Τρίτη, 23 Οκτωβρίου 2012

Η Ισλανδική περίπτωση υπό το φως της πραγματικότητας.


Εμείς που τίποτε δεν είχαμε θα τους διδάξουμε τη γαλήνη.
ΓΣ

Η Ισλανδία είναι ένα νησί με 320 χιλιάδες κατοίκους.  Μέλος του ΝΑΤΟ από το 1949. Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1980 η κύρια ασχολία των κατοίκων της ήταν η αλιεία. Την εποχή εκείνη υιοθετήθηκε το νεοφιλελεύθερο υπόδειγμα μεγέθυνσης της οικονομίας με αιχμή του δόρατος την τρομακτική επέκταση του χρηματοπιστωτικού της τομέα αλλά και την βιοτεχνολογία και τον τουρισμό. Έτσι μεγάλο τμήμα  του πληθυσμού εγκατέλειψε την σκληρή αλιεία και τις συναφείς δραστηριότητες και μεταμορφώθηκε σε τραπεζικούς υπαλλήλους και γενικά σε υπαλλήλους υπηρεσιών . Το υπόδειγμα οδήγησε σε μια 15 ετία υψηλής μεγέθυνσης της οικονομίας της Ισλανδίας καθιστώντας την ένα από τα πιο πλούσια κράτη του κόσμου.  Το 2001 μεταρρυθμίστηκε  το θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας του χρηματοπιστωτικού συστήματος ( σύμφωνα με τα νεοφιλελεύθερα πρότυπα) και το 2003 όλες οι τράπεζες έγιναν ιδιωτικές.  Η μεγέθυνση του ενεργητικού των έγινε πρωτίστως μέσω προσέλκυσης ξένων αποταμιεύσεων με την χρήση κυρίως αποταμιευτικών προϊόντων η κίνηση των οποίων γίνονταν on-line, κάτι που ελαχιστοποιεί  το κόστος διαχείρισης επιτρέποντας την προσφορά υψηλότερων επιτοκίων καταθέσεων  Με τα χρήματα αυτά τροφοδοτούνταν η μεγέθυνση του ΑΕΠ της χώρας και η ευημερία των Ισλανδών πολιτών (κάτι παρόμοιο με την Ελλάδα με τη διαφορά ότι εδώ ήταν το ελληνικό κράτος που δανείζονταν αφειδώς τροφοδοτώντας την μεγέθυνση του ΑΕΠ αλλά και εμμέσως πλην σαφώς, την μεγέθυνση του ενεργητικού των ελληνικών τραπεζών  με πολύ μεγάλο ύψος καταθέσεων   που  επέτρεψε στις ελληνικές τράπεζες να μην προβούν σε υψηλούς δανεισμούς από το εξωτερικό με την χρήση διαφόρων πιστωτικών εργαλείων. Δηλαδή το ελληνικό τραπεζικό σύστημα εργάστηκε καλυπτόμενο  από  μια  παντελώς λανθασμένη λειτουργία του Ελληνικού κράτους χωρίς ποτέ να αναφέρει έστω και μια κουβέντα για ότι λανθασμένο συνέβαινε) . Με τον τρόπο αυτό η μεγέθυνση του ΑΕΠ ήταν άμεση συνάρτηση του εξωτερικού δανεισμού του τραπεζικού τομέα και  μάλιστα του βραχυπρόθεσμου δανεισμού αλλά και δανεισμού απαιτητού σε πρώτη ζήτηση (καταθέσεις ή οιονεί καταθέσεις ). Δηλαδή η συσσώρευση πλούτου στην Ισλανδία οφείλεται στον εξωτερικό δανεισμό και στη δάνεια χρηματοδότηση χρηματοπιστωτικών , στεγαστικών και καταναλατικών δραστηριοτήτων. Τα υποδείγματα που μας καλούν να υιοθετήσουμε δυστυχώς λειτουργούν μόνο όταν υπάρχει δυνατότητα συνεχούς αναχρηματοδότησης κάτι που δεν μπορεί να γίνεται στο διηνεκές διότι η συνεχής διόγκωση των στοιχείων του ενεργητικού της χώρας μειώνει την πιστοληπτική της ικανότητα έτσι ώστε με την πρώτη αρνητική εκτίμηση των οίκων αξιολόγησης ή την πρώτη σχετική έξοδο από την κανονικότητα της λειτουργίας της παγκόσμιας  οικονομίας  αποκαλύπτεται η φούσκα , διότι περί φούσκας πρόκειται, και μετά από λίγο σπάει.  
 Όταν ξέσπασε η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση  το εξωτερικό χρέος της χώρας ήταν  (β’ τρίμηνο του 2008)  ίσο  9,553 τρις ισλανδικές κορώνες ή €50 δις. Περισσότερο από το  80%  του οποίου ,το διακρατούσε ο τραπεζικός τομέας. Το τέλος του 2007 το ΑΕΠ της χώρας ανερχόταν σε  1,293 τρις κορώνες η €8.5 δις. Δηλαδή το εξωτερικό χρέος του τραπεζικού τομέα ήταν 6 φορές μεγαλύτερο από το ΑΕΠ της χώρας. Οι τρεις κύριες τράπεζες της χώρας    Landsbanki, Kaupthing και  Glitnir πτώχευσαν και κρατικοποιήθηκαν. Ο Αρχή Ελέγχου του Χρηματοπιστωτικού συστήματος ανέλαβε , το τέλος του β’ τριμήνου του 2008 , το ενεργητικό των τριών τραπεζών συνολικού ύψους  14.437 τρις. Κορώνες. Το εθνικό νόμισμα έχασε μέχρι το 2009 περίπου τα 2/3 της αξίας του (65,0% υποτίμηση) ,  οι εξωτερικές συναλλαγές διακόπηκαν για εβδομάδες , η κεφαλαιοποίηση του Χρηματιστηρίου μειώθηκε περισσότερο από 90,0% . Η Ισλανδία μπήκε σε ύφεση (2009  και 2010  συνολικά -10,5%) . Η ανεργία και ο πληθωρισμός αυξήθηκαν  σημαντικά.  Το δημόσιο χρέος έφτασε στο 120,5% του ΑΕΠ.
Εκτός Ισλανδίας , περισσότερο από 500.000 άνθρωποι  , στη Μ. Βρετανία και στη Ολλανδία  (περισσότεροι από το συνολικό πληθυσμό της Ισλανδίας)  είδαν  τις τραπεζικά αποταμιευτικά προϊόντα (savings account) δηλαδή καταθέσεις προθεσμίας, αμοιβαία διαχείρισης διαθεσίμων και τραπεζικά ομόλογα  σταθερής απόδοσης κτλ. τους να παγώνουν και τελικά να χάνονται( περίπου 5,5 δις ευρώ) .
Η τότε κυβέρνηση της Ισλανδίας υπό τον συντηρητικό  Geir Haarde, ζήτησε βοήθεια από το ΔΝΤ (του παρεχώρησε δάνειο 2 δις 100 εκατομμύρια δολάρια) και από τις σκανδιναβικές χώρες (άλλα 2,5 δις δολάρια). Η Ρωσία για μια ακόμη φορά στην αρχή αρνήθηκε να χορηγήσει βοήθεια και στο τέλος πρόσφερε 200 εκατομμύρια δολάρια με την προϋπόθεση να προηγηθεί η συμφωνία με το ΔΝΤ. Παράλληλα ζήτησε να εισέλθει στην ΕΕ έτσι ώστε να σταθεροποιήσει το νόμισμά της .Οι διαπραγματεύσεις άρχισαν τον Ιούλιο του 2010.
Στη Μ.Βρετανία η Landsbanki προσέφερε τρεις τύπους «αποταμιευτικών λογαριασμών» : ένα λογαριασμό άμεσης πρόσβασης , ατομικούς λογαριασμούς αποταμίευσης  (με ειδικό φορολογικό καθεστώς) με χωρίς όριο δυνατότητα ανάληψης ρευστών και μια κατηγορία ομολόγων σταθερής απόδοσης . Η απόδοση αυτών των λογαριασμών κυμαινόταν στο 6,0% . Το brand name των λογαριασμών ήταν Icesave. Όταν πτώχευσε η  Landsbanki υπήρχαν 300000 πελάτες και καταθέσεις περισσότερες από 5 δις ευρώ.
Στην Ολλανδία η ίδια τράπεζα προσέφερε μόνο ένα είδος αποταμιευτικού λογαριασμού : ένα λογαριασμό άμεσης πρόσβασης με επιτόκιο  στη αρχή 5,% και στη συνέχεια 5,25%. Τη στιγμή της πτώχευσης υπήρχαν 125000 πελάτες και 1,7 δις ευρώ καταθέσεις.
Τις εννέα Οκτωβρίου μέρος των στοιχείων του ενεργητικού και του παθητικού μεταφέρθηκαν στη υπό κρατική διοίκηση νέα τράπεζα (καλή)  , Nýi Landsbanki . Όλες οι καταθέσεις Icesave   παρέμειναν στην παλαιά τράπεζα Landsbanki η οποία βρέθηκε με ενεργητικό 12,1 δις ευρώ και με παθητικό 17,5 δις ευρώ!!!
Από εδώ αρχίζει μια διπλωματική και μια νομική συζήτηση σχετικά με ποια χώρα θα έπρεπε να αποζημιώσει τους πολίτες των δύο χωρών οι οποίοι επί της ουσίας κατείχαν οιονεί καταθετικά προϊόντα. Το πρόβλημα δημιουργήθηκε επειδή η νομική μορφή της τράπεζας στην ΜΒ αλλά και στην Ολλανδία ήταν αυτή του υποκαταστήματος και όχι της θυγατρικής εταιρίας. Για τους γνωρίζοντες η πρώτη μορφή  επιφέρει την υπευθυνότητα της μητρικής εταιρίας διότι αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα μια τράπεζας και ενεργεί ως νομική και λειτουργική προέκταση της έδρας, ενώ η δεύτερη ως αυτόνομος οργανισμός αποτελεί χωριστό νομικό πρόσωπο  διέπεται από το νομικό και θεσμικό πλαίσιο της χώρας εγκατάστασης. Συνεπώς οι κυβερνήσεις των δύο χωρών απαίτησαν το βάρος των αποζημιώσεων να φέρει ως εκ του νόμου υπεύθυνη η κυβέρνηση της  Ισλανδίας και η  Αρχή Ελέγχου του Χρηματοπιστωτικού συστήματος. Οι νομικές συζητήσεις ενώ ξεκαθάρισαν σε αυτό το ζήτημα, οδηγήθηκαν στη συνέχεια σε άλλες ατραπούς με κύριο επιχείρημα από τη μεριά της Ισλανδικής Κυβέρνησης ότι η εγγύηση των καταθέσεων μέχρι του ποσού που έχει αποδεχτεί το Ισλανδικό Κράτος ως μέλος του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου , δεν αποτελέι εθνική υποχρέωση από τη στιγμή που ο Ισλανδικός Μηχανισμός Εγγύησης των καταθέσεων δεν είναι σε θέση να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις των καταθετών επειδή η κρίση είναι συστημικού χαρακτήρα και όχι μιας μεμονομένης τράπεζας. Δηλαδή η Ισλανδία ισχυρίστηκε ότι σε συστημικές κρίσεις οι καταθέσεις δεν είναι εγγυημένες από το Μηχανισμό Εγγύησης των Κταθέσεων και αν αυτός δεν έχει τα απαιτούμενα ποσά  το κράτος δεν παίζει το ρόλο του έσχατου δανειστή για τις καταθέσεις σε αναλογία με την Κεντρική Τράπεζα και τις εμπορικές τράπεζες. Οι νομικές συζητήσεις  στη συνέχεια  επέτρεψαν στις κυβερνήσεις των χωρών να βρουν μια συμβιβαστική λύση αφού προηγουμένως είχαμε όξυνση των σχέσεων και η ΜΒ εφάρμοσε τον αντιτρομοκρατικό νόμο έναντι της  Ισλανδίας παγώνοντας όλα τα στοιχεία του Ενεργητικού του ισλανδικού κράτους που υπήρχαν στην ΜΒ. Παράλληλα πιέσεις ασκήθηκαν από το ΔΝΤ  και την ΕΕ.
Τις 28 Αυγούστου 2009 το κοινοβούλιο της Ισλανδίας με ψήφους 34-15 (14 αποχές) ψήφισε την απόφαση (  Icesave bill) σύμφωνα με την οποία  η Ισλανδία θα πρέπει να καταβάλλει στην ΜΒ και στην Ολλανδία περισσότερο από 5 δις δολάρια που χάθηκαν από τις καταθέσεις Icesave. Ο πρόεδρος της χώρας Olafur Ragnar Grrimsson υπέγραψε την απόφαση στις 2 Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους.
Το Δεκέμβριο του 2009 επανήλθε στο κοινοβούλιο το ίδιο θέμα και με πολύ μικρή πλειοψηφία (33-30) πέρασε μια εκδοχή του Icesave που υιοθετούσε τις απόψεις των κυβερνήσεων ΜΒ και Ολλανδίας. Η πληρωμή θα πραγματοποιούνταν σε 14 χρόνια . Το χρέος διαιρείτο σε όλες τις ισλανδικές οικογένειες οι οποίες κλήθηκαν να καταβάλουν 100 ευρώ το άτομο για 15 χρόνια  με επιτόκιο 5,5%.
 Η δυσφορία του πληθυσμού ήταν μεγάλη και με λαϊκή πρωτοβουλία έγινε συλλογή 56000 χιλιάδων απαιτούμενων  υπογραφών για τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος. Ο πρόεδρος πιεζόμενος δεν υπέγραψε αυτή την φορά το νόμο και η χώρα προχώρησε σε δημοψήφισμα.  
Τον Μάρτιο 2010 πραγματοποιήθηκε το δημοψήφισμα και με 93,0% οι Ισλανδοί αρνήθηκαν να υιοθετήσουν τις αποφάσεις του Αυγούστου 2009. Αντιθέτως αποφάσισαν ότι θα πρέπει οι κυβερνήσεις ΜΒ και Ολλανδίας είναι υπεύθυνες να πληρώσουν τις αποζημιώσεις.
Μετά το δημοψήφισμα ξανάρχισαν νέες συζητήσεις. Στις 16 Φεβρουαρίου 2011 το ισλανδικό κοινοβούλιο ψήφισε να πληρωθεί ολόκληρο το ποσόν αρχίζοντας από το 2016 μέχρι το 2046 με σταθερό επιτόκιο 3,05. Ο Πρόεδρος αρνήθηκε πάλι να το υπογράψει και πραγματοποιήθηκε νέο δημοψήφισμα την 9η Απριλίου 2011 όπου πάλι με 58,0% έναντι 42,0% οι κάτοικοι αρνήθηκαν το νόμο που είχε ψηφίσει το κοινοβούλιο τους . Μετά από αυτή την απόφαση  οι κυβερνήσεις ΜΒ και Ολλανδίας προσέφυγαν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Δηλαδή τα προβλήματα συνεχίζονται και δεν πρόκειται να λήξουν σύντομα και χωρίς αμοιβαίες υποχωρήσεις (εξαναγκαστικές ή μη).
Σε αυτό το κλίμα αποφασίστηκε να δημιουργηθεί εκ νέου το Ισλανδικό Σύνταγμα και να προσαρμοσθεί στις νέες συνθήκες. Για το λόγο αυτό ακολούθησαν μια νέα διαδικασία, εκλέχτηκε μια συνταγματική επιτροπή 25 ατόμων από 522 άτομα που είχαν προεπιλεγεί με βάση ορισμένα κριτήρια (αναγκαία κριτήρια να έχουν το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι , να υποστηρίζονται από 30 άτομα και να μην έχουν απολύτως καμία σχέση με τα υπάρχοντα κόμματα) . Οι συζητήσεις γίνονταν on line και ο καθένας μπορούσε να τις παρακολουθήσει και να αφήσει τις παρατηρήσεις του. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι το παρόν Σύνταγμα είναι το ίδιο σύνταγμα που ίσχυε υπό την Δανική κατοχή της χώρας με απλές διαφοροποιήσεις τυπικού χαρακτήρα.


ΚΩΣΤΑΣ  ΜΕΛΑΣ

Κυριακή, 21 Οκτωβρίου 2012

Ιστορίες από τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης (5).

Η Δημοκρατία της Βαϊμάρης την τελευταία περίοδο στη χώρα μας βρίσκεται στο προσκήνιο για λόγους που όλοι λίγο πολύ αντιλαμβανόμαστε . Παρότι η ιστορία πρέπει να γίνεται χώρος άντλησης διδαγμάτων και παραδείγματα για τη στήριξη γενικών θέσεων καταλήγουν να είναι πηγή έμπνευσης ,εξάρσεως ή το ακριβώς αντίθετο πηγή αποστροφής και παραδείγματος προς αποφυγή.
Στη διάρκεια της ύπαρξής της και εντός του θεσμικού πλαισίου λειτουργίας της δημιουργήθηκαν δύο βασικές και καταστροφικές, για την ίδια  κρίσεις,  που όσο και αν ορισμένοι θεωρούν ότι δεν έχουν άμεση σχέση αποφεύγοντας να δουν την κοινή  κλωστή που τις διαπερνά  , συνδέονται με σαφή τρόπο .
Η πρώτη κρίση έχει να κάνει με τον υπερπληθωρισμό του 1923 και η δεύτερη με την απότομη ύφεση μετά το 1929.
Οι δύο αυτές κρίσεις υπονόμευσαν στο έπακρο μια νομιμότητα εύθραυστη λόγω των τεράστιων προβλημάτων που κληρονόμησε ο χαμένος πόλεμος και τα απίστευτα βάρη που επιβλήθηκαν από τους νικητές συμμάχων.
Ο υπερπληθωρισμός προκάλεσε την ολοκληρωτική  κατάρρευση της αξίας του νομίσματος. Όμως μαζί με την αξία του νομίσματος  κατέρρευσαν και όλες οι αξίες της προπολεμικής αστικής κοινωνίας . Έχουμε το τέλος μιας κοινωνίας η οποία εμπνεόταν και υποβασταζόταν από μια συνθετική- εναρμονιστική διάθεση και πρόθεση, και η κατανόηση των πραγμάτων μπορούσε να γίνει με την ένταξη όλων στο πλαίσιο ενός συγκροτητέου αρμονικού Όλου. Η ιδέα της αρμονίας ως κανονιστικός άξονας της αστικής κοσμοθεώρησης  αποτέλεσε τη βάση της και απλώθηκε τόσο στη φύση όσο και στην κοινωνία.
Το κράτος δικαίου δεν είχε κανένα νόημα όταν «τα πάσης φύσεως συμβόλαια» (βασικότατο χαρακτηριστικό μιας φιλελεύθερης αντίληψης ) μπορούσαν να εξαργυρωθούν μόνο με χαρτιά χωρίς απολύτως καμία αξία.  Η κατάρρευση του νομίσματος οδήγησε ουσιαστικά στην πλήρη αποσύνθεση της Γερμανίας και στην πλήρη απονομιμοποίηση  της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης κάτι που  θα επιβεβαιωθεί στις αλλεπάλληλες εκλογικές αναμετρήσεις της δεκαετίας του 1930.  
Λόγω της κατάρρευσης του νομίσματος , μεγάλος αριθμός ψηφοφόρων της μεσαίας τάξης εγκατέλειψαν σιγά αλλά σταθερά τα αντίστοιχα κόμματα  που τους εξέφραζαν . Υπήρξε πλήθος αποσχίσεων από τους υπάρχοντες πολιτικούς σχηματισμούς ,  ομάδες  ειδικών συμφερόντων εκφράστηκαν αυτοτελώς, παρατηρήθηκε μια αργόσυρτη διαδικασία διάσπασης του πολιτικού σκηνικού. Όλα αυτά αποτέλεσαν το προανάκρουσμα της πολιτικής έκρηξης του 1930 , όταν το ποσοστό ψήφων του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος εκτινάχτηκε στο 17,8% επτά  φορές περισσότερο από το ποσοστό των εκλογών του 1928.
Η ύφεση που επακολούθησε με τους ανέργους να εκτοξεύονται στα έξι εκατομμύρια έδωσε το τελευταίο χτύπημα στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης.  Οι ψηφοφόροι στράφηκαν προς το ναζιστικό κόμμα (20 Μαΐου 1928:  Ψήφοι 0,81 εκατ., Ποσοστό  2,6% , 14 Σεπτεμβρίου 1930   6.41 εκατ.  18,3% , 31 Ιουλίου 1932 13.75 εκατ. , 37,3% - 6 Νοεμβρίου 1932  11.74 εκατ.,  33,1% , 5 Μαρτίου 1933 17.28 εκατ. , 43,9%).
 Παράλληλα το μόνο από τα υπόλοιπα κόμματα που είδε έστω και σχετικά λίγο τα ποσοστά του να ανεβαίνουν ήταν το Κομμουνιστικό Κόμμα (1928 : 10,6% , 1930: 13,1%, Ιούλιος 1932: 14,6% , Νοέμβριος 1932 : 16,9%).
Υπάρχουν πολλοί αναλυτές οι οποίοι υποστηρίζουν ότι υπάρχει σαφής συσχέτιση μεταξύ της εξέλιξης των εκλογικών αποτελεσμάτων των δύο «αντισυστημικών»[1]  κομμάτων. Η άνοδος του κομμουνιστικού κόμματος έσπρωξε το μεγάλο πλήθος των ανέργων προς τους ναζί. Την εποχή εκείνη , όπως και σε άλλες χώρες, η ναζιστική – φασιστική λύση φαινόταν για πολλούς μια απολύτως λογική πολιτική απάντηση στην απειλή της Κόκκινης Επανάστασης. Οι εκατό βουλευτές που εξέλεξε το κομμουνιστικό κόμμα για πολλούς αναλυτές  αποτέλεσαν   το βούτυρο στο ψωμί του λαοπλάνου Χίτλερ.  Η ιστορία φαίνεται να δικαιώνει αυτή την άποψη.
  
       
      


[1] Ακούγονται πάλι σήμερα ανιστόρητες και ξεπερασμένες απόψεις ότι ο ναζισμός και ο φασισμός αποτελούν τις τελευταίες επιλογές του συστήματος. Ιδεολογήματα αυτού του είδους επιτρέπουν την απρόσκοπτη πορεία των ναζιστικών οργανώσεων στον πυρήνα των λαϊκών στρωμάτων. Επιτέλους απαιτείται λίγο περισσότερη προσοχή στις συντελούμενες κοινωνικές διεργασίες. Την πραγματικότητα χρειάζεται να μελετούμε πρωτίστως .

Πέμπτη, 18 Οκτωβρίου 2012

Η Ελλάδα στη Σύνοδο της ΕΕ /18-19-10-2012



Τι  θα κερδίσει  και τι θα χάσει η Ελλάδα  στη Σύνοδο Κορυφής της ΕΕ; 

Αυτό που φαίνεται πιθανό ότι μπορεί να κερδίσει  η Ελλάδα από τη Σύνοδο Κορυφής είναι η εμπέδωση της άποψης ότι η αποχώρηση της  από την ζώνη του ευρώ δεν είναι τόσο πιθανή όπως πολλοί πίστευαν στον παρελθόντα χρόνο . Επομένως με βάση αυτές τις πιθανότητες θα πρέπει να περιμένουμε και μια πιθανή αλλαγή στην αντιμετώπισή της από τους ξένους αναλυτές . Δεν ομιλώ για τις χρηματοπιστωτικές αγορές διότι είμαστε ακόμη πολύ μακριά από μια τέτοια περίπτωση. Όμως η αλλαγή αυτή δεν πρέπει να μας κάνει να πιστέψουμε ότι πλέον οι εξελίξεις θα είναι ευκολότερες για την ελληνική οικονομία. Χρειάζεται γενικότερη αλλαγή στον τρόπο που οι Ευρωπαίοι και κυρίως οι Γερμανοί θα αντιμετωπίσουν τα συσσωρευμένα προβλήματα της ευρωζώνης και αυτό απαιτεί χρόνο. Παράλληλα το είδος των προβλημάτων δημιουργεί και έντονο σκεπτικισμό για τον αν είναι δυνατή η επίλυσή τους. Βλέπετε ότι υπάρχουν προβλήματα χαμηλής πολιτικής ισχύος ( πχ. η ενοποίηση του τραπεζικού χώρου ) τα οποία θα μπορούσαν να προχωρήσουν με αμοιβαίες υποχωρήσεις  και άλλα υψηλής πολιτικής  ισχύος  ( πολιτική ενοποίηση και συναφή προβλήματα ) που κατά την άποψή μου είναι σχεδόν αδύνατο να προχωρήσουν με «δημοκρατικό» τρόπο.

Κατά πόσο ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα η άποψη ότι εάν δεν ψηφιστεί το σκληρό πακέτο μέτρων η Ελλάδα θα χρεοκοπήσει;

Αν χρησιμοποιήσουμε τη ρήση «Συν Αθηνά και χείρα κίνει» φαντάζει ότι η απάντηση θα πρέπει να είναι καταφατική. Μέχρι και τον προηγούμενο μήνα δεν υπήρχε η Αθηνά . Η ΕΕ ήταν στο απέναντι πεζοδρόμιο από την Ελλάδα.  Επομένως η όποια δράση από την Ελλάδα (χείρα κίνει) ήταν καταδικασμένη σε αποτυχία ανεξαρτήτως της θέλησης της Ελλάδος να εφαρμόσει κατά γράμμα το πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής, το οποίο κανείς δεν έλεγξε αν μπορεί να εφαρμοστεί ή αν πραγματικά δεν εφαρμόζεται επειδή δεν μπορεί να εφαρμοστεί. Παράλληλα είμαστε μάρτυρες εφαρμογής ενός προγράμματος που εξασθενεί σε βαθμό επικίνδυνο την παραγωγική ικανότητα της χώρας και διαλύει την κοινωνική συνοχή. Ως εκ τούτου κατά την άποψή μου πρόκειται για ένα απολύτως αναποτελεσματικό πρόγραμμα με την οικονομική έννοια του όρου. Όμως πέρα από αυτή τη διαπίστωση η απάντηση στο ερώτημα  δεν μπορεί να είναι παρά πολιτική και ως εκ τούτου πιθανολογική και ποτέ σίγουρη. Η αδυναμία μιας εναλλακτικής πειστικής λύσης σε μια άρνηση εφαρμογής ενός καταστροφικού προγράμματος συνάδει με ένα άλμα στο κενό. Τότε κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει τι θα συμβεί. Τώρα απλά και καθαρά θα πρέπει να πούμε ευθέως ότι  χωρίς τα χρήματα της οικονομικής βοήθεια  η Ελλάδα δεν μπορεί να ανταπεξέλθει στις υποχρεώσεις της . Επομένως θα εξαναγκασθεί σε άλλες λύσεις . Οι λύσεις θα πρέπει να κατατεθούν στον ελληνικό λαό. Το τι σημαίνουν και που οδηγούν . Παρεμπίπτοντος  το επιχείρημα που στηρίζεται σε εκβιαστικά διλλήματα τύπου «αποθανέτω η ψυχή μου μετά των αλλοφύλων»  προερχόμενα από τον αδύνατο κρίκο της σύγκρουσης  έχουν ελάχιστη έως μηδαμινή πιθανότητα επιτυχίας. Για πολλούς λόγους:
Πρώτον, δεν αποτελεί  αξιόπιστη επιλογή  δεδομένου ότι δεν έχουμε υπολογίσει ως κοινωνία το αναλογούν κόστος μιας τέτοιας ενέργειας   για εμάς στην περίπτωση που τελεσφορήσει. Δεν γνωρίζουμε τι θα συμβεί.
Δεύτερον,   οδηγεί σε μια αντίληψη που δεν συνάδει κατ’ αρχάς με την έννοια της οικειοθελούς εντάξεως  σε μια ένωση : κάθε μέλος θα μπορεί να εγείρει την ίδια απειλή στο μέλλον, κάτι που θα καταστήσει τα συμφωνηθέντα  εν τοις πράγμασι άνευ νοήματος καθώς δεν θα υπάρχουν στοιχειώδεις κανονιστικές αρχές.

 Μην βαυκαλιζόμαστε με ψεύτικες και απατηλές αντιλήψεις:  η Ελλάδα έχει ανάγκη από χρηματοδότηση με στόχο την αναπαραγωγή του εισοδήματός της έστω και σε πολύ χαμηλό επίπεδο  . Αν δεν τα λάβει θα πρέπει να βρει άλλες λύσεις για την εξεύρεση των χρημάτων.  Το τραπεζικό σύστημα με οποιαδήποτε μορφή ιδιοκτησίας  και αν βρεθεί θα πρέπει να ανακεφαλαιοποιηθεί  προκειμένου να λειτουργήσει  με στόχο να παίξει το ρόλο για τον οποίο έχει ταχθεί. Επομένως χρειάζονται κεφάλαια. Αν τώρα, μετά από αυτό,  το τραπεζικό σύστημα δεν ανταποκριθεί στο ρόλο του το ελληνικό κράτος , όπως όλα τα κράτη στο δυτικό κόσμο , έχουν τα μέσα να επιβάλλει την άποψή του προς την απαιτούμενη κατεύθυνση της μεγέθυνση της οικονομίας.  

Ποια είναι η εκτίμησή σας στο ερώτημα εάν οι εταίροι θα μας δώσουν τελικά τη δόση των 31,5 δις. ευρώ μέσα στον Νοέμβριο;

Θεωρώ ότι δεν θα υπάρξει κανένα πρόβλημα όσον αφορά την εκταμίευση της δόσης. Ούτε  είχα ακόμη και όταν οι συζητήσεις έφθαναν σε αδιέξοδο. Από τη στιγμή που για την ώρα έχει αποφασιστεί η παραμονή της Ελλάδας στην ζώνη του ευρώ η χορήγηση της δόσης είναι εκ των ών ουκ άνευ. Βεβαίως η χορήγηση της δόσης είναι κάτι που απορρέει και  από το ότι η Ελλάδα έχει πλήρως  αποδεχτεί τις απαιτήσεις του προγράμματος του Μνημονίου. Συνεπώς δεν υπάρχει κανένας λόγος να μην δοθεί η δόση. Τα πράγματα εξελίσσονται συνεπώς όπως έχουν συνομολογήσει τα δύο αντισυμβαλλόμενα  μέρη με βάση ακριβώς τις απαιτήσεις του Μνημονίου.


Ποια είναι αλήθεια και ποιο το ψέμα ως προς το εάν ελλοχεύει κίνδυνος στάσης πληρωμών;

Αθέτηση πληρωμών  του Ελληνικού Κράτους δεν νομίζω ότι ελλοχεύει προς το παρόν με την κλασική έννοια του όρου. Το ελληνικό δημόσιο δεν προτίθεται να αθετήσει τις υποχρεώσεις του προς τους «επίσημους» δανειστές και όσο αυτό εξαρτάται από το ίδιο δεν θα συμβεί. Το ελληνικό κράτος ή σωστότερα η ελληνική κυβέρνηση ,ως προς μια πιθανή  απομείωση του χρέους, θεωρώ ότι θα υποταχθεί για ακόμα μια φορά στις θελήσεις των δανειστών και εταίρων.   Όμως παράλληλα , παρατηρούμε ότι το ελληνικό κράτος έχει προχωρήσει σε μια άτυπη αθέτηση πληρωμών προς το εσωτερικό , προς την εγχώρια πραγματική οικονομία όπου οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του πλησιάζουν τα 8 δις ευρώ. Πρόκειται για μια κατάσταση που δείχνει περίτρανα προς τα πού οδηγούνται οι εξελίξεις με βάση το απαράδεκτο οικονομικό πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής που έχει επιβληθεί στην χώρα.



Σʼ αυτό το εξαιρετικά ρευστό περιβάλλον, είναι δεδομένη η παραμονή της Ελλάδας στο ευρώ;

 Σε ένα εξαιρετικά ρευστό περιβάλλον όπως είναι το σημερινό τίποτε δεν μπορεί να αποκλεισθεί . Όλες οι εξελίξεις επομένως  δεν μπορεί παρά να εκτιμώνται ως πιθανότητες. Στη σημερινή φάση οι πιθανότητες εξόδου της Ελλάδος από το Ευρώ έχουν περιορισθεί αρκετά δεδομένης της πρόσφατης «αλλαγής» στάσης της Γερμανίας . Φαίνεται ότι οι βρυχηθμοί  της κ Μέρκελ έχουν καταλαγιάσει μπροστά στην αδήριτη πραγματικότητα που δείχνει το τεράστιο οικονομικό κόστος μιας πιθανής εξόδου ενός κράτους μέλους από την ευρωζώνη (οι μελέτες που επικεντρώνονται να δείξουν τις οικονομικές συνέπειες μιας τέτοιας απόπειρας πολλαπλασιάζονται και είναι όλες προς την ίδια κατεύθυνση) αλλά και τις τεράστιες γεωπολιτικές συνέπειες που κάτι τέτοιο συνεπάγεται σε μια περιοχή κυριολεκτικά σε αναβρασμό και ασταθή ( οι γεωπολιτικές συνέπειες συνεχώς ξεχνιούνται από τους πάσης φύσεως… οικονομολογούντες). Όμως   εκείνο που διαπιστώνεται πιθανολογικά ότι κινδυνεύει περισσότερο είναι το ίδιο το ευρώ , λόγω των δομικών του προβλημάτων τα οποία κάθε τόσο επιβαρύνουν της αδυναμίες των εθνικών οικονομιών. Η κρίση στην Ισπανία παραμένει χωρίς λύση. Το ίδιο και στην Ιταλία . Πιθανά μετά από λίγο και στην Γαλλία.


Τι σημαίνει για τα επιτόκια των τραπεζικών καταθέσεων η υπόθεση με τις συγχωνεύσεις τραπεζών;

Δεν νομίζω ότι οι συγχωνεύσεις των τραπεζικών ιδρυμάτων θα αλλάξει τις ανάγκες τους σε ρευστότητα  . Συνεπώς δεν βλέπω σημαντικές διαφοροποιήσεις στο ύψος των επιτοκίων . Βεβαίως οι τράπεζες θα επιχειρήσουν να διαχειριστούν προς όφελός τους τις συγχωνεύσεις επικοινωνιακά , αλλά επί της ουσίας δεν θα έχουμε σημαντικές διαφοροποιήσεις στη ρευστότητά τους και επομένως και στα προσφερόμενα επιτόκια.   
Αυτό θα εξαρτηθεί από το κατά πόσον οι σχεδιασμοί της κυβέρνησης και των τραπεζών επιβεβαιωθούν σε σχέση με την ανακεφαλαιοποίηση και την αποκατάσταση της ρευστότητάς τους σε επίπεδα ικανά ώστε η ζήτηση πόρων (πρωτίστως αποταμιεύσεων) να καλυφθεί από την προσφορά. Κάτι τέτοιο μπορεί να συμβεί είτε με την επιστροφή καταθέσεων που έχουν φύγει στο εξωτερικό είτε με την αύξηση των εγχώριων αποταμιεύσεων. Το πιο πιθανό να συμβεί βεβαίως είναι το πρώτο  σημείο. Το δεύτερο σημείο χρειάζεται χρόνο και προϋποθέτει την επανεκκίνηση  της οικονομίας. Το πλέον πιθανό είναι ότι δεν θα έχουμε αύξηση του επιτοκίου των καταθέσεων.
 Όμωςολόκληος ο σχεδιασμός βρίσκεται σε μεγάλο βαθμό στον αέρα.



Ποια είναι η εκτίμησή σας ως προς το ενδεχόμενο νέας μείωση του επιτοκίου από την ΕΚΤ και τι θα σηματοδοτήσει μια τέτοια εξέλιξη;

Στην παρούσα φάση δεν θεωρώ πιθανή μείωση των επιτοκίων της ΕΚΤ τουλάχιστον μέχρι το Δεκέμβριο . Παρότι οι πληθωριστικές πιέσεις δεν είναι σημαντικές (2,6%) η ΕΚΤ φαίνεται ότι έχει επιλέξει άλλα μέσα  για να καταστήσει τη νομισματική της πολιτική διευκολυντική  και αποτελεσματική στη μεγέθυνση της οικονομίας (αγορά κρατικών ομολόγων κτλ).  


Τετάρτη, 17 Οκτωβρίου 2012

Ιστορίες από τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης (4)


Στο τέλος του 1929 και στις αρχές του 1930 η γερμανική κοινοβουλευτική δημοκρατία περνούσε αναμφισβήτητα μια βαθιά κρίση. Στη κυβέρνηση ήταν από τις 28 Ιουνίου 1928  ο μεγάλος συνασπισμός αποτελούμενος από το Σοσιαλδημοκρατικό  Κόμμα , το Κόμμα του Κέντρου και το Γερμανικό Λαϊκό Κόμμα με πρωθυπουργό τον σοσιαλδημοκράτη  Herman Muller . Επί της ουσίας επρόκειτο για συνασπισμό προσωπικοτήτων από τα δύο κόμματα και βασικό κορμό το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα. Ο πραγματικός μεγάλος συνασπισμός πραγματοποιήθηκε τον Απρίλιο 1929.Το σημείο καμπής , κατά την άποψή μου, από το άρχισε η επιταχυνόμενη άνοδος του Εθνικοσοσιαλιστικού Γερμανικού Εργατικού Κόμματος και οδήγησε στην κατάρρευση και στο τέλος της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας της Βαϊμάρης ήταν αναμφισβήτητα το Δημοψήφισμα για «τον νόμο κατά της υποδούλωσης του γερμανικού λαού» ή αλλιώς «νόμο περί ελευθερίας». Αντικείμενο του δημοψηφίσματος ήταν η απόρριψη  του σχεδίου Γιανγκ καθώς και το ζήτημα του «ψεύδους της πολεμικής ενοχής».
Η πρόταση για το δημοψήφισμα συσπείρωσε όλες τις «εθνικές δυνάμεις»[1] οι οποίες συγκρότησαν την λεγόμενη «Εθνική Επιτροπή». Η «καλή κοινωνία» της Γερμανικής Δεξιάς ήταν έτοιμη να αναγνωρίσει τον Αδόλφο Χίτλερ ως πολιτικό εταίρο με βάση το δεδομένο της συμμετοχής του στην Εθνική Επιτροπή». Σύμφωνα με τις ιστορικές μαρτυρίες , η καθεστηκυία δεξιά τον υπολόγιζε και του πρόσφερε πρόσβαση σε πηγές χρηματοδότησης , υποβοηθώντας έτσι την ανάπτυξη του Εθνικοσοσιαλιστικού Γερμανικού Εργατικού Κόμματος. Το συγκεκριμένο κόμμα στις εκλογές του 1928 είχε λάβει το 2,6% των ψήφων. Από το 1929 αρχίζει η εκλογική του άνοδος . Σε όλες τις εκλογικές μάχες (δημοτικές , περιφερειακές, φοιτητικές)[2]  έλαβε μέρος από τα τέλη του 1929 παρουσίασε ανοδικά και εντυπωσιακά αποτελέσματα, με αποκορύφωμα βέβαια τις εκλογές την 14η Σεπτεμβρίου 1930 όπου έλαβε 18,3% των ψήφων με μια τεράστια συμμετοχή των ψηφοφόρων στις εκλογές που έφτασε το 82,0%. Οι παράγοντες που οδήγησαν σε αυτή την εξέλιξη ήταν πολλοί και διαφόρων ειδών. Μεταξύ αυτών ένας βασικός παράγοντας είναι η επέκταση των ναζιστικών ιδεών στα Πανεπιστήμια, τόσο στο καθηγητικό κατεστημένο όσο και στους φοιτητές. Η στροφή αυτή αποτελεί καθοριστικό σημείο της επικυριαρχίας της ναζιστικής ιδεολογίας . Το γιατί θα πρέπει να αποτελέσει  ξεχωριστή μελέτη. Παράλληλα υπήρξε μια πληθώρα κομματικών αποσχίσεων και ομάδων ειδικών συμφερόντων , μια αργή διαδικασία διάσπασης που αποτέλεσε το προανάκρουσμα της πολιτικής έκρηξης του 1930, όταν το μερίδιο ψήφων των ναζί εκτινάχτηκε στο επταπλάσιο του 1928.  
Βέβαια ίσως ο πλέον  σημαντικός παράγοντας ήταν το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης στις ΗΠΑ (24 Οκτωβρίου 1929) , η οποία έμελλε να εξελιχθεί σε Παγκόσμια κρίση με την άμεση  συμβολή βεβαίως της Γερμανικής κρίσης .  Η Γερμανική κρίση γεννιέται και επιταχύνεται ιδιαίτερα με την φυγή του γερμανικού αλλά και του ξένου κεφαλαίου από την γερμανική οικονομία. Η φυγή του γερμανικού κεφαλαίου είχε αρχίσει πριν την έναρξη της ύφεσης και της αποσύνθεσης της γερμανικής πολιτειακής υπόστασης. Από το 1927 έως το 1930 , οι κινήσεις κεφαλαίων του γερμανικού ισοζυγίου πληρωμών αποκαλύπτουν εκροή 3,9 δις μάρκων (βραχυπρόθεσμα κεφάλαια) και 4,9 δις μάρκα (μακροπρόθεσμα κεφάλαια). Παράλληλα παρουσιάζεται και αύξηση των βραχυπρόθεσμων υποχρεώσεων κυρίως προς τις ΗΠΑ αλλά και προς τις υπόλοιπες αναπτυγμένες χώρες. Οι ξένοι είχαν αντιμετωπίσει τη Γερμανία με μεγάλη καχυποψία , από την εποχή των κυβερνητικών κρίσεων του Δεκεμβρίου 1929, όταν ο Υπουργός Οικονομικών R.Hilferding , αναγκάστηκε να παραιτηθεί στο πλαίσιο της διαμάχης του με τον Διοικητή της Τράπεζας του Ράιχ , Hjalmat Schact. Ο Κεντρικός Τραπεζίτης εν μέσω οικονομικής κρίσεως και εκμεταλλευόμενος τη μεγάλη στενότητα ταμειακής ρευστότητας του Δεκεμβρίου 1929 πίεσε την κυβέρνηση του μεγάλου συνασπισμού υπό τον σοσιαλδημοκράτη Herman Muller για μια μακρόχρονη μεταρρύθμιση των δημοσιονομικών του κράτους . Βεβαίως στην κατεύθυνση της βίαιης προσαρμογής. Παράλληλα και ταυτόχρονα έπρεπε να υπερψηφιστεί και το σχέδιο Γιάνγκ  που όπως γνωρίζουμε αφορούσε στην αποπληρωμή των πολεμικών αποζημιώσεων. Με αυτού του είδους τη δημοσιονομική προσαρμογής επιδιωκόταν να μεταφερθεί το κόστος στο κοινωνικό κράτος και κυρίως στο δίχτυ προστασίας των ανέργων που είχε θεσπιστεί από το 1927. Σύμφωνα με το συγκεκριμένο νόμο η κοινωνική μέριμνα αποτελούσε κοινή υποχρέωση του κράτους και των επιχειρήσεων. Σε περίπτωση εκτάκτου ανάγκης , το κόστος της ασφάλισης των ανέργων δεν θα βάραινε μόνο τους εργοδότες και τους εργαζόμενους , αλλά και το κράτος. Το Ράιχ ήταν υποχρεωμένο να δανειοδοτεί τον Εθνικό Οργανισμό Ευρέσεως Εργασίας και Ασφάλισης των Ανέργων όταν δεν θα ήταν σε θέση να καλύψει τις υποχρεώσεις του από τα δικά του αποθεματικά. Όμως ο νόμος δεν προέβλεπε απευθείας κρατική επιχορήγηση. Ο συμβιβασμός στον οποίο κατέληξε η κυβέρνηση του μεγάλου συνασπισμού ήταν μοιραίος , κατά την άποψή μου , για τις μετέπειτα εξελίξεις και την κατάρρευση της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης : η προσπάθεια να αποπληρωθούν τα εξωτερικά χρέη , να τεθεί σε δημοσιονομική προσαρμογή η  γερμανική οικονομία , και συγχρόνως  να προστατευθεί το κοινωνικό κράτος αποτελούσε μια τεράστια φενάκη. Μάλιστα εν μέσω παγκόσμιας οικονομικής κρίσης.  Οι μεγάλες αυταπάτες προκαλούν και μεγάλες καταστροφές
    


[1] Συμμετείχαν : ο Παγγερμανικός Σύνδεσμος, Η παραστρατιωτική οργάνωση Stahlhelm Bund der Frontsoldaten, το Γερμανικό Εθνικό Λαϊκό Κόμμα και το Εθνικοσοσιαλιστικό Γερμανικό Εργατικό Κόμμα.
[2] Κοινοβουλευτικές εκλογές της Βάδης και της Θουριγγίας, δημοτικές εκλογές του Λύμπεκ, περιφερειακές εκλογές της Πρωσίας, δημοτικές εκλογές Έσσης και Βερολίνου.