Τρίτη, 23 Οκτωβρίου 2012

Η Ισλανδική περίπτωση υπό το φως της πραγματικότητας.


Εμείς που τίποτε δεν είχαμε θα τους διδάξουμε τη γαλήνη.
ΓΣ

Η Ισλανδία είναι ένα νησί με 320 χιλιάδες κατοίκους.  Μέλος του ΝΑΤΟ από το 1949. Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1980 η κύρια ασχολία των κατοίκων της ήταν η αλιεία. Την εποχή εκείνη υιοθετήθηκε το νεοφιλελεύθερο υπόδειγμα μεγέθυνσης της οικονομίας με αιχμή του δόρατος την τρομακτική επέκταση του χρηματοπιστωτικού της τομέα αλλά και την βιοτεχνολογία και τον τουρισμό. Έτσι μεγάλο τμήμα  του πληθυσμού εγκατέλειψε την σκληρή αλιεία και τις συναφείς δραστηριότητες και μεταμορφώθηκε σε τραπεζικούς υπαλλήλους και γενικά σε υπαλλήλους υπηρεσιών . Το υπόδειγμα οδήγησε σε μια 15 ετία υψηλής μεγέθυνσης της οικονομίας της Ισλανδίας καθιστώντας την ένα από τα πιο πλούσια κράτη του κόσμου.  Το 2001 μεταρρυθμίστηκε  το θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας του χρηματοπιστωτικού συστήματος ( σύμφωνα με τα νεοφιλελεύθερα πρότυπα) και το 2003 όλες οι τράπεζες έγιναν ιδιωτικές.  Η μεγέθυνση του ενεργητικού των έγινε πρωτίστως μέσω προσέλκυσης ξένων αποταμιεύσεων με την χρήση κυρίως αποταμιευτικών προϊόντων η κίνηση των οποίων γίνονταν on-line, κάτι που ελαχιστοποιεί  το κόστος διαχείρισης επιτρέποντας την προσφορά υψηλότερων επιτοκίων καταθέσεων  Με τα χρήματα αυτά τροφοδοτούνταν η μεγέθυνση του ΑΕΠ της χώρας και η ευημερία των Ισλανδών πολιτών (κάτι παρόμοιο με την Ελλάδα με τη διαφορά ότι εδώ ήταν το ελληνικό κράτος που δανείζονταν αφειδώς τροφοδοτώντας την μεγέθυνση του ΑΕΠ αλλά και εμμέσως πλην σαφώς, την μεγέθυνση του ενεργητικού των ελληνικών τραπεζών  με πολύ μεγάλο ύψος καταθέσεων   που  επέτρεψε στις ελληνικές τράπεζες να μην προβούν σε υψηλούς δανεισμούς από το εξωτερικό με την χρήση διαφόρων πιστωτικών εργαλείων. Δηλαδή το ελληνικό τραπεζικό σύστημα εργάστηκε καλυπτόμενο  από  μια  παντελώς λανθασμένη λειτουργία του Ελληνικού κράτους χωρίς ποτέ να αναφέρει έστω και μια κουβέντα για ότι λανθασμένο συνέβαινε) . Με τον τρόπο αυτό η μεγέθυνση του ΑΕΠ ήταν άμεση συνάρτηση του εξωτερικού δανεισμού του τραπεζικού τομέα και  μάλιστα του βραχυπρόθεσμου δανεισμού αλλά και δανεισμού απαιτητού σε πρώτη ζήτηση (καταθέσεις ή οιονεί καταθέσεις ). Δηλαδή η συσσώρευση πλούτου στην Ισλανδία οφείλεται στον εξωτερικό δανεισμό και στη δάνεια χρηματοδότηση χρηματοπιστωτικών , στεγαστικών και καταναλατικών δραστηριοτήτων. Τα υποδείγματα που μας καλούν να υιοθετήσουμε δυστυχώς λειτουργούν μόνο όταν υπάρχει δυνατότητα συνεχούς αναχρηματοδότησης κάτι που δεν μπορεί να γίνεται στο διηνεκές διότι η συνεχής διόγκωση των στοιχείων του ενεργητικού της χώρας μειώνει την πιστοληπτική της ικανότητα έτσι ώστε με την πρώτη αρνητική εκτίμηση των οίκων αξιολόγησης ή την πρώτη σχετική έξοδο από την κανονικότητα της λειτουργίας της παγκόσμιας  οικονομίας  αποκαλύπτεται η φούσκα , διότι περί φούσκας πρόκειται, και μετά από λίγο σπάει.  
 Όταν ξέσπασε η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση  το εξωτερικό χρέος της χώρας ήταν  (β’ τρίμηνο του 2008)  ίσο  9,553 τρις ισλανδικές κορώνες ή €50 δις. Περισσότερο από το  80%  του οποίου ,το διακρατούσε ο τραπεζικός τομέας. Το τέλος του 2007 το ΑΕΠ της χώρας ανερχόταν σε  1,293 τρις κορώνες η €8.5 δις. Δηλαδή το εξωτερικό χρέος του τραπεζικού τομέα ήταν 6 φορές μεγαλύτερο από το ΑΕΠ της χώρας. Οι τρεις κύριες τράπεζες της χώρας    Landsbanki, Kaupthing και  Glitnir πτώχευσαν και κρατικοποιήθηκαν. Ο Αρχή Ελέγχου του Χρηματοπιστωτικού συστήματος ανέλαβε , το τέλος του β’ τριμήνου του 2008 , το ενεργητικό των τριών τραπεζών συνολικού ύψους  14.437 τρις. Κορώνες. Το εθνικό νόμισμα έχασε μέχρι το 2009 περίπου τα 2/3 της αξίας του (65,0% υποτίμηση) ,  οι εξωτερικές συναλλαγές διακόπηκαν για εβδομάδες , η κεφαλαιοποίηση του Χρηματιστηρίου μειώθηκε περισσότερο από 90,0% . Η Ισλανδία μπήκε σε ύφεση (2009  και 2010  συνολικά -10,5%) . Η ανεργία και ο πληθωρισμός αυξήθηκαν  σημαντικά.  Το δημόσιο χρέος έφτασε στο 120,5% του ΑΕΠ.
Εκτός Ισλανδίας , περισσότερο από 500.000 άνθρωποι  , στη Μ. Βρετανία και στη Ολλανδία  (περισσότεροι από το συνολικό πληθυσμό της Ισλανδίας)  είδαν  τις τραπεζικά αποταμιευτικά προϊόντα (savings account) δηλαδή καταθέσεις προθεσμίας, αμοιβαία διαχείρισης διαθεσίμων και τραπεζικά ομόλογα  σταθερής απόδοσης κτλ. τους να παγώνουν και τελικά να χάνονται( περίπου 5,5 δις ευρώ) .
Η τότε κυβέρνηση της Ισλανδίας υπό τον συντηρητικό  Geir Haarde, ζήτησε βοήθεια από το ΔΝΤ (του παρεχώρησε δάνειο 2 δις 100 εκατομμύρια δολάρια) και από τις σκανδιναβικές χώρες (άλλα 2,5 δις δολάρια). Η Ρωσία για μια ακόμη φορά στην αρχή αρνήθηκε να χορηγήσει βοήθεια και στο τέλος πρόσφερε 200 εκατομμύρια δολάρια με την προϋπόθεση να προηγηθεί η συμφωνία με το ΔΝΤ. Παράλληλα ζήτησε να εισέλθει στην ΕΕ έτσι ώστε να σταθεροποιήσει το νόμισμά της .Οι διαπραγματεύσεις άρχισαν τον Ιούλιο του 2010.
Στη Μ.Βρετανία η Landsbanki προσέφερε τρεις τύπους «αποταμιευτικών λογαριασμών» : ένα λογαριασμό άμεσης πρόσβασης , ατομικούς λογαριασμούς αποταμίευσης  (με ειδικό φορολογικό καθεστώς) με χωρίς όριο δυνατότητα ανάληψης ρευστών και μια κατηγορία ομολόγων σταθερής απόδοσης . Η απόδοση αυτών των λογαριασμών κυμαινόταν στο 6,0% . Το brand name των λογαριασμών ήταν Icesave. Όταν πτώχευσε η  Landsbanki υπήρχαν 300000 πελάτες και καταθέσεις περισσότερες από 5 δις ευρώ.
Στην Ολλανδία η ίδια τράπεζα προσέφερε μόνο ένα είδος αποταμιευτικού λογαριασμού : ένα λογαριασμό άμεσης πρόσβασης με επιτόκιο  στη αρχή 5,% και στη συνέχεια 5,25%. Τη στιγμή της πτώχευσης υπήρχαν 125000 πελάτες και 1,7 δις ευρώ καταθέσεις.
Τις εννέα Οκτωβρίου μέρος των στοιχείων του ενεργητικού και του παθητικού μεταφέρθηκαν στη υπό κρατική διοίκηση νέα τράπεζα (καλή)  , Nýi Landsbanki . Όλες οι καταθέσεις Icesave   παρέμειναν στην παλαιά τράπεζα Landsbanki η οποία βρέθηκε με ενεργητικό 12,1 δις ευρώ και με παθητικό 17,5 δις ευρώ!!!
Από εδώ αρχίζει μια διπλωματική και μια νομική συζήτηση σχετικά με ποια χώρα θα έπρεπε να αποζημιώσει τους πολίτες των δύο χωρών οι οποίοι επί της ουσίας κατείχαν οιονεί καταθετικά προϊόντα. Το πρόβλημα δημιουργήθηκε επειδή η νομική μορφή της τράπεζας στην ΜΒ αλλά και στην Ολλανδία ήταν αυτή του υποκαταστήματος και όχι της θυγατρικής εταιρίας. Για τους γνωρίζοντες η πρώτη μορφή  επιφέρει την υπευθυνότητα της μητρικής εταιρίας διότι αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα μια τράπεζας και ενεργεί ως νομική και λειτουργική προέκταση της έδρας, ενώ η δεύτερη ως αυτόνομος οργανισμός αποτελεί χωριστό νομικό πρόσωπο  διέπεται από το νομικό και θεσμικό πλαίσιο της χώρας εγκατάστασης. Συνεπώς οι κυβερνήσεις των δύο χωρών απαίτησαν το βάρος των αποζημιώσεων να φέρει ως εκ του νόμου υπεύθυνη η κυβέρνηση της  Ισλανδίας και η  Αρχή Ελέγχου του Χρηματοπιστωτικού συστήματος. Οι νομικές συζητήσεις ενώ ξεκαθάρισαν σε αυτό το ζήτημα, οδηγήθηκαν στη συνέχεια σε άλλες ατραπούς με κύριο επιχείρημα από τη μεριά της Ισλανδικής Κυβέρνησης ότι η εγγύηση των καταθέσεων μέχρι του ποσού που έχει αποδεχτεί το Ισλανδικό Κράτος ως μέλος του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου , δεν αποτελέι εθνική υποχρέωση από τη στιγμή που ο Ισλανδικός Μηχανισμός Εγγύησης των καταθέσεων δεν είναι σε θέση να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις των καταθετών επειδή η κρίση είναι συστημικού χαρακτήρα και όχι μιας μεμονομένης τράπεζας. Δηλαδή η Ισλανδία ισχυρίστηκε ότι σε συστημικές κρίσεις οι καταθέσεις δεν είναι εγγυημένες από το Μηχανισμό Εγγύησης των Κταθέσεων και αν αυτός δεν έχει τα απαιτούμενα ποσά  το κράτος δεν παίζει το ρόλο του έσχατου δανειστή για τις καταθέσεις σε αναλογία με την Κεντρική Τράπεζα και τις εμπορικές τράπεζες. Οι νομικές συζητήσεις  στη συνέχεια  επέτρεψαν στις κυβερνήσεις των χωρών να βρουν μια συμβιβαστική λύση αφού προηγουμένως είχαμε όξυνση των σχέσεων και η ΜΒ εφάρμοσε τον αντιτρομοκρατικό νόμο έναντι της  Ισλανδίας παγώνοντας όλα τα στοιχεία του Ενεργητικού του ισλανδικού κράτους που υπήρχαν στην ΜΒ. Παράλληλα πιέσεις ασκήθηκαν από το ΔΝΤ  και την ΕΕ.
Τις 28 Αυγούστου 2009 το κοινοβούλιο της Ισλανδίας με ψήφους 34-15 (14 αποχές) ψήφισε την απόφαση (  Icesave bill) σύμφωνα με την οποία  η Ισλανδία θα πρέπει να καταβάλλει στην ΜΒ και στην Ολλανδία περισσότερο από 5 δις δολάρια που χάθηκαν από τις καταθέσεις Icesave. Ο πρόεδρος της χώρας Olafur Ragnar Grrimsson υπέγραψε την απόφαση στις 2 Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους.
Το Δεκέμβριο του 2009 επανήλθε στο κοινοβούλιο το ίδιο θέμα και με πολύ μικρή πλειοψηφία (33-30) πέρασε μια εκδοχή του Icesave που υιοθετούσε τις απόψεις των κυβερνήσεων ΜΒ και Ολλανδίας. Η πληρωμή θα πραγματοποιούνταν σε 14 χρόνια . Το χρέος διαιρείτο σε όλες τις ισλανδικές οικογένειες οι οποίες κλήθηκαν να καταβάλουν 100 ευρώ το άτομο για 15 χρόνια  με επιτόκιο 5,5%.
 Η δυσφορία του πληθυσμού ήταν μεγάλη και με λαϊκή πρωτοβουλία έγινε συλλογή 56000 χιλιάδων απαιτούμενων  υπογραφών για τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος. Ο πρόεδρος πιεζόμενος δεν υπέγραψε αυτή την φορά το νόμο και η χώρα προχώρησε σε δημοψήφισμα.  
Τον Μάρτιο 2010 πραγματοποιήθηκε το δημοψήφισμα και με 93,0% οι Ισλανδοί αρνήθηκαν να υιοθετήσουν τις αποφάσεις του Αυγούστου 2009. Αντιθέτως αποφάσισαν ότι θα πρέπει οι κυβερνήσεις ΜΒ και Ολλανδίας είναι υπεύθυνες να πληρώσουν τις αποζημιώσεις.
Μετά το δημοψήφισμα ξανάρχισαν νέες συζητήσεις. Στις 16 Φεβρουαρίου 2011 το ισλανδικό κοινοβούλιο ψήφισε να πληρωθεί ολόκληρο το ποσόν αρχίζοντας από το 2016 μέχρι το 2046 με σταθερό επιτόκιο 3,05. Ο Πρόεδρος αρνήθηκε πάλι να το υπογράψει και πραγματοποιήθηκε νέο δημοψήφισμα την 9η Απριλίου 2011 όπου πάλι με 58,0% έναντι 42,0% οι κάτοικοι αρνήθηκαν το νόμο που είχε ψηφίσει το κοινοβούλιο τους . Μετά από αυτή την απόφαση  οι κυβερνήσεις ΜΒ και Ολλανδίας προσέφυγαν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Δηλαδή τα προβλήματα συνεχίζονται και δεν πρόκειται να λήξουν σύντομα και χωρίς αμοιβαίες υποχωρήσεις (εξαναγκαστικές ή μη).
Σε αυτό το κλίμα αποφασίστηκε να δημιουργηθεί εκ νέου το Ισλανδικό Σύνταγμα και να προσαρμοσθεί στις νέες συνθήκες. Για το λόγο αυτό ακολούθησαν μια νέα διαδικασία, εκλέχτηκε μια συνταγματική επιτροπή 25 ατόμων από 522 άτομα που είχαν προεπιλεγεί με βάση ορισμένα κριτήρια (αναγκαία κριτήρια να έχουν το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι , να υποστηρίζονται από 30 άτομα και να μην έχουν απολύτως καμία σχέση με τα υπάρχοντα κόμματα) . Οι συζητήσεις γίνονταν on line και ο καθένας μπορούσε να τις παρακολουθήσει και να αφήσει τις παρατηρήσεις του. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι το παρόν Σύνταγμα είναι το ίδιο σύνταγμα που ίσχυε υπό την Δανική κατοχή της χώρας με απλές διαφοροποιήσεις τυπικού χαρακτήρα.


ΚΩΣΤΑΣ  ΜΕΛΑΣ