Τετάρτη, 29 Αυγούστου 2012

Επανέρχεται με μεγαλοπρέπεια ο άξονας Γερμανίας – Γαλλίας.





Μια κοινή γερμανικογαλλική ομάδα εργασίας δημιουργήθηκε με στόχο τη μελέτη προβλημάτων που έχουν δημιουργηθεί από την κρίση του ευρώ. Είναι το πρώτο αποτέλεσμα της τελευταίας συνάντησης στο Βερολίνο,  των δύο υπουργών οικονομικών Wolfgang Schaeuble και  Pierre Moscovici. Τα κύρια θέματα που θα απασχολήσουν την κοινή ομάδα εργασίας είναι η προβληματική για την τραπεζική ένωση , η ανακεφαλαιοποίηση των ισπανικών τραπεζών , η ενδυνάμωση της δημοσιονομικής και νομισματικής ένωσης και βεβαίως η κατάσταση της Ελλάδος. Η κοινή ομάδα εργασίας θα πρέπει να μελετήσει τα συγκεκριμένα ζητήματα , χωρίς να αποκλείονται και άλλα ανοικτά ζητήματα , και να προτείνει σειρά λύσεων μέχρι τις αρχές του Οκτωβρίου, δηλαδή πριν από τη σύνοδο κορυφής του ίδιου μήνα. Η κοινή ομάδα εργασίας βρίσκεται υπό την καθοδήγηση δύο υψηλά ιστάμενων λειτουργών των δύο κυβερνήσεων του Γραμματέα του Γερμανικού Κράτους Thomas Steffen και του Διευθυντή του Γαλλικού Υπουργείου Οικονομικών  Ramon Fernandez

 Η συνεργασία αυτή , μεταξύ των δύο ισχυρότερων οικονομιών  της ΕΕ , συνιστά μια «νέα αρχή» ενδυνάμωσης του άξονα Γερμανίας – Γαλλίας σε σχέση με τις διεργασίες που έχουν ανοίξει με πρωτοβουλία κυρίως του πρωθυπουργού της Ιταλίας Monti  με στόχο την κοινή αντιμετώπιση τους  ή απλά πρόκειται για μια προσπάθεια  διερεύνηση των  προθέσεων των δύο χωρών  δεδομένου ότι έχει διασαλευθεί η μεταξύ τους εμπιστοσύνη μετά την εκλογή  Hollande. Εκ των προτέρων δεν μπορεί με σιγουριά να αποφανθεί κανείς και μόνο εκ του αποτελέσματος της συνεργασίας  θα έχουμε περισσότερο σαφείς απαντήσεις. Όμως δεν μπορεί να είμαστε μακριά από την αλήθεια υποστηρίζοντας ότι ο άξονας Βερολίνου – Παρισιού που  υπέστη μια αρρυθμία με την εκλογή  Hollande επιδιώκεται να επαναρρυθμιστεί  πρωτίστως με πρωτοβουλία της Καγκελαρίου Merkel. Δεν είναι καθόλου τυχαίο το ότι το έγκυρο Der Spiegel ονόμασε την προσέγγιση ως «νέα συμμαχία». Είναι γνωστόν ότι ολόκληρη την περίοδο από την εκλογή Hollande μέχρι και την σύνοδο του Ιουνίου , Γερμανία και Γαλλία απομακρύνθηκαν , μάλιστα κατά τη διάρκεια της συνόδου η Καγκελάριος Merkel βρέθηκε απομονωμένη για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό από τον παραδοσιακό σύμμαχό της τα τελευταία χρόνια , τη Γαλλία.  Η διαμορφωθείσα νέα κατάσταση επέβαλε μια νέα διπλωματία από την μεριά της Γερμανίας για επαναπροσέγγιση της Γαλλίας η οποία όπως φαίνεται κάμφθηκε με τα πρώτα γλυκόλογα του γερμανού Υπουργού των οικονομικών Wolfgang Schäuble ότι χρειάζεται «μια δυναμική μεγέθυνση στην Ευρώπη» κάτι που πρέπει να επιδιωχθεί μαζί με το συγκεκριμένο πρόγραμμα της γερμανικής κυβέρνησης για δημοσιονομική ολοκλήρωση η οποία θα φέρει πιο κοντά το σχέδιο της πολιτικής ενοποίησης. Όπως σημείωσε χαρακτηριστικά ο Schäuble ο σκοπός του γαλλογερμανικού άξονα είναι η σμίκρυνση των αποστάσεων μεταξύ Γαλλίας και Γερμανίας για μια σειρά θέματα αναφορικά με τα ζητήματα που θα συζητηθούν στη σύνοδο κορυφής στα μέσα του Οκτώβρη.  Έτσι φαίνεται να επαναλαμβάνεται το έργο που έχουμε δει πολλές φορές τα τελευταία χρόνια: συνεργασία του άξονα Γαλλίας – Γερμανίας  και κοινή πλατφόρμα σε κάθε κρίσιμο ζήτημα που θα απασχολήσει την εκάστοτε σύνοδο κορυφής. Οι υπόλοιπες χώρες απλά εκφράζουν τις απόψεις τους αν τους ζητηθούν μέσω της προεδρίας της ΕΕ ή στη χειρότερη των περιπτώσεων δεν ερωτούνται.
Με την εκλογή  Hollande , αλλά κυρίως λόγω της βαθειάς κρίσης χρέους που έχει κτυπήσει την ΕΕ, καλλιεργήθηκαν πολλές ελπίδες ότι το σκηνικό θα αλλάξει και θα διαμορφωθεί μια περισσότερο συγκρουσιακή πολιτική κατάσταση με βάση την ομαδοποίηση των χωρών , σε Νότιες και Βόρειες , δεδομένων των διαφορετικών επιπτώσεων της οικονομικής κρίσης. Η Γαλλία στο μυαλό πολλών αναλυτών φαντάζει ως το αντίπαλο δέος της Γερμανικής υπερδύναμης , και μάλιστα με σοσιαλιστή νεοεκλεγμένο Πρόεδρο. Ένα αντίπαλο δέος το οποίο με τη συμμαχία των νοτίων χωρών θα αντιπαρατεθεί στα «μαρμαρένια αλώνια» με την άτεγκτη οικονομική και πολιτική λογική της Γερμανίας. Μάλιστα πολλοί από αυτούς τους αναλυτές φώναξαν «νίκη» αμέσως με την εκλογή  Hollande. Στην Ελλάδα μάλιστα υπήρξε και κάποιος υπερβάλλον ενθουσιασμός.  Όπως όμως εξελίσσονται τα γεγονότα το καλάθι που βαστούμε θα πρέπει να είναι μικρό . Η Γαλλία δύσκολα θα εγκαταλείψει τον άξονα με την Γερμανία για να προσεταιριστεί τις «αδύναμες» οικονομικά χώρες του Νότου . Μάλιστα όταν θα αποφασίσει να τον εγκαταλείψει τότε θα είναι πια αργά.

Κώστας Μελάς. 29.08.2012

Οι επαφές του Α. Σαμαρά και η αναμενόμενη έκθεση της Τρόικας.



Μετά τις επαφές του Αντώνη Σαμαρά σε Βερολίνο και Παρίσι, η τύχη της χώρας μας εξαρτάται από την έκθεση της τρόικας. Πόσο  πιθανό είναι να μην πάρουμε την υπερ-δόση των 31,5 δις. ευρώ και την πολυπόθητη επιμήκυνση;

Νομίζω ότι οι εκθέσεις προόδου της Τρόϊκας οι οποίες αφορούν στο ελληνικό πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής αποτελούσαν και αποτελούν πάντοτε το απαραίτητο «αντικειμενικό»  όχημα   πάνω στο οποίο στηρίζονται οι πολιτικές , άρα και υποκειμενικές  αποφάσεις,  της ΕΕ και του ΔΝΤ , αναφορικά με τον τρόπο αντίδρασης στις συνεχιζόμενες εξελίξεις. Οι Δανειστές της χώρας οι οποίοι είναι και εταίροι στο κοινό νόμισμα έχουν επιβάλλει το συγκεκριμένο πρόγραμμα με τη σύμφωνη γνώμη των ελληνικών κυβερνήσεων , απαιτούν την πλήρη εφαρμογή του κάτι που εξαρτάται προφανώς από πλήθος παραγόντων που δεν ελέγχονται άμεσα ή και καθόλου . Ένας από τους παράγοντες αυτούς είναι η συνεχής δημόσια κοινοποίηση της βούλησης  από τη μεριά της εκάστοτε ελληνικής κυβέρνησης ότι θα υπηρετήσει μέχρι τελευταίας λεπτομέρειας το συγκεκριμένο πρόγραμμα και θα καταβάλει κάθε προσπάθεια για την επιτυχία του. Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις έχουν ανάγκη αυτών των δηλώσεων προκειμένου να μπορούν να διαχειριστούν κατά το δοκούν την κοινή γνώμη των χωρών τους (δεδομένου ότι όλες είναι δημοκρατικά εκλεγμένες κυβερνήσεις και πολύ σύντομα θα βρεθούν μπροστά στην ετυμηγορία των πολιτών τους) οι  οποίες είτε από παράδοση είτε από επικοινωνιακή χειραγώγηση για προφανείς εκλογικές σκοπιμότητες , έχουν αρχίσει σχεδόν πλειοψηφικά να τίθενται ενάντια στις διασώσεις των χωρών του Νότου και σε περαιτέρω βοήθειες. Ως συμπέρασμα συνεπώς η συνέχιση της βοήθειας εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από  πολιτικούς λόγους , εκ των οποίων  κύριος  και βασικός  είναι η σχεδόν πολιτική μη δυνατότητα εκτίμησης των συνεπειών μιας εξόδου της Ελλάδος από το ευρώ. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάτι τέτοιο δεν μπορεί να συμβεί  για  άλλους λόγους μη δυνάμενους σήμερα να συγκεκριμενοποιηθούν περαιτέρω. Εξάλλου η Ιστορία είναι ανοιχτή. Συνεπώς θεωρώ ότι η Ελλάδα και μετά την έκθεση της Τρόικας και παρά τις όσες αρνητικές παρατηρήσεις θα υπάρχουν η δόση θα καταβληθεί.  Τώρα σχετικά με την επιμήκυνση το πλέον πιθανό είναι να έχουμε θετική κατάληξη , με τροποποιήσεις, μόνο αν ισχύσουν βασικές προϋποθέσεις   όπως η χρηματοδότηση του νέου κόστους που θα δημιουργηθεί και το οποίο υπολογίζεται σε 20 δις ευρώ.  Το σχέδιο της ελληνικής κυβέρνησης για να καλύψει  το επιπλέον κόστος φαίνεται ότι είναι το ακόλουθο: γνωρίζει ότι το ΔΝΤ έχει προγραμματίσει  8,2 δις ευρώ επιπλέον βοήθεια  σε περίπτωση που το πρόγραμμα συνεχισθεί και το 2015. Άρα θεωρεί ότι μπορεί να καλύψει ένα μέρος του κόστους με αυτό το ποσό. Βεβαίως αυτό χρειάζεται τη σύμφωνη γνώμη του ΔΝΤ. Το υπόλοιπο σκέφτεται να το καλύψει από έκδοση εντόκων  γραμματίων ή από διευκολύνσεις από την Τράπεζα της Ελλάδος μέσω των προγραμμάτων  emergency lending assistance. Όμως και για τα δύο χρειάζεται η άδεια της ΕΚΤ. Ήδη μέχρι τον Ιούνιο του 2012 το ύψος των εντόκων γραμματίων του ελληνικού δημοσίου ανήλθε σε 14.958,55 δις ευρώ. Ο μόνος πραγματικός κίνδυνος είναι το ΔΝΤ , το οποίο για να συνεχίσει τη βοήθεια  θα πρέπει σύμφωνα με το καταστατικό του , το χρέος της χώρας να είναι διαχειρίσιμο. Το τελευταίο έχει τεθεί σε αμφισβήτηση από το ΔΝΤ και για αυτό προτείνεται (εσωτερικά) η περαιτέρω απομείωση του ελληνικού δημοσίου χρέους ώστε αυτό να καταστεί βιώσιμο.
  

Τι αντίκτυπο θα έχει στην πραγματική οικονομία μια θετική αξιολόγηση της Ελλάδας από τους τροϊκανούς;

Η επίδραση μιας τέτοιας αξιολόγησης νομίζω ότι θα είναι ουδέτερη στην πραγματική οικονομία. Η πραγματική οικονομία χρειάζεται πράξεις πρωταρχικά που θα σηματοδοτούν την αρχή δημιουργίας θετικών προσδοκιών. Οι προσδοκίες φτιάχνονται με έργα και όχι με λόγια. Με έργα που προέρχονται από επενδύσεις οι οποίες θα αρχίσουν σιγά σιγά να απορροφούν την τεράστια ανεργία. Παράλληλα η χώρα έχει ανάγκη από επενδύσεις μέσω των οποίων θα μάθει να (ξανά) παράγει εκ νέου προϊόντα και υπηρεσίες που θα μπορούν να καλύπτουν τις ανάγκες της σε ένα ανταγωνιστικό περιβάλλον. Αν παραμείνουμε για ακόμα μια φορά στα λεγόμενα έργα υποδομής χωρίς να προχωρήσουμε στην παραγωγή περισσοτέρων και σύγχρονων προϊόντων για μια ακόμη φορά θα έχουμε αποτύχει. Υπό αυτήν την έννοια οι ΑΞΕ είναι σημαντικότατες , αλλά και δυσεύρετες για χώρες όπως η Ελλάδα.  

Σε ποιο βαθμό εξαρτάται η σταθερότητα του ελληνικού τραπεζικού συστήματος από το εάν θα πάρουμε τη δόση των 31,5 δις. ευρώ;

Η απάντηση είναι απλή : Από τα 31,5 δις της  επόμενης δόσης  τα 25 δισ. ευρώ αφορούν την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών (ήδη τα 18 δις έχουν δοθεί σε Εθνική, Alpha, Eurobank και Πειραιώς). Επομένως η σταθερότητα του ελληνικού τραπεζικού συστήματος , παράλληλα με τις συγχωνεύσεις , εξαγορές κτλ, εξαρτάται ως προς την κεφαλαιακή του επάρκεια , από τα κεφάλαια της δόσης των 31,5 δις ευρώ. Η νέα κατάσταση που θα υπάρξει στο ελληνικό χρηματοπιστωτικό σύστημα μέχρι τον Δεκέμβριο του 2012, τουλάχιστον προσδοκάται ότι θα εξασφαλίσει την κεφαλαιακή επάρκεια του. Όμως θα πρέπει να σημειώσουμε ότι  η κεφαλαιακή επάρκεια είναι ένα δυναμικό μέγεθος  και εξαρτάται στο μέγιστο βαθμό από την κανονική λειτουργία του στο οικονομικό σύστημα. Αυτή η λειτουργία του χρηματοπιστωτικού συστήματος δεν φαίνεται να πραγματώνεται στο προσεχές μέλλον και όσο οι προσδοκίες για την ανάκαμψη εξακολουθούν να είναι αρνητικές. Δηλαδή για να υπάρξει κανονική λειτουργία του χρηματοπιστωτικού συστήματος πρέπει να προηγηθεί η  κανονική λειτουργία του οικονομικού συστήματος.  Μόνο όταν αρχίσουν  να διατυπώνονται σαφείς και συγκεκριμένες επενδυτικές προτάσεις  η οικονομία θα αρχίσει να ανακάμπτει. Μέχρι σήμερα όμως οι εξελίξεις είναι στην αντίθετη κατεύθυνση .   Μάλιστα τα στοιχεία της ΤτΕ για την Τραπεζική χρηματοδότηση του εγχώριου ιδιωτικού τομέα τον Ιούλιος 2012 επιβεβαιώνουν την θέση μας.  Συγκεκριμένα :
-          Ο ετήσιος ρυθμός μεταβολής της συνολικής χρηματοδότησης του εγχώριου ιδιωτικού τομέα μειώθηκε σε -4,8% τον Ιούλιο του 2012 από -4,3% τον προηγούμενο μήνα και η καθαρή ροή της χρηματοδότησης προς τον εγχώριο ιδιωτικό τομέα τον Ιούλιο του 2012 ήταν αρνητική κατά 1.429 εκατ. ευρώ (Ιούλιος 2011: θετική ροή 13 εκατ. ευρώ).
-          Η καθαρή ροή της χρηματοδότησης προς τις επιχειρήσεις, τον Ιούλιο του 2012, ήταν αρνητική κατά 937 εκατ. ευρώ (Ιούλιος 2011: θετική ροή 564 εκατ. ευρώ) και ο ετήσιος ρυθμός μεταβολής της χρηματοδότησης μειώθηκε σε -5,3% από -4,1% τον προηγούμενο μήνα. Ειδικότερα, ο ετήσιος ρυθμός μεταβολής της χρηματοδότησης των μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων μειώθηκε σε -5,1% από -3,9% τον προηγούμενο μήνα και ο ετήσιος ρυθμός μεταβολής της χρηματοδότησης των ασφαλιστικών επιχειρήσεων και των λοιπών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων μειώθηκε επίσης τον Ιούλιο του 2012, σε -7,4% από -6,7% τον Ιούνιο του 2012.

-          Η καθαρή ροή της χρηματοδότησης προς τους ελεύθερους επαγγελματίες, αγρότες και ατομικές επιχειρήσεις ήταν αρνητική κατά 33 εκατ. ευρώ τον επισκοπούμενο μήνα (Ιούλιος 2011: αρνητική καθαρή ροή 53 εκατ. ευρώ) και ο ετήσιος ρυθμός μεταβολής της χρηματοδότησης ήταν λιγότερο αρνητικός σε σχέση με το προηγούμενο μήνα (Ιούλιος 2012: -5,3%, Ιούνιος 2012: -5,4%).

-          Αρνητική κατά 459 εκατ. ευρώ ήταν η καθαρή ροή χρηματοδότησης προς τους ιδιώτες και τα ιδιωτικά μη κερδοσκοπικά ιδρύματα τον Ιούλιο του 2012 (Ιούλιος 2011: αρνητική καθαρή ροή 497 εκατ. ευρώ). Η εξέλιξη αυτή είχε ως αποτέλεσμα ο ετήσιος ρυθμός μεταβολής της χρηματοδότησης προς τους ιδιώτες και τα ιδιωτικά μη κερδοσκοπικά ιδρύματα να διαμορφωθεί σε -4,3% από -4,4% τον προηγούμενο μήνα.

Κώστας Μελάς , 29.08.2012 . Εφημερίδα Η ΝΙΚΗ.






Πέμπτη, 23 Αυγούστου 2012

Μέχρι το 2015 η ύφεση στην ελληνική οικονομία.



Σύμφωνα με τις τελευταίες πληροφορίες που υπάρχουν από το εσωτερικό του ΔΝΤ , το ταμείο εκτιμά ότι η ύφεση στην Ελλάδα θα συνεχισθεί μέχρι και το 2015, σε αντίθεση με όσα λέγονται από τη μεριά της ελληνικής κυβέρνησης, αλλά και σύμφωνα με το πρόγραμμα της δεύτερης διάσωσης του Μαρτίου το 2012 ,της Τρόϊκας.  Συγκεκριμένα εκτιμά ότι το 2012 η ύφεση θα κυμανθεί πάνω από 7,0% , το 2013 περίπου στο 3,5% , το 2014 στο 1,5% και το 2015 στο 0,5%. Έτσι έρχεται και από την πλευρά του βασικού συντελεστή του προγράμματος «δημοσιονομικής προσαρμογής» η εκτίμηση ότι η ύφεση θα συνεχισθεί τουλάχιστον μέχρι και το 2015. Οι συνέπειες είναι γνωστές και επομένως δεν χρειάζεται να αναφερθούμε σε αυτές παρά μόνο να υπενθυμίσουμε ότι ο βασικός στόχος του προγράμματος για δημόσιο χρέος 120,0% του ΑΕΠ το 2020 είναι αδύνατον να επιτευχθεί. Συνεπώς το ΔΧ/ΑΕΠ θα πρέπει να μειωθεί με διοικητικά μέσα και συγκεκριμένα  με μείωση του  χρέους που διακρατεί ο   επίσημος τομέας (ΕΚΤ  και Χώρες Μέλη) ώστε να γίνει διαχειρίσιμο. Διαχειρίσιμο , με προϋποθέσεις βεβαίως , μπορεί να είναι ένα ΔΧ γύρω στο 80,0% σύμφωνα με όλες τις υπάρχουσες εκτιμήσεις. Παράλληλα το ΔΝΤ επιμένει ότι το ύψος των επιτοκίων των δανείων που έχουν χορηγηθεί από τις χώρες της ΕΕ , θα πρέπει να μειωθεί περαιτέρω.  
Δεν γνωρίζουμε τι ακριβώς εκτιμά η ελληνική κυβέρνηση για τις μελλοντικές εξελίξεις του ρυθμού μεταβολής του ΑΕΠ , αλλά είναι βέβαιο ότι όλα τα παραπάνω είναι εν γνώσει του οικονομικού επιτελείου. Προς το παρόν φαίνεται να είναι απασχολημένο με την κατάρτιση του νέου πακέτου μέτρων δημοσιονομικής προσαρμογής   ύψους 13,5 δις ευρώ τα οποία πρέπει να παρουσιάσει στην Τρόϊκα για τη συνέχιση του προγράμματος οικονομικής βοήθειας. Η παρουσίαση του πακέτου κατ’ αρχάς στον επικεφαλής του euro group  πρωθυπουργό του Λουξεμβούργου Γιούνκερ και στη συνέχεια στην Καγκελάριο Μέρκελ και στον Πρόεδρο Ολάντ , αποτελεί για την κυβέρνηση Σαμαρά μέρος ενός ήδη  εκφρασμένου σχεδίου με στόχο την επιμήκυνση του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής κατά δύο έτη. Οι βασικές αντιρρήσεις για μια τέτοια συμφωνία προέρχονται από τις γνωστές χώρες της Κεντρικής και Βόρειας Ευρώπης , Γερμανία , Ολλανδία, Αυστρία , Φιλανδία,  με βασικό επιχείρημα   ότι η επιμήκυνση του προγράμματος θα έχει και μεγαλύτερο κόστος , το οποίο υπολογίζεται γύρω στα 20-22 δις ευρώ. Κάτι στο οποίο είναι απολύτως αδύνατον  να συμφωνήσουν τα κοινοβούλια των συγκεκριμένων χωρών. Οι δηλώσεις των υπουργών οικονομικών της Γερμανίας , Ολλανδίας και Αυστρίας , σε διάφορα έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα , είναι απολύτως αρνητικές σε μια τέτοια προοπτική. Ο έλληνας πρωθυπουργός με τις τελευταίες δηλώσεις του στη γερμανική εφημερίδα Bild , επιχειρεί να υπερβεί αυτές τις αντιρρήσεις , υποστηρίζοντας ότι η επιμήκυνση του  προγράμματος δεν σημαίνει αναγκαστικά και αύξηση του κόστους και επομένως μεγαλύτερα δάνεια για τις δανείστριες χώρες , ουσιαστικά για όλες τις χώρες της ευρωζώνης.  Όμως αύξηση του κόστους θα υπάρξει έτσι και αλλιώς . Το ζήτημα είναι πως θα καλυφθεί. Το σχέδιο της ελληνικής κυβέρνησης για να καλύψει  το επιπλέον κόστος φαίνεται ότι είναι το ακόλουθο: γνωρίζει ότι το ΔΝΤ έχει προγραμματίσει  8,2 δις ευρώ επιπλέον βοήθεια  σε περίπτωση που το πρόγραμμα συνεχισθεί και το 2015. Άρα θεωρεί ότι μπορεί να καλύψει ένα μέρος του κόστους με αυτό το ποσό. Βεβαίως αυτό χρειάζεται τη σύμφωνη γνώμη του ΔΝΤ. Το υπόλοιπο σκέφτεται να το καλύψει από έκδοση εντόκων  γραμματίων ή από διευκολύνσεις από την Τράπεζα της Ελλάδος μέσω των προγραμμάτων  emergency lending assistance. Όμως και για τα δύο χρειάζεται η άδεια της ΕΚΤ. Ήδη μέχρι τον Ιούνιο του 2012 το ύψος των εντόκων γραμματίων του ελληνικού δημοσίου ανήλθε σε 14.958,55 δις ευρώ.
Τι μπορεί να συναχθεί από τα παραπάνω; Απλά αυτό που εδώ και πολύ καιρό φαντάζει τόσο προφανές : δεν υπάρχει στον ορίζοντα έξοδος από το τούνελ στο οποίο έχει εισέλθει η ελληνική οικονομία με την παρούσα οικονομική πολιτική. Απαιτούνται δραστικές διοικητικές αποφάσεις στον τομέα του δημοσίου χρέους (απομείωση) και των επενδύσεων (αύξηση και όχι μόνο από το εξωτερικό).
ΚΩΣΤΑΣ  ΜΕΛΑΣ  23.08.2012.

Τετάρτη, 22 Αυγούστου 2012

Τι θα γίνει τελικά με την Ελλάδα και την Ευρωζώνη;

 
-Δεν περνάει μέρα που να μην έχουμε κάποιον ή κάποιους φορείς της αγοράς ή εκπροσώπους κρατών οι οποίοι μας δείχνουν εμμέσως ή αμέσως την πόρτα της εξόδου από την ευρωζώνη. Από τι εξαρτάται τελικά η παραμονή μας;

Η παραμονή της Ελλάδος στο ενιαίο νόμισμα όπως έχουν εξελιχθεί τα γεγονότα εξαρτάται από πλήθος παραγόντων και πρωταρχικά από τις αποφάσεις που θα ληφθούν για τη διάσωση της Ισπανίας και της Ιταλίας και οι οποίες θα σηματοδοτήσουν τη συνέχιση ύπαρξης του ενιαίου νομίσματος τουλάχιστον  μέχρι την επόμενη κρίση , η οποία πιθανά να έχει ως πρωταγωνιστή τη Γαλλία. Βεβαίως αυτό δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα μπορεί να αποδεσμευτεί από τις βασικές  υποχρεώσεις τις οποίες (δυστυχώς) έχει αναλάβει από την εποχή του Μνημονίου , τον Μάιο του 2010, και να αρχίσει να πράττει κατά το δοκούν. Είναι εξαιρετικά δύσκολο η Ελλάδα τουλάχιστον αυτή την περίοδο να έχει λόγο στις επερχόμενες  εξελίξεις , όποιες και αν είναι αυτές , ακόμη και ως συμπράττουσα με τις χώρες της Νότιας Ευρώπης όπου ο Μόντι πρωταγωνιστεί σε σειρά κινήσεων μεταξύ των οποίων η σπουδαιότερη είναι η συνεννόηση με τον Ολάντ  με στόχο να πιεσθεί η  Γερμανία να αποδεχτεί  το διευρυμένο ρόλο του EMS και της ΕΚΤ στην αγορά κρατικού χρέους. Η συνάντηση των δύο ηγετών της δεύτερης και τρίτης οικονομίας της ευρωζώνης είναι καθορισμένο για τις αρχές του Σεπτεμβρίου στη Ρώμη,  σύμφωνα με δημοσιεύματα της La Repubblica   της Κυριακής. Σύμφωνα με την εφημερίδα πρωταρχικό σημείο συμφωνίας, εκφρασμένο με όλους τους τρόπους, είναι η θέλησή τους να διασωθεί πάση θυσία η Ελλάδα. Μάλιστα σύμφωνα με κύκλους τόσο του Εliseo  όσο και του Palazzo Ghigi, δεν υπάρχει κανένα σχέδιο Β για την έξοδο της Ελλάδος από το ευρώ που να έχει τεθεί σε διαβούλευση μεταξύ των κρατών - μελών. Αν υπάρχουν σχέδια αυτά είναι από αναλυτές ή από το υπουργείο οικονομίας της Γερμανίας , άλλωστε ο υπουργός Schaeuble  το έχει ήδη παραδεχτεί δημοσίως. Όμως αυτό δεν σημαίνει απολύτως τίποτε. Βεβαίως αν θέλουμε να είμαστε αντικειμενικοί οι πιέσεις από τη μεριά  των γερμανικών γερακιών (Budesbank – Βιομηχανικοί κύκλοι- Πολιτικοί της Δεξιάς κυρίως Χριστιανοκοινωνιστές) προς την Μέρκελ έχουν αυξηθεί τελευταία. Όμως κανένας πολιτικός που σέβεται τον εαυτό του δεν μπορεί να λάβει την πολιτική απόφαση για εκδίωξη ενός κράτους μέλους από τη στιγμή που οι μελλοντικές συνέπειες μιας τέτοιας ενέργειας  είναι παντελώς  αγεωγράφητες.


-Εκείνοι που υποστηρίζουν πως λύση θα ήταν η επιστροφή στη δραχμή επιμένουν πως τελικά δεν κερδίσαμε και πολλά εδώ και 10 χρόνια που είμαστε στην ευρωζώνη. Είναι αλήθεια; Τελικά τι κερδίσαμε και τι χάσαμε από την ευρωζώνη ως χώρα αλλά και στην τσέπη μας;

Η απάντηση δεν είναι καθόλου εύκολη. Δεν είναι εύκολη διότι δεν υπάρχει τρόπος να διαχωρίσουμε τις  λανθασμένες επιλογές των ελληνικών κυβερνήσεων από τα εγγενή δομικά λάθη που υπάρχουν στην αρχιτεκτονική της ευρωζώνης.
 Έχω γράψει ένα βιβλίο[1] προσπαθώντας να απαντήσω σε αυτό το ερώτημα   Υπάρχουν δεκάδες κριτήρια – δείκτες με βάση τους οποίους  καλούμαστε να εξάγουμε τα απαραίτητα συμπεράσματα. Σε πολλούς από αυτούς είμαστε σε πολύ καλύτερη θέση , σε άλλους έχουμε παρουσιάσει υποχώρηση. Δύσκολο να εξαχθούν απόλυτα συμπεράσματα. Παρόλα αυτά η ελληνική οικονομία αναπτύχθηκε με πολύ υψηλούς ανάπτυξης. Όμως επειδή αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό σε δανεικά και σε επιδοτήσεις τίθεται εν αμφιβόλω , μέσω της παρούσας κρίσης, το γενικότερο πλαίσιο αυτού του είδους η ανάπτυξη. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου πάρα πολλοί αύξησαν τα εισοδήματά τους και γενικότερα την περιουσία τους. Η Ελλάδα έζησε μια περίοδο ευημερίας έστω και αν σήμερα πληρώνει το κόστος.
Σε τελευταία ανάλυση θα μπορούσα να επαναλάβω τώρα τους παλιούς μου ισχυρισμούς ότι  η Ελλάδα δεν έπρεπε να έχει εισέλθει στο ευρώ. Δεν ήταν έτοιμη από οικονομικής πλευράς. Η Ελλάδα ίσως θα ήταν σωστό να παραμείνει στην ΕΕ και να εκμεταλλευτεί όλες τις δυνατότητες που της έδιναν οι βαθμοί ελευθερίας στην άσκηση της  οικονομικής πολιτικής.  Πάντως εκτός από την οικονομική πλευρά σημαντικό ρόλο έπαιξαν και οι πολιτικοί παράγοντες και ειδικά η θέση της Ελλάδος στα Βαλκάνια. Η ευρωζώνη είναι μια πολύ δύσκολη υπόθεση για την Ελλάδα και όχι μόνο,  σύμφωνα με τις πρόσφατες εξελίξεις στην Νότια Ευρώπη.

 
-Είναι ακριβής η θέση όσων υποστηρίζουν πως μπήκαμε με ψεύτικα στοιχεία στην ευρωζώνη; Κι αν ναι γιατί το κάναμε;

Νομίζω ότι όλες οι χώρες είχαν λίγο πολύ αποκρύψει οικονομικά στοιχεία. Το πρόβλημα με την Ελλάδα ήταν ότι εισήλθε στην ευρωζώνη με πολύ μεγάλο δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ : 102,7% . Αυτό ήταν  κάτι γνωστό. Όλοι το γνώριζαν . Το όριο ήταν 60,0% του ΑΕΠ. Άλλωστε η αδυναμία χρηματοδότησης του ΔΧ οδήγησε την Ελλάδα στη χρεοκοπία. Μια χώρα με τόσο υψηλό ΔΧ βαδίζει στην κόψη του ξυραφιού. Με την πρώτη κρίση ή με την πρώτη αναποδιά βρίσκεται εκτεθειμένη στην αμείλικτη κρίση των χρηματοπιστωτικών αγορών Η κυβέρνηση Σημίτη απλά θεωρούσε ότι με τον τρόπο αυτό θωρακίζει οικονομικά και πολιτικά την Ελλάδα. Την καθιστά ισοδύναμο εταίρο με τους Γερμανούς και τους Γάλλους. Η απόλυτη κομπορρημοσύνη και  η μέγιστη απληστία .

-Αν μπαίναμε αργότερα τι επιπτώσεις θα είχαμε ;

Θεωρώ ότι θα είχαμε περισσότερες ευκαιρίες να προσαρμόσουμε την οικονομία μας σε πραγματικούς όρους με τις υποχρεώσεις που απέρρεαν  από την εισαγωγή μας στην περιοχή του ενιαίου νομίσματος. Σίγουρα θα είχαμε περισσότερες πιθανότητες για μια σταθερότερη πορεία, χωρίς πολλές από τις ακραίες καταστάσεις που ζήσαμε την τελευταία δεκαετία.

-Σε περίπτωση εξόδου μας από την ευρωζώνη ποιος θα έχει το μεγαλύτερο πρόβλημα, η χώρα μας ή η Ευρώπη;

Νομίζω ότι σίγουρα η χώρα μας θα έχει περισσότερα προβλήματα και όχι μόνο οικονομικά. Η κακή λειτουργία του κράτους και των θεσμών αποτελούν πολύ αρνητικούς παράγοντες σε μια τέτοια περίπτωση, Σήμερα είμαστε μάρτυρες πρωτόγνωρων καταστάσεων εγκληματικότητας . Σκεφτείτε σε μια περίοδο άτακτης χρεοκοπίας. Επιπλέον το άμεσο περιβάλλον της χώρας μας βρίσκεται σε πολύ ρευστή κατάσταση κάτι που θα επιβαρύνει περαιτέρω την κατάσταση. Επιπλέον μια έξοδος της Ελλάδος πιθανά να είναι η αρχή του τέλους της ευρωζώνης κάτι που θα αποδεσμεύσει και από εκεί κινδύνους και προβλήματα τα οποία σήμερα βρίσκονται εν υπνώσει.
 

-Αν βγούμε από την ευρωζώνη τι αξία θα έχουν τα χρήματα μας.

Η περιουσία μας γενικότερα θα υποστεί μείωση ανάλογη με την υποτίμηση του νέου εθνικού νομίσματος της χώρας. Οι περισσότεροι αναλυτές υπολογίζουν την υποτίμηση πάνω από 50,0%.


Κώστας  Μελάς .  22.08.2012. Εφημερίδα Η ΝΙΚΗ .


[1] Κ. Μελάς, Η Σαστισμένη Ευρώπη, Εκδόσεις Εξάντας 2009.  

Τρίτη, 21 Αυγούστου 2012

Περί του «κατώτερου επιπέδου ισορροπίας του εισοδήματος» και άλλων τινών.


Θυμάται άραγε κανείς ποιοι είναι οι τελικοί στόχοι του Μνημονίου μέσα στην παραζάλη των συνεχών και αλλεπάλληλων μέτρων συσταλτικής πολιτικής που λαμβάνουν οι ελληνικές κυβερνήσεις , ανεξαρτήτου σύνθεσης και ιδεολογικού προσανατολισμού. Άλλωστε που καιρός για ιδεολογίες και αντιπαραθέσεις εν μέσω μιας κρίσης που έχει αρχή αλλά όπως φαίνεται δεν έχει τέλος. Ας το υπενθυμίσουμε λοιπόν: η ελληνική οικονομία θα πρέπει να δημιουργήσει συνεχή πρωτογενή πλεονάσματα της τάξεως του 5,0-6,0% του ΑΕΠ και να αναπτύσσεται με 2,0-3,0% ετησίως έτσι ώστε αφενός να μπορεί αν αποπληρώνει τις υποχρεώσεις της ώστε το ΔΧ/ΑΕΠ το 2020 να αντιστοιχεί στο 120,0% και αφετέρου να ξανακερδίσει την   εμπιστοσύνη από τις χρηματοπιστωτικές αγορές έτσι ώστε να μπορεί να δανεισθεί τα απαιτούμενα κεφάλαια για την λειτουργία της οικονομίας της και πρωτίστως την αναπτυξιακή. Το ότι κανείς δεν ομιλεί για όλα αυτά δεν σημαίνει ότι δεν εξακολουθούν να λειτουργούν ως προϋποθέσεις για την ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας. Όμως πόσο απέχει η σημερινή κατάσταση από την σχεδιασθείσα επί χάρτου;
Τα μέτρα που έχουν ληφθεί και συνεχίζουν να λαμβάνονται και θα συνεχίσουν να λαμβάνονται συστέλλουν ουσιαστικά το ΑΕΠ. Αυτό είναι γνωστό στους επιβάλλοντες   αλλά και στους ασκούντες την οικονομική πολιτική. Δεν αποτελεί προνόμιο των αντιπολιτευόμενων πολιτικών δυνάμεων ή των οικονομικών αναλυτών που το επαναλαμβάνουν κατά κόρον ως τρομακτικό αμαχητό επιχείρημα στη καθημερινή διαμάχη που διεξάγεται στα ΜΜΕ. Ίσως το σωστό επιχείρημα είναι το μέγεθος της ύφεσης σε σχέση με τις εκτιμήσεις και τις προβλέψεις που είχαν πραγματοποιηθεί. Είναι πολύ σοβαρό επιχείρημα η απόκλιση του μεγέθους της πραγματοποιημένης μείωσης του ΑΕΠ σε σχέση με την εκτιμώμενη, διότι το ΑΕΠ αποτελεί υπό μιαν έννοια το μέτρο με το οποίο υπολογίζονται όλα τα υπόλοιπα μεγέθη (μέσα ή στόχοι) . Μια αστοχία στην πρόβλεψη του μεγέθους του ΑΕΠ προκαλεί πλήρη αποτυχία ουσιαστικά στο πρόγραμμα διότι παρασύρει και τα υπόλοιπα μεγέθη. Άρα λοιπόν το  επιχείρημα ότι τα μέτρα προκαλούν ύφεση είναι τουλάχιστον μαχητό για να μην πούμε διάτρητο. Το σωστό επιχείρημα θα ήταν η αστοχία της πρόβλεψης αλλά και μια μεγάλη αστοχία  στην πρόβλεψη σχετικά με το  χρονικό διάστημα κατά το οποίο η ελληνική οικονομία θα βρίσκεται σε ύφεση .  Σύμφωνα με τις αρχικές προβλέψεις του Μνημονίου η υπολογιζόμενη ύφεση θα έφθανε στο 6,6% του ΑΕΠ για τα έτη 2010-2011.Το 2012 υπολογιζόταν ότι θα είχαμε μεγέθυνση 1,1% του ΑΕΠ. Αντιθέτως η συνολική ύφεση τα έτη 2010-2011 έφθασε στο 10,4% του ΑΕΠ και το 2012 υπολογίζεται στο 7,4% του ΑΕΠ. Συνολικά για τα τρία χρόνια του προγράμματος έχουμε ύφεση της τάξεως του 17,8% του ΑΕΠ. Αν υπολογίσουμε ότι και τα δύο προηγούμενα έτη 2008 και 2009 υπήρχε ύφεση (0,2% και 3,2%) αθροιστικά  3,4% η συνολική ύφεση τα τελευταία πέντε χρόνια (2008-2012) θα φθάσει τα 21,2% του ΑΕΠ. Για να γίνει αντιληπτό αυτό μπορούμε να δώσουμε τα απόλυτα νούμερα : το 2008 το ΑΕΠ της Ελλάδος ήταν 232.920 δις ευρώ ενώ το 2012 θα περιορισθεί σε 199.171 δις ευρώ. Δηλαδή μείωση κατά  33749 δις ευρώ .  Αυτό σημαίνει ότι η ελληνική οικονομία παρήγαγε μικρότερο συνολικό προϊόν , κατά το αναφερθέν μέγεθος, γεγονός που σημαίνει ότι και  οι αμοιβές της εξαρτημένης εργασίας ,  το ακαθάριστο λειτουργικό πλεόνασμα και οι φόροι επί της παραγωγής και των εισαγωγών μειώθηκαν συνολικά, κατά το αντίστοιχο ποσό. Τα νέα μέτρα 11,5 έως 13,0 δις ευρώ, για τα έτη 2013 και 2014  είναι βέβαιο ότι θα έχουν σημαντικά συσταλτικά αποτελέσματα στο ΑΕΠ. Θα λειτουργήσουν περαιτέρω υφεσιακά. Αυτό αποτελεί τη μόνη βεβαιότητα που έχουμε. Τα περίφημα διαρθρωτικά μέσα , ακόμη και αν εφαρμοστούν πλήρως σύμφωνα με τις οδηγίες της Τρόϊκας , θα χρειαστεί μεγάλο διάστημα για να δούμε αν θα αποδώσουν στην ελληνική οικονομία. Επομένως στο προσεχές διάστημα δεν θα πρέπει να περιμένουμε θετικά αποτελέσματα από αυτή την πλευρά. Όμως αυτή η τρομακτική μείωση του ΑΕΠ λόγω της συσταλτικής δημοσιονομικής πολιτικής με στόχο την εξισορρόπηση της ελληνικής οικονομίας σε «κατώτερο επίπεδο ισορροπίας» σε ποιο βαθμό είναι ελεγχόμενη από τους ασκούντες την οικονομική πολιτική ; Γιατί μια οικονομία που κατρακυλάει με ρυθμούς έξω από τους σχεδιασθέντες μέχρι σήμερα , μπορεί να θεωρήσουμε ότι θα την καθοδηγήσουν έτσι ώστε να επιτύχει αλλά και να ισορροπήσει  σε ένα «επιθυμητό κατώτερο  επίπεδο;».  Ποιο είναι όμως αυτό το επίπεδο ; Όπως έχουν εξελιχθεί τα γεγονότα στην ελληνική οικονομία το «κατώτερο επιθυμητό επίπεδο ισορροπίας εισοδήματος» ήταν αρχικά για το Μνημόνιο  εκείνο το επίπεδο που αντιστοιχούσε σε συνολική ύφεση – μείωση του ΑΕΠ κατά 6,6% . Αυτό το επίπεδο από τη στιγμή που τα αποτελέσματα για το πρωτογενές έλλειμμα δεν επετεύχθησαν άλλαξε άρδην και μεταφέρθηκε σε χαμηλότερο επίπεδο δεδομένου ότι πάρθηκαν νέα συσταλτικά μέσα ώστε να επιτευχθεί ο πρωταρχικός στόχος του πρωτογενούς πλεονάσματος. Συνεπώς το «κατώτερο επιθυμητό επίπεδο ισορροπίας του εισοδήματος» είναι συνάρτηση της επίτευξης πρωτογενούς πλεονάσματος το οποίο για να επιτευχθεί απαιτεί όλο και περισσότερο συσταλτικά μέσα δημοσιονομικής πολιτικής (αύξηση εσόδων ή μείωση δαπανών) τα οποία επιταχύνουν  τη μείωση του ΑΕΠ άρα και τη δυνατότητά του να παράγει αρκετά έσοδα ικανά να δημιουργήσουν πρωτογενές πλεόνασμα. Τα στοιχεία των εσόδων του τακτικού  προϋπολογισμού της Κεντρικής Κυβέρνησης δείχνουν περίτρανα τα παραπάνω : Ειδικότερα, το ύψος των καθαρών εσόδων του τακτικού προϋπολογισμού ανήλθε σε 25.847 εκατ. ευρώ το διάστημα Ιανουαρίου – Ιουλίου 2012, παρουσιάζοντας απόκλιση κατά 2.235  εκατ. ευρώ έναντι του στόχου (28.081 εκατ. ευρώ) του συμπληρωματικού προϋπολογισμού για το 2012. Έναντι  του αντίστοιχου διαστήματος του 2011 παρουσιάζεται επίσης μείωση κατά 1 δις. Ευρώ.
Το πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής δεν εμπεριέχει καθόλου μέτρα υποστήριξης της μεγέθυνσης του εισοδήματος  όταν βρεθεί το υποτιθέμενο επιθυμητό σημείο κατώτερης ισορροπίας. Αυτό επαφίεται στους ιθαγενείς με βάση όμως συγκεκριμένες οδηγίες  που συνάγονται από το οικονομικό υπόδειγμα όπου οι εξαγωγές θα αποτελούν τη μηχανή του τραίνου της ανάπτυξης.   
Η άλλη μεγάλη πολιτική και οικονομική αστοχία του προγράμματος η οποία εξακολουθεί να βαρύνει την ελληνική οικονομία είναι στο πλαίσιο της «εσωτερικής υποτίμησης» η εξέλιξη του πληθωρισμού. Σύμφωνα με τη θεωρία της Τρόϊκας , η μείωση των μισθών θα προκαλέσει μείωση της ζήτησης και συνεπώς στη συνέχεια αναλογική μείωση των τιμών των προϊόντων. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, αν και η οικονομία συρρικνώθηκε κατά 17,4% από το δεύτερο τρίμηνο του 2008 έως το δεύτερο τρίμηνο του 2012 και η ιδιωτική κατανάλωση το ίδιο διάστημα υποχώρησε κατά 17,1% , σε απόλυτα νούμερα από 38,4 δις ευρώ σε 31,8 δις ευρώ, ο ρυθμός μεταβολής του γενικού επιπέδου τιμών (πληθωρισμός) αυξήθηκε κατά 10% από τον Ιούλιο του 2008 έως τον Ιούλιο του 2012. Όμως σύμφωνα με το Μνημόνιο το 2010 ο πληθωρισμός θα ήταν 1,9% (έκλεισε στο 4,2%) , το 2011 θα έπρεπε να είχαμε αντιπληθωρισμό -0,4% ( έκλεισε στο 3,3%). Φαίνεται λοιπόν ότι οι τιμές των προϊόντων δεν μπορούν να  ακολουθήσουν τη διοικητική μείωση των ονομαστικών μισθών.  Η εξήγηση που δίνεται είναι αφενός ότι πολλά πλέον προϊόντα είναι διεθνώς εμπορεύσιμα (δηλαδή η ελληνική οικονομία είναι price taker) και αφετέρου ότι οι εγχώριες αγορές λειτουργούν ολιγοπωλιακά και δεν ανταποκρίνονται σε όσα προκύπτουν από τη θεωρία που ακολουθεί η Τρόϊκα.  Όμως το ότι οι ελληνικές αγορές λειτουργούν κατά αυτό τον τρόπο ήταν γνωστό . Επομένως δεν θα έπρεπε να  εφαρμόζονται αποφάνσεις μιας θεωρίας που είναι σε πλήρη αντίθεση με την ελληνική  πραγματικότητα.   Εντούτοις η Τρόϊκα επιμένει στο αρχικό  σχέδιο της  επιδιώκοντας απλά  περαιτέρω μείωση των μισθών ως βασικής προϋπόθεσης μείωσης των τιμών. Αυξάνει δηλαδή την ποσότητα φαρμάκου που όμως δεν επιλύει το πρόβλημα. Αντιθέτως το γεγονός αυτό επιδρά  αρνητικά στην αγοραστική δύναμη των ελλήνων καταναλωτών συμβάλλοντας περαιτέρω και από άλλο κανάλι, στη μείωση της εγχώριας ζήτησης και καταληκτικά στη μεγέθυνση του ΑΕΠ.

Κώστας Μελάς  21.08.2012