Δευτέρα, 10 Σεπτεμβρίου 2012

Τι είναι και πως εφαρμόστηκε η Ποσοτική Χαλάρωση.





1.
Η λεγόμενη «ποσοτική χαλάρωση -διευκόλυνση» Quantitative easing (QE)[1] αποτελεί ένα από τα ονομαζόμενα μη-συμβατικά μέσα άσκησης της νομισματικής πολιτικής το οποίο χρησιμοποιούν οι κεντρικές τράπεζες για να τονώσουν την οικονομική δραστηριότητα όταν τα λεγόμενα συμβατικά[2] μέσα έχουν καταστεί μη αποτελεσματικά. Με τον συγκεκριμένο όρο περιγράφεται η ενέργεια μιας ΚΤ να αγοράσει χρηματοπιστωτικά στοιχεία ενεργητικού σε συγκεκριμένη ποσότητα και συνεπώς να εισρεύσει στην οικονομία η ανάλογη ποσότητα χρήματος. Δηλαδή  πρόκειται για κάτι το διαφορετικό από την πράξη ανοικτής αγοράς κατά την οποία πραγματοποιούνται αγορές κρατικών ομολόγων (κυρίως βραχυπρόθεσμης διάρκειας)  με στόχο την έμμεση  μείωση του επιτοκίου σε χαμηλά επίπεδα που συνάδουν με τους  επιθυμητούς στόχους της νομισματικής πολιτικής.   Επίσης υποστηρίζεται ότι πρόκειται για κάτι το διαφορετικό σε σχέση  με την «τύπωση νέου χρήματος» διότι στην περίπτωση αυτή το νέο χρήμα πηγαίνει κατευθείαν  στη χρηματοδότηση των δημοσίων ελλειμμάτων ή στην αποπληρωμή του δημοσίου χρέους σε αντίθεση με ότι επιδιώκεται μέσω της QE . Πάντως το βασικό κριτήριο ώστε να αποφανθούμε για το αν υπάρχει «τύπωμα νέου χρήματος» είναι η μεταβολή της Νομισματικής Βάσης της οικονομίας. 
Όπως είναι γνωστό στις περισσότερες αναπτυγμένες χώρες (ΗΠΑ, ΜΒ, ΕΕ, Ιαπωνία κτλ) αλλά και σε πολλές άλλες χώρες διαφορετικού επιπέδου ανάπτυξης (Κίνα,  Βραζιλία, Χιλή, Μεξικό, Περού, Ρωσία, Ισραήλ, Τουρκία, ) απαγορεύεται νομικά η αγορά κρατικών ομολόγων στην πρωτογενή αγορά. Μάλιστα σε πολλές από τις χώρες αυτές απαγορεύεται εκ του συντάγματος. Μπορούν να αγορασθούν μόνο στη δευτερογενή αγορά. Σύμφωνα με όσα υποστηρίζονται από τους υποστηρικτές της QE η διαφορά της από τη νομισματοποίηση του δημοσίου χρέους είναι ότι  η QE επιχειρεί να δημιουργήσει κίνητρα για τη μεγέθυνση της οικονομίας και όχι να χρηματοδοτήσει τις κυβερνητικές δαπάνες διατηρώντας πάντοτε τον έλεγχο επί των τιμών .  Όπως όλα τα επιχειρήματα  έτσι και το συγκεκριμένο  είναι δύσκολο να επιβεβαιωθεί στην πράξη. Ο μοναδικός τρόπος ελέγχου είναι ο στατιστικός έλεγχος  ο οποίος πάντοτε όμως εμπεριέχει υψηλά πλαίσια αβεβαιότητας. Ο πλέον συνήθης τρόπος διαπίστωσης είναι η επίδραση που τα μέτρα αυτά έχουν σε κάποιο προκαθορισμένο στόχο. Ο συνήθης χρησιμοποιούμενος στόχος είναι ο πληθωρισμός . Επομένως αν η οικονομία επιτυγχάνει ικανούς ρυθμούς μεγέθυνσης με έλεγχο του πληθωρισμού τα λεγόμενα μη συμβατικά νομισματικά μέσα έχουν συμβάλλει στην αποστολή τους[3]. Είναι γνωστό σε όλους όσοι ασχολούνται με τη νομισματική πολιτική ότι είναι εντελώς διαφορετικό πρόβλημα η θεωρητική προσέγγιση από την πρακτική εφαρμογή. Η απροκάλυπτη εμμονή σε ιδεολογήματα μόνο αποτυχίες φέρνει και μάλιστα ενάντια στη μεγέθυνση της οικονομίας , της απασχόλησης και των μισθών. Στο πλαίσιο αυτό διατυπώνεται ένα ακόμα λάθος : κάθε αύξηση της νομισματικής βάσης της οικονομίας θεωρείται ότι θα έχει άμεσες επιδράσεις στον πληθωρισμό. Όμως για τους γνωρίζοντες , ακόμη και στην ποσοτική θεωρία του χρήματος, η συσχέτιση του πληθωρισμού δεν γίνεται με τη νομισματική βάση αλλά με την προσφορά χρήματος . Επομένως μια αύξηση της νομισματικής βάσης δεν σηματοδοτεί αυτομάτως μια αύξηση της προσφοράς χρήματος (όπως και να μετρηθεί σε μια αναπτυγμένη χρηματιστική οικονομία) δεδομένου ότι μεσολαβεί ο πιστωτικός πολλαπλασιαστής ο οποίος εν μέρει μπορεί να επηρεασθεί από την ίδια την ΚΤ.

 2.
Η συζήτηση για τα μη συμβατικά  νομισματικά μέσα δημιουργεί πολλές αντιρρήσεις μεταξύ των αναλυτών σχετικά με την ορολογία.[4] Η συνήθης διαφωνία επικεντρώνεται στις δύο βασικές δραστηριότητες QE και CE. Δεν υπάρχει συμφωνία σε σχέση με τους ορισμούς των δύο αυτών δραστηριοτήτων.


Η Τράπεζα της Ιαπωνίας πήραν σειρά από τα λεγόμενα μη συμβατικά νομισματικά μέσα την περίοδο 2001-2006 , κάτω από την ονομασία «ποσοτική διευκόλυνση». Το βασικό χαρακτηριστικό αυτής της προσέγγισης είχε ως στόχο το μέγεθος των υπερβαλλόντων αποθεματικών των εμπορικών τραπεζών , πρωταρχικά μέσω της αγοράς κυβερνητικών χρεογράφων . Οι περισσότεροι αναλυτές ταύτισαν αυτό το χαρακτηριστικό με την  «ποσοτική διευκόλυνση».

Ο Διοικητής της Ομοσπονδιακής Τράπεζας Των ΗΠΑ, Bernanke[5] , αντιπαραθέτει σε αυτήν την εμπειρία την αντίστοιχη της FED την οποία ονομάζει  πιστωτική διευκόλυνση  [credit easing (CE)]. Ο  Bernanke περιλαμβάνει σε αυτό τον ορισμό όλες τις πράξεις της Fed που κατευθύνονται στην επέκταση της πίστωσης ή στην αγορά χρεογράφων. Σύμφωνα με τον  Bernanke οι ενέργειες της Fed κατευθύνονται σε όλες τις αγορές  και όχι μόνο στην αγορά κρατικών χρεογράφων. Η σύνθεση του ισολογισμού της Fed προκύπτει περισσότερο ως τυχαία κατάληξη , σε αντίθεση με την προσέγγιση QE όπου η έμφαση δίνεται στο μέγεθος του ισολογισμού. Έτσι στο μυαλό πολλών αναλυτών η QE σηματοδοτεί την αγορά κυβερνητικών χρεογράφων ενώ η CE την αγορά κυρίως ιδιωτικών χρεογράφων


Ο Buiter[6] ορίζει ως QE τις διαδικασίες εκείνες  οι οποίες μεγεθύνουν τη νομισματική βάση της οικονομίας  , ενώ ως CE  τις διαδικασίες που μεταβάλλουν τη σύνθεση των στοιχείων του ενεργητικού της ΚΤ. Πρόκειται , κατά την άποψή μας , για έναν πολύ κανονιστικό ορισμό που δύσκολα αντανακλά πραγματικές καταστάσεις , δεδομένου ότι οι δύο οριζόμενες διαδικασίες δύσκολα είναι ανεξάρτητες στην πράξη.

Η Τράπεζα του Καναδά[7]  (Bank of Canada) αναφέρει την αγορά κυβερνητικών ή ιδιωτικών χρεογράφων τα οποία χρηματοδοτούνται  από τα αποθεματικά , ως QE και την αγορά ιδιωτικών χρεογράφων σε βασικές αγορές ως CE. Οριζόμενοι με αυτό τον τρόπο , οι δύο προσεγγίσεις δεν αποκλείονται αμοιβαία. Ειδικότερα, η CE μπορεί ή δεν μπορεί να εμφανισθεί στον ισολογισμό της ΚΤ κάτι που εξαρτάται από τις στειροποιητικές δυνάμεις που θέτει σε κίνηση η ίδια. 

Ο Κυβερνήτης της Τραπέζης της Αγγλίας [ Bank of England (BoE)] King[8]προβαίνει σε μια διάκριση μεταξύ “conventional unconventional” πολιτικής – αγορά υψηλής ρευστότητας στοιχείων του ενεργητικού , όπως είναι τα κρατικά ομόλογα, για να αυξήσει  την προσφορά χρήματος και τα  “unconventional unconventional” μέτρα , που έχουν στόχο να αυξήσουν τη ρευστότητα σε ορισμένες πιστωτικές αγορές διαμέσου στοχευμένων αγορών  στοιχείων του ενεργητικού. Η πρώτη περίπτωση προσομοιάζει προς την πολιτική QE , ενώ η δεύτερη προς την πολιτική  CE. Η Τραπέζης της Αγγλίας έχει δημοσιεύσει για τα ζητήματα αυτά σχετικές εργασίες[9]

Η  ΕΚΤ χαρακτήρισε τη δικής της παρέμβαση  ως «αυξημένη πιστοδοτική διευκόλυνση» [ enhanced credit support][10] .
Συγκεκριμένες παρεμβάσεις των FED, Bank of England, ECB.

Bank of   England[11].

Η Τράπεζα της Αγγλίας αγόρασε χρεόγραφα συνολικού ύψους περίπου 165 δις στερλίνες το Σεπτέμβριο του 2009. Το Νοέμβριο του 2010 αποφάσισε να αγοράσει άλλα 200 δις στερλίνες. Τον Οκτώβριο 2011 επίσης προέβηκε σε αγορά χρεογράφων επιπλέον 75 δις στερλινών. Τον Φεβρουάριο του 2012 σε νέα αγορά 50 δις στερλινών , τον Ιούλιο ανακοίνωσε αγορές 50 δις στερλίνες και αποφάσισε το συνολικό ύψος του προγράμματος να φθάσει στα 350 δις στερλίνες. Σύμφωνα με ανακοίνωσή της προτίθεται να αγοράσει το 70,0% από κάθε έκδοση κυβερνητικών ομολόγων [12].  

EBC.
Η πτώχευση της  Lehman Brothers στις 15 Σεπτεμβρίου 2008 αποτέλεσε το σημείο καμπής που οδήγησε το  διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα  σε μια βαθειά συστημική κρίση. Το γεγονός αυτό προκάλεσε αλυσιδωτές αντιδράσεις σε όλο το φάσμα του χρηματοπιστωτικού συστήματος, και πρωταρχικά οδήγησε στο ουσιαστικά ολοσχερές πάγωμα της διατραπεζικής αγοράς. Για την αντιμετώπιση της συγκεκριμένης κατάστασης , η ΕΚΤ εισήγαγε  για πρώτη φορά μη-συμβατικά μέτρα νομισματικής πολιτικής για να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τα διαρκώς οξυνόμενα προβλήματα. Συγκεκριμένα :
Θεσπίστηκε για τις  πράξεις βασικής και μακροπρόθεσμης αναχρηματοδότησης μέσω δημοπρασιών η κάλυψη  όλης της ζητούμενης ρευστότητα με σταθερό επιτόκιο( fixed rate-full allotment)[13]
Διεύρυνε τα αποδεχόμενα ενέχυρα  από την ΕΚΤ κατά τη διενέργεια των πράξεων ανοικτής αγοράς.
Αποφάσισε τη διενέργεια  πράξεων μακροπρόθεσμης χρηματοδότησης με ωρίμανση μέχρι 1 έτος.
Αποφάσισε την έναρξη  προγράμματος απευθείας αγορών καλυμμένων ομολογιών από το Μάιο του 2009 μέχρι το Μάιο του 2010[14]
Αποφάσισε να εκχωρήσει το δικαίωμα  στην Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων να συμμετέχει  στις πράξεις παροχής ρευστότητας του Ευρωσυστήματος
Η κρίση χρέους  αρχικά στην Ελλάδα και στη συνέχεια στις άλλες χώρες της ΕΕ δημιούργησε ένα πολύ  δυσμενές πλαίσιο, η ΕΚΤ, αποφάσισε να ‘’ επιστρατεύσει’’ νέα ή να επανενεργοποιήσει παλαιότερα μέτρα . Συγκεκριμένα :
-Αποφασίστηκε η επανεκκίνηση του προγράμματος αγοράς ιδιωτικών και κρατικών χρεογράφων από τον Αύγουστο του 2011[15]
-Επίσης η επαναφορά  του προγράμματος αγοράς καλυμμένων ομολογιών προκαθορισμένης αξίας 40 δις € μέχρι τουλάχιστον στον Οκτώβριο του 2012.
  -Μη απορρόφηση της υπερβάλλουσας ρευστότητας κατά την τελευταία maintenance period .
  -Διενέργεια δύο πράξεων μακροχρόνιας χρηματοδότησης τρίχρονης         διάρκειας το Δεκέμβριο του 2011 και τον Ιανουάριο του 2012[16] .  
Για την τελευταία παρέμβαση , που αποτελεί και την πιο προωθημένη παρέμβαση μπορούν να ειπωθούν τα παρακάτω:

«Η όξυνση των εντάσεων στις αγορές κρατικών χρεογράφων το δεύτερο εξάμηνο του 2011, στο πλαίσιο των υψηλών επιπέδων αβεβαιότητας, ολοένα και περισσότερο παρεμπόδιζε την πρόσβαση των τραπεζών της ζώνης του ευρώ σε χρηματοδότηση από την αγορά. Εξαιτίας της δυσκολίας αυτής κινδύνευσαν να περιοριστούν οι χορηγήσεις από τα πιστωτικά ιδρύματα της ζώνης του ευρώ προς τα νοικοκυριά και τις μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις.
Προκειμένου να προλάβει τον περιορισμό των χορηγήσεων και να διασφαλίσει ότι η νομισματική πολιτική της ΕΚΤ θα εξακολουθήσει να μεταδίδεται αποτελεσματικά στην πραγματική οικονομία, διαφυλάσσοντας μ’ αυτό τον τρόπο τη σταθερότητα των τιμών στη ζώνη του ευρώ, το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ αποφάσισε στις 8 Δεκεμβρίου2011 να εφαρμόσει πρόσθετα μη συμβατικά μέτρα νομισματικής πολιτικής.
Η δέσμη μέτρων που συμφωνήθηκε περιελάμβανε δύο πράξεις πιο μακροπρόθεσμης
αναχρηματοδότησης (ΠΠΜΑ) διάρκειας τριών ετών και την επιλογή πρόωρης αποπληρωμής.
Η πρώτη από αυτές τις πράξεις, η οποία διενεργήθηκε στις 21 Δεκεμβρίου 2011, παρείχε
489,2 δις. ευρώ σε 523 πιστωτικά ιδρύματα. Σε αυτά περιλαμβάνονταν 45,7 δις
ευρώ που μεταβιβάστηκαν από την ΠΠΜΑ διάρκειας 12 μηνών που διενεργήθηκε τον
Οκτώβριο του 2011, με την οποία χορηγήθηκε καθαρή ρευστότητα ύψους 210,0 δις ευρώ.
Με τη δεύτερη πράξη, που διενεργήθηκε στις 29 Φεβρουαρίου 2012,κατανεμήθηκαν 529,5 δις. ευρώ σε 800 πιστωτικά ιδρύματα, επιπλέον των 6,5 δις ευρώ που κατανεμήθηκαν με την τακτική ΠΠΜΑ διάρκειας τριών μηνών την ίδια ημερομηνία. Λαμβάνοντας υπόψη και τα 29,5 δις ευρώ που κατανεμήθηκαν με την εβδομαδιαία πράξη κύριας αναχρηματοδότησης (ΠΚΑ), το Ευρωσύστημα παρείχε συνολικά 565,5 δις ευρώ με αυτές τις τρεις πράξεις παροχής ρευστότητας, οι οποίες πρέπει να ειδωθούν στο πλαίσιο των πράξεων που έληγαν εκείνη την εβδομάδα, το συνολικό ύψος των οποίων ανερχόταν στα 254,9 δις. ευρώ.
Η ανάλυση σε συνδυασμό με αποσπασματικές πληροφορίες που παρασχέθηκαν από τράπεζες, υποδηλώνουν ότι το θέμα της χρηματοδότησης διαδραμάτισε σημαντικότατο ρόλο στη συμπεριφορά των τραπεζών κατά την υποβολή προσφορών στις ΠΠΜΑ διάρκειας τριών ετών».
ΕΚΤ  Μηνιαίο Δελτίο Μάρτιος 2012

Την 6η Σεπτεμβρίου 2012  η ΕΚΤ αποφάσισε νέα παρέμβαση με μη συμβατικά μέτρα . Το νέο πρόγραμμα ονομάστηκε  Πρόγραμμα Άμεσων Νομισματικών Συναλλαγών (OMT), (Outright Monetary Transactions).  

• Με το Πρόγραμμα Άμεσων Νομισματικών Συναλλαγών (OMT), (Outright Monetary Transactions)  που ανακοινώθηκε, η ΕΚΤ θα μπορεί να αγοράσει –στη δευτερογενή αγορά- απεριόριστο αριθμό ομολόγων κρατών-μελών της ευρωζώνης που αντιμετωπίζουν πρόβλημα δανεισμού.
• Τα ομόλογα που θα αγοράζει η ΕΚΤ θα έχουν διάρκεια έως και τρία έτη, έως την ωρίμανσή τους (π.χ. θα μπορεί να αγοράζει και δεκαετές ομόλογο, αρκεί να μένουν έως και τρία χρόνια μέχρι τη λήξη του).
• Προϋπόθεση για την παρέμβαση της ΕΚΤ στη δευτερογενή αγορά θα είναι το επωφελούμενο κράτος να έχει υπαχθεί προηγουμένως σε Πρόγραμμα Προσαρμογής και οι Ευρωπαϊκοί Μηχανισμοί (EFSF/ESM) να έχουν παρέμβει στην πρωτογενή αγορά ομολόγων του ίδιου κράτους. Θα επιδιώκεται επίσης και η συμμετοχή του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου στο Πρόγραμμα Προσαρμογής του επωφελούμενου κράτους.
• Αν το επωφελούμενο κράτος δεν συμμορφώνεται με τους όρους του Μνημονίου που έχει υπογράψει με τον EFSF/ESM και το ΔΝΤ, τότε η ΕΚΤ θα αποσύρεται από τη δευτερογενή αγορά ομολόγων.
• Η ΕΚΤ θα μπορεί να αγοράζει στη δευτερογενή αγορά και ομόλογα κρατών που ήδη έχουν υπογράψει σε Μνημόνιο (Ιρλανδία, Πορτογαλία, Ελλάδα), εφόσον αυτά όμως βρίσκονται κοντά στην ανάκτηση της πρόσβασής τους στις αγορές, προς το τέλος δηλαδή του Προγράμματος.
• Σε περίπτωση χρεοκοπίας επωφελούμενου κράτους-μέλους της ευρωζώνης, τα ομόλογα της ΕΚΤ δεν θα έχουν προτεραιότητα έναντι των ομολόγων που κατέχουν οι ιδιώτες πιστωτές.
• Μέσω της λεγόμενης «αποστείρωσης», όσο «νέο χρήμα» θα δημιουργηθεί από την παρέμβαση της ΕΚΤ, άλλο τόσο θα αποσυρθεί από την αγορά, επίσης με παρέμβαση της ΕΚΤ. Έτσι, θα αποφευχθούν οι πληθωριστικές πιέσεις.
• Το προηγούμενο πρόγραμμα αγοράς ομολόγων (SMP) της ΕΚΤ, από χθες τερματίστηκε.
• Κάθε μήνα, η ΕΚΤ θα δημοσιεύει το ποσό των ομολόγων που αγόρασε στο πλαίσιο του Προγράμματος OMT και το χαρτοφυλάκιο ομολόγων που διαθέτει ανά χώρα της ευρωζώνης.
• Καταργούνται τα κατώτατα όρια πιστοληπτικής αξιολόγησης που απαιτούσε η ΕΚΤ, ώστε να δεχθεί κρατικά ομόλογα της ευρωζώνης ως εγγυήσεις. Η πρόβλεψη αυτή δεν ισχύει προς το παρόν για την Ελλάδα.
• Το βασικό επιτόκιο της ΕΚΤ παρέμεινε αμετάβλητο στο 0.75%.




Πίνακας 1
Εξέλιξη του Ισολογισμού της ΕΚΤ 2008-2012.(σε εκ ευρώ)
Ημερομηνία
Μέγεθος
19.12.2008
2.021.861
18.12.2009
1.842.353
17.12.2010
1.945.232
17.12.2011
2.493.806
29.06.2012
3.102.227
Πηγή : ΕΚΤ


FED.
 Η πρωτόγνωρη αντίδραση της FED, τόσο σε έκταση όσο και σε μέγεθος, στη χρηματοπιστωτική κρίση του 2007-2009, έγινε στα πλαίσια της εξουσίας της να δρα ως δανειστής έσχατης προσφυγής. Στη FED έχει χορηγηθεί η εξουσία να ενεργεί ως δανειστής έσχατης προσφυγής, όπως προκύπτει από το άρθρο 13(3) του Καταστατικού της. Τα προγράμματα ρευστότητας της FED διακρίνονται σε τρις κατηγορίες: 1) προγράμματα παροχής βραχυπρόθεσμης ρευστότητας, 2) απευθείας αγορά περιουσιακών στοιχείων , 3) πρόγραμμα αγοράς μακροχρόνιων τίτλων.
Τα  μέσα που χρησιμοποιήθηκαν για την άσκηση της νομισματικής πολιτικής με την μορφή του Credit Easing ήταν τα ακόλουθα[17]:
Lending to Financial Institutions
Repurchase Agreement
Term Auction Credit
Credit to Depositary Institutions.
Credit Extensions
Other Federal Reserve Assets
Currency Swaps
Securities Lent to Dealers

Providing  Liquidity to Key Credit Markets.
Asset –Backed Commercial Paper Money Market Mutual Fund Liquidity Facility
Term  Asset – Backed Securities Loan Facility
Maiden Lane
Long Term Treasure Purchase
Traditional Security Holdings
Securities Held Outright

Federal Agency Debt and Mortgage – Backed Securities Purchases
Mortgage – Backed Securities
Federal Agency Debt Securities














Γραφική Παράσταση 1
Τα νομισματικά μέσα που χρησιμοποίησε η FED. (σε εκατ. δολάρια).

















ΚΩΣΤΑΣ  ΜΕΛΑΣ  10.09.2012






[1] Για πρώτη φορά ο όρος χρησιμοποιήθηκε από  τον  Richard Werner  σε άρθρο που δημοσιεύτηκε στην κυριότερη καθημερινή οικονομική εφημερίδα της Ιαπωνίας  , The Nikkei, το 1995 :: Richard Werner (1995), "Keizai Kyoshitsu: Keiki kaifuku, ryoteiki kinyu kanwa kara," Nikkei, 2 September 1995, p. 26 . Από την  Bank of Japan χρησιμοποιήθηκε στις 19 Μαρτίου 2001
[2] Ο όρος συμβατικά ή μη συμβατικά μέσα νομισματικής πολιτικής  βεβαίως ορίζονται ως τέτοια με βάση τις τυπολογίες της σημερινής κυρίαρχης οικονομικής θεωρίας, περί του ρόλου των κεντρικών τραπεζών . Συνεπώς χαρακτηρίζονται ως συμβατικά ή μη – συμβατικά …..εκ συμβάσεως και μόνο .

[3] Για μια συνοπτική παρουσίαση του ζητήματος βλ: D.L. Thorton, Monetizing the Debt, Economic Synopses , Number 14, 2010, Federal Reserve of St. Louis.
onventional Times:
Cr[4] Vladimir Klyuev, Phil de Imus, and Krishna Srinivasan: Unconventional Choices for Unconventional Times : Credit  and Quantitative Easing in Advanced Economies . IMF  4. 2009r Unconventional Times:
Credit and Quantitative Easing Quantitative Easing in Advanced Economies
[5] Bernanke, Ben S., 2009, The Crisis and the Policy Response, the Stamp Lecture at the London School of Economics, January 13, 2009.
[6] Buiter, Willem, 2008, Quantitative Easing and Qualitative Easing: a Terminological and Taxonomic Proposal. Available via the Internet:
http://blogs.ft.com/maverecon/2008/12/quantitative-easing-and-qualitative-easing-aterminological-and-taxonomic-proposal/
[7] Bank of Canada, 2009, Monetary Policy Report, April 2009 (Ottawa).
[8] King, Mervin, 2009, Speech to the CBI Dinner, Nottingham, at the East Midlands
Conference  Centre, January 20, 2009.
[9] James Benford, Stuart Berry, Kalin Nikolov and Chris Young of the Bank’s Monetary Analysis Division and Mark Robson of the Bank’s Notes Division, : Quantitative Easing, Quarterly Bulletin 2009 Q2.
Bank of England : Quantitative Easing Explained. London 2011.
Michael Joyce, Matthew Tong and Robert Woods of the Bank’s Macro Financial Analysis Division, The United Kingdom’s quantitative easing policy: design, operation and impact. Quarterly Bulletin 2011 Q2

[10] Ο όρος  προέκυψε  το 2009, όταν και πρωτοεμφανίστηκε σε ομιλία του τότε επικεφαλής της ΕΚΤ κ. Jean-Claude Trichet  στην οποία σημειώνει ότι η αυξημένη πιστοδοτική διευκόλυνση συνιστά μια πολιτική στραμμένη κυρίως  προς τα πιστωτικά ιδρύματα, βλ Jean Claude Trichet, Keynote address at the University of Munich, ‘’ECBs enhanced credit support’’, 13 July 2009 http://www.ecb.int/press/key/date/2009/html/sp090713.en.html . Επίσης στο : ECB, Annual Report 2009, p. 18-19

[11] Michael Joyce, Matthew Tong and Robert Woods of the Bank’s Macro Financial Analysis Division, The United Kingdom’s quantitative easing policy: design, operation and impact. Quarterly Bulletin 2011 Q2

[12] BBC, A flat economy , 12.01 .2012


[13] Προ κρίσης, η παροχή ρευστότητας από το Ευρωσύστημα στα πιστωτικά ιδρύματα διεξαγόταν με διαδικασία δημοπράτησης κυμαινόμενου επιτοκίου με προκαθορισμένη ποσότητα ρευστότητας. Σ’ αυτές τις δημοπρατήσεις δεν υπήρχε ο κίνδυνος της έλλειψης ρευστότητας γιατί η οποιαδήποτε έλλειψη μπορούσε να καλυφθεί από την διατραπεζική αγορά. Στην περίοδο της κρίσης, όμως, υπάρχει τέτοια αβεβαιότητα που ,όπως αναφέρθηκε παραπάνω, οι συναλλαγές στη διατραπεζική έχουν σχεδόν εξαλειφθεί και συνεπώς δεν θα μπορούσαν να καλυφθούν τα ενδεχόμενα χρηματοδοτικά κενά.
Αυτό το ρόλο της κάλυψης του χρηματοδοτικού κενού ανέλαβε η ΕΚΤ δημιουργώντας ουσιαστικά ένα κυρίαρχο μοντέλο χρηματοπιστωτικής διαμεσολάβησης με πυρήνα την ίδια την ΕΚΤ και παράκαμψη σημαντικών υπο-αγορών στην χρηματαγορά εν γένει. 
[14] Η αγορά των καλυμμένων ομολογιών αποτελεί μια πολύ σημαντική αγορά στην Ευρωζώνη μέσω της οποίας διεξάγεται μεγάλο μέρος τόσο του τραπεζικού τομέα όσο και πολλών επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται σε εμπορικές πράξεις έξω από το φάσμα των υπηρεσιών που προσφέρουν τα πιστωτικά ιδρύματα. Βλ. για μεγαλύτερη ανάλυση ECB, Monthly Bulletin, July 2011, ‘’ The ECB’s non- standard measures- Impact  and Phasing-out, p. 65 & ECB, Annual Report 2009, p. 17-18
[15] Το πρόγραμμα αγοράς χρεογράφων είχε σταματήσει τον Μάρτιο του 2011. Η  ΕΚΤ μέχρι το τέλος του 2011 κατείχε κρατικά χρεόγραφα συνολικής αξίας 211,4 δις €.
[16] Για περισσότερες λεπτομέρειες βλ. ECB Annual Report 2011, p. 14-16
[17] http://www.clevelandfed.org/research/data/credit_easing/index.cfm