Κυριακή, 21 Οκτωβρίου 2012

Ιστορίες από τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης (5).

Η Δημοκρατία της Βαϊμάρης την τελευταία περίοδο στη χώρα μας βρίσκεται στο προσκήνιο για λόγους που όλοι λίγο πολύ αντιλαμβανόμαστε . Παρότι η ιστορία πρέπει να γίνεται χώρος άντλησης διδαγμάτων και παραδείγματα για τη στήριξη γενικών θέσεων καταλήγουν να είναι πηγή έμπνευσης ,εξάρσεως ή το ακριβώς αντίθετο πηγή αποστροφής και παραδείγματος προς αποφυγή.
Στη διάρκεια της ύπαρξής της και εντός του θεσμικού πλαισίου λειτουργίας της δημιουργήθηκαν δύο βασικές και καταστροφικές, για την ίδια  κρίσεις,  που όσο και αν ορισμένοι θεωρούν ότι δεν έχουν άμεση σχέση αποφεύγοντας να δουν την κοινή  κλωστή που τις διαπερνά  , συνδέονται με σαφή τρόπο .
Η πρώτη κρίση έχει να κάνει με τον υπερπληθωρισμό του 1923 και η δεύτερη με την απότομη ύφεση μετά το 1929.
Οι δύο αυτές κρίσεις υπονόμευσαν στο έπακρο μια νομιμότητα εύθραυστη λόγω των τεράστιων προβλημάτων που κληρονόμησε ο χαμένος πόλεμος και τα απίστευτα βάρη που επιβλήθηκαν από τους νικητές συμμάχων.
Ο υπερπληθωρισμός προκάλεσε την ολοκληρωτική  κατάρρευση της αξίας του νομίσματος. Όμως μαζί με την αξία του νομίσματος  κατέρρευσαν και όλες οι αξίες της προπολεμικής αστικής κοινωνίας . Έχουμε το τέλος μιας κοινωνίας η οποία εμπνεόταν και υποβασταζόταν από μια συνθετική- εναρμονιστική διάθεση και πρόθεση, και η κατανόηση των πραγμάτων μπορούσε να γίνει με την ένταξη όλων στο πλαίσιο ενός συγκροτητέου αρμονικού Όλου. Η ιδέα της αρμονίας ως κανονιστικός άξονας της αστικής κοσμοθεώρησης  αποτέλεσε τη βάση της και απλώθηκε τόσο στη φύση όσο και στην κοινωνία.
Το κράτος δικαίου δεν είχε κανένα νόημα όταν «τα πάσης φύσεως συμβόλαια» (βασικότατο χαρακτηριστικό μιας φιλελεύθερης αντίληψης ) μπορούσαν να εξαργυρωθούν μόνο με χαρτιά χωρίς απολύτως καμία αξία.  Η κατάρρευση του νομίσματος οδήγησε ουσιαστικά στην πλήρη αποσύνθεση της Γερμανίας και στην πλήρη απονομιμοποίηση  της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης κάτι που  θα επιβεβαιωθεί στις αλλεπάλληλες εκλογικές αναμετρήσεις της δεκαετίας του 1930.  
Λόγω της κατάρρευσης του νομίσματος , μεγάλος αριθμός ψηφοφόρων της μεσαίας τάξης εγκατέλειψαν σιγά αλλά σταθερά τα αντίστοιχα κόμματα  που τους εξέφραζαν . Υπήρξε πλήθος αποσχίσεων από τους υπάρχοντες πολιτικούς σχηματισμούς ,  ομάδες  ειδικών συμφερόντων εκφράστηκαν αυτοτελώς, παρατηρήθηκε μια αργόσυρτη διαδικασία διάσπασης του πολιτικού σκηνικού. Όλα αυτά αποτέλεσαν το προανάκρουσμα της πολιτικής έκρηξης του 1930 , όταν το ποσοστό ψήφων του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος εκτινάχτηκε στο 17,8% επτά  φορές περισσότερο από το ποσοστό των εκλογών του 1928.
Η ύφεση που επακολούθησε με τους ανέργους να εκτοξεύονται στα έξι εκατομμύρια έδωσε το τελευταίο χτύπημα στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης.  Οι ψηφοφόροι στράφηκαν προς το ναζιστικό κόμμα (20 Μαΐου 1928:  Ψήφοι 0,81 εκατ., Ποσοστό  2,6% , 14 Σεπτεμβρίου 1930   6.41 εκατ.  18,3% , 31 Ιουλίου 1932 13.75 εκατ. , 37,3% - 6 Νοεμβρίου 1932  11.74 εκατ.,  33,1% , 5 Μαρτίου 1933 17.28 εκατ. , 43,9%).
 Παράλληλα το μόνο από τα υπόλοιπα κόμματα που είδε έστω και σχετικά λίγο τα ποσοστά του να ανεβαίνουν ήταν το Κομμουνιστικό Κόμμα (1928 : 10,6% , 1930: 13,1%, Ιούλιος 1932: 14,6% , Νοέμβριος 1932 : 16,9%).
Υπάρχουν πολλοί αναλυτές οι οποίοι υποστηρίζουν ότι υπάρχει σαφής συσχέτιση μεταξύ της εξέλιξης των εκλογικών αποτελεσμάτων των δύο «αντισυστημικών»[1]  κομμάτων. Η άνοδος του κομμουνιστικού κόμματος έσπρωξε το μεγάλο πλήθος των ανέργων προς τους ναζί. Την εποχή εκείνη , όπως και σε άλλες χώρες, η ναζιστική – φασιστική λύση φαινόταν για πολλούς μια απολύτως λογική πολιτική απάντηση στην απειλή της Κόκκινης Επανάστασης. Οι εκατό βουλευτές που εξέλεξε το κομμουνιστικό κόμμα για πολλούς αναλυτές  αποτέλεσαν   το βούτυρο στο ψωμί του λαοπλάνου Χίτλερ.  Η ιστορία φαίνεται να δικαιώνει αυτή την άποψη.
  
       
      


[1] Ακούγονται πάλι σήμερα ανιστόρητες και ξεπερασμένες απόψεις ότι ο ναζισμός και ο φασισμός αποτελούν τις τελευταίες επιλογές του συστήματος. Ιδεολογήματα αυτού του είδους επιτρέπουν την απρόσκοπτη πορεία των ναζιστικών οργανώσεων στον πυρήνα των λαϊκών στρωμάτων. Επιτέλους απαιτείται λίγο περισσότερη προσοχή στις συντελούμενες κοινωνικές διεργασίες. Την πραγματικότητα χρειάζεται να μελετούμε πρωτίστως .