτων, έτσι ώστε να διατηρηθεί η σταθερότητα – και η εμπιστοσύνη στη σταθερότητα – του χρηματοπιστωτικού τομέα.
             Η προστασία των επενδυτών και γενικά των χρηστών του χρηματοπιστωτικού συστήματος, έναντι των κινδύνων που προέρχονται από χρεοκοπίες, απάτες, καταχρήσεις, ατυχείς χειρισμούς και γενικά κακή συμπεριφορά εκ μέρους των προμηθευτών των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών.
             Η ασφαλής, ομαλή, αποδοτική και αποτελεσματική λειτουργία του χρηματοπιστωτικού συστήματος μέσα στο πλαίσιο ελεύθερων ανταγωνιστικών αγορών.
(Δεν χρειάζεται να σχολιάσω το τι συμβαίνει στην πραγματικότητα και το τι βιώνει η οικονομία σε παγκόσμιο επίπεδο).
Στο πλαίσιο αυτό, το αποτελεσματικό χρηματοπιστωτικό σύστημα :
             κατανέμει κατά τρόπο βέλτιστο τους διαθέσιμους πόρους
             προσφέρει με επάρκεια και ποιότητα τα προϊόντα του καθώς και με τρόπο εύκολο στην ανεύρεσή τους
             έχει  κόστος  λειτουργίας  ελεγχόμενο και ανταποκρινόμενο στην παραγωγική του ικανότητα και στον υφιστάμενο ανταγωνισμό
             διαθέτει  δυναμικότητα και προσαρμοστικότητα στο συνεχώς μεταβαλλόμενο διεθνές περιβάλλον, δηλαδή, είναι ανταγωνιστικό.
Συμπερασματικά είναι φανερό ότι η εμμονή στις δυνάμεις του ανταγωνισμού δεν είναι αρκετή για να επιτευχθεί η μέγιστη αποτελεσματικότητα του πιστωτικού συστήματος. Αντιθέτως οδηγεί σε δημιουργία προσόδων και τελικά σε καταστροφικές κρίσεις.