Τρίτη, 21 Αυγούστου 2012

Περί του «κατώτερου επιπέδου ισορροπίας του εισοδήματος» και άλλων τινών.


Θυμάται άραγε κανείς ποιοι είναι οι τελικοί στόχοι του Μνημονίου μέσα στην παραζάλη των συνεχών και αλλεπάλληλων μέτρων συσταλτικής πολιτικής που λαμβάνουν οι ελληνικές κυβερνήσεις , ανεξαρτήτου σύνθεσης και ιδεολογικού προσανατολισμού. Άλλωστε που καιρός για ιδεολογίες και αντιπαραθέσεις εν μέσω μιας κρίσης που έχει αρχή αλλά όπως φαίνεται δεν έχει τέλος. Ας το υπενθυμίσουμε λοιπόν: η ελληνική οικονομία θα πρέπει να δημιουργήσει συνεχή πρωτογενή πλεονάσματα της τάξεως του 5,0-6,0% του ΑΕΠ και να αναπτύσσεται με 2,0-3,0% ετησίως έτσι ώστε αφενός να μπορεί αν αποπληρώνει τις υποχρεώσεις της ώστε το ΔΧ/ΑΕΠ το 2020 να αντιστοιχεί στο 120,0% και αφετέρου να ξανακερδίσει την   εμπιστοσύνη από τις χρηματοπιστωτικές αγορές έτσι ώστε να μπορεί να δανεισθεί τα απαιτούμενα κεφάλαια για την λειτουργία της οικονομίας της και πρωτίστως την αναπτυξιακή. Το ότι κανείς δεν ομιλεί για όλα αυτά δεν σημαίνει ότι δεν εξακολουθούν να λειτουργούν ως προϋποθέσεις για την ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας. Όμως πόσο απέχει η σημερινή κατάσταση από την σχεδιασθείσα επί χάρτου;
Τα μέτρα που έχουν ληφθεί και συνεχίζουν να λαμβάνονται και θα συνεχίσουν να λαμβάνονται συστέλλουν ουσιαστικά το ΑΕΠ. Αυτό είναι γνωστό στους επιβάλλοντες   αλλά και στους ασκούντες την οικονομική πολιτική. Δεν αποτελεί προνόμιο των αντιπολιτευόμενων πολιτικών δυνάμεων ή των οικονομικών αναλυτών που το επαναλαμβάνουν κατά κόρον ως τρομακτικό αμαχητό επιχείρημα στη καθημερινή διαμάχη που διεξάγεται στα ΜΜΕ. Ίσως το σωστό επιχείρημα είναι το μέγεθος της ύφεσης σε σχέση με τις εκτιμήσεις και τις προβλέψεις που είχαν πραγματοποιηθεί. Είναι πολύ σοβαρό επιχείρημα η απόκλιση του μεγέθους της πραγματοποιημένης μείωσης του ΑΕΠ σε σχέση με την εκτιμώμενη, διότι το ΑΕΠ αποτελεί υπό μιαν έννοια το μέτρο με το οποίο υπολογίζονται όλα τα υπόλοιπα μεγέθη (μέσα ή στόχοι) . Μια αστοχία στην πρόβλεψη του μεγέθους του ΑΕΠ προκαλεί πλήρη αποτυχία ουσιαστικά στο πρόγραμμα διότι παρασύρει και τα υπόλοιπα μεγέθη. Άρα λοιπόν το  επιχείρημα ότι τα μέτρα προκαλούν ύφεση είναι τουλάχιστον μαχητό για να μην πούμε διάτρητο. Το σωστό επιχείρημα θα ήταν η αστοχία της πρόβλεψης αλλά και μια μεγάλη αστοχία  στην πρόβλεψη σχετικά με το  χρονικό διάστημα κατά το οποίο η ελληνική οικονομία θα βρίσκεται σε ύφεση .  Σύμφωνα με τις αρχικές προβλέψεις του Μνημονίου η υπολογιζόμενη ύφεση θα έφθανε στο 6,6% του ΑΕΠ για τα έτη 2010-2011.Το 2012 υπολογιζόταν ότι θα είχαμε μεγέθυνση 1,1% του ΑΕΠ. Αντιθέτως η συνολική ύφεση τα έτη 2010-2011 έφθασε στο 10,4% του ΑΕΠ και το 2012 υπολογίζεται στο 7,4% του ΑΕΠ. Συνολικά για τα τρία χρόνια του προγράμματος έχουμε ύφεση της τάξεως του 17,8% του ΑΕΠ. Αν υπολογίσουμε ότι και τα δύο προηγούμενα έτη 2008 και 2009 υπήρχε ύφεση (0,2% και 3,2%) αθροιστικά  3,4% η συνολική ύφεση τα τελευταία πέντε χρόνια (2008-2012) θα φθάσει τα 21,2% του ΑΕΠ. Για να γίνει αντιληπτό αυτό μπορούμε να δώσουμε τα απόλυτα νούμερα : το 2008 το ΑΕΠ της Ελλάδος ήταν 232.920 δις ευρώ ενώ το 2012 θα περιορισθεί σε 199.171 δις ευρώ. Δηλαδή μείωση κατά  33749 δις ευρώ .  Αυτό σημαίνει ότι η ελληνική οικονομία παρήγαγε μικρότερο συνολικό προϊόν , κατά το αναφερθέν μέγεθος, γεγονός που σημαίνει ότι και  οι αμοιβές της εξαρτημένης εργασίας ,  το ακαθάριστο λειτουργικό πλεόνασμα και οι φόροι επί της παραγωγής και των εισαγωγών μειώθηκαν συνολικά, κατά το αντίστοιχο ποσό. Τα νέα μέτρα 11,5 έως 13,0 δις ευρώ, για τα έτη 2013 και 2014  είναι βέβαιο ότι θα έχουν σημαντικά συσταλτικά αποτελέσματα στο ΑΕΠ. Θα λειτουργήσουν περαιτέρω υφεσιακά. Αυτό αποτελεί τη μόνη βεβαιότητα που έχουμε. Τα περίφημα διαρθρωτικά μέσα , ακόμη και αν εφαρμοστούν πλήρως σύμφωνα με τις οδηγίες της Τρόϊκας , θα χρειαστεί μεγάλο διάστημα για να δούμε αν θα αποδώσουν στην ελληνική οικονομία. Επομένως στο προσεχές διάστημα δεν θα πρέπει να περιμένουμε θετικά αποτελέσματα από αυτή την πλευρά. Όμως αυτή η τρομακτική μείωση του ΑΕΠ λόγω της συσταλτικής δημοσιονομικής πολιτικής με στόχο την εξισορρόπηση της ελληνικής οικονομίας σε «κατώτερο επίπεδο ισορροπίας» σε ποιο βαθμό είναι ελεγχόμενη από τους ασκούντες την οικονομική πολιτική ; Γιατί μια οικονομία που κατρακυλάει με ρυθμούς έξω από τους σχεδιασθέντες μέχρι σήμερα , μπορεί να θεωρήσουμε ότι θα την καθοδηγήσουν έτσι ώστε να επιτύχει αλλά και να ισορροπήσει  σε ένα «επιθυμητό κατώτερο  επίπεδο;».  Ποιο είναι όμως αυτό το επίπεδο ; Όπως έχουν εξελιχθεί τα γεγονότα στην ελληνική οικονομία το «κατώτερο επιθυμητό επίπεδο ισορροπίας εισοδήματος» ήταν αρχικά για το Μνημόνιο  εκείνο το επίπεδο που αντιστοιχούσε σε συνολική ύφεση – μείωση του ΑΕΠ κατά 6,6% . Αυτό το επίπεδο από τη στιγμή που τα αποτελέσματα για το πρωτογενές έλλειμμα δεν επετεύχθησαν άλλαξε άρδην και μεταφέρθηκε σε χαμηλότερο επίπεδο δεδομένου ότι πάρθηκαν νέα συσταλτικά μέσα ώστε να επιτευχθεί ο πρωταρχικός στόχος του πρωτογενούς πλεονάσματος. Συνεπώς το «κατώτερο επιθυμητό επίπεδο ισορροπίας του εισοδήματος» είναι συνάρτηση της επίτευξης πρωτογενούς πλεονάσματος το οποίο για να επιτευχθεί απαιτεί όλο και περισσότερο συσταλτικά μέσα δημοσιονομικής πολιτικής (αύξηση εσόδων ή μείωση δαπανών) τα οποία επιταχύνουν  τη μείωση του ΑΕΠ άρα και τη δυνατότητά του να παράγει αρκετά έσοδα ικανά να δημιουργήσουν πρωτογενές πλεόνασμα. Τα στοιχεία των εσόδων του τακτικού  προϋπολογισμού της Κεντρικής Κυβέρνησης δείχνουν περίτρανα τα παραπάνω : Ειδικότερα, το ύψος των καθαρών εσόδων του τακτικού προϋπολογισμού ανήλθε σε 25.847 εκατ. ευρώ το διάστημα Ιανουαρίου – Ιουλίου 2012, παρουσιάζοντας απόκλιση κατά 2.235  εκατ. ευρώ έναντι του στόχου (28.081 εκατ. ευρώ) του συμπληρωματικού προϋπολογισμού για το 2012. Έναντι  του αντίστοιχου διαστήματος του 2011 παρουσιάζεται επίσης μείωση κατά 1 δις. Ευρώ.
Το πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής δεν εμπεριέχει καθόλου μέτρα υποστήριξης της μεγέθυνσης του εισοδήματος  όταν βρεθεί το υποτιθέμενο επιθυμητό σημείο κατώτερης ισορροπίας. Αυτό επαφίεται στους ιθαγενείς με βάση όμως συγκεκριμένες οδηγίες  που συνάγονται από το οικονομικό υπόδειγμα όπου οι εξαγωγές θα αποτελούν τη μηχανή του τραίνου της ανάπτυξης.   
Η άλλη μεγάλη πολιτική και οικονομική αστοχία του προγράμματος η οποία εξακολουθεί να βαρύνει την ελληνική οικονομία είναι στο πλαίσιο της «εσωτερικής υποτίμησης» η εξέλιξη του πληθωρισμού. Σύμφωνα με τη θεωρία της Τρόϊκας , η μείωση των μισθών θα προκαλέσει μείωση της ζήτησης και συνεπώς στη συνέχεια αναλογική μείωση των τιμών των προϊόντων. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, αν και η οικονομία συρρικνώθηκε κατά 17,4% από το δεύτερο τρίμηνο του 2008 έως το δεύτερο τρίμηνο του 2012 και η ιδιωτική κατανάλωση το ίδιο διάστημα υποχώρησε κατά 17,1% , σε απόλυτα νούμερα από 38,4 δις ευρώ σε 31,8 δις ευρώ, ο ρυθμός μεταβολής του γενικού επιπέδου τιμών (πληθωρισμός) αυξήθηκε κατά 10% από τον Ιούλιο του 2008 έως τον Ιούλιο του 2012. Όμως σύμφωνα με το Μνημόνιο το 2010 ο πληθωρισμός θα ήταν 1,9% (έκλεισε στο 4,2%) , το 2011 θα έπρεπε να είχαμε αντιπληθωρισμό -0,4% ( έκλεισε στο 3,3%). Φαίνεται λοιπόν ότι οι τιμές των προϊόντων δεν μπορούν να  ακολουθήσουν τη διοικητική μείωση των ονομαστικών μισθών.  Η εξήγηση που δίνεται είναι αφενός ότι πολλά πλέον προϊόντα είναι διεθνώς εμπορεύσιμα (δηλαδή η ελληνική οικονομία είναι price taker) και αφετέρου ότι οι εγχώριες αγορές λειτουργούν ολιγοπωλιακά και δεν ανταποκρίνονται σε όσα προκύπτουν από τη θεωρία που ακολουθεί η Τρόϊκα.  Όμως το ότι οι ελληνικές αγορές λειτουργούν κατά αυτό τον τρόπο ήταν γνωστό . Επομένως δεν θα έπρεπε να  εφαρμόζονται αποφάνσεις μιας θεωρίας που είναι σε πλήρη αντίθεση με την ελληνική  πραγματικότητα.   Εντούτοις η Τρόϊκα επιμένει στο αρχικό  σχέδιο της  επιδιώκοντας απλά  περαιτέρω μείωση των μισθών ως βασικής προϋπόθεσης μείωσης των τιμών. Αυξάνει δηλαδή την ποσότητα φαρμάκου που όμως δεν επιλύει το πρόβλημα. Αντιθέτως το γεγονός αυτό επιδρά  αρνητικά στην αγοραστική δύναμη των ελλήνων καταναλωτών συμβάλλοντας περαιτέρω και από άλλο κανάλι, στη μείωση της εγχώριας ζήτησης και καταληκτικά στη μεγέθυνση του ΑΕΠ.

Κώστας Μελάς  21.08.2012