Κυριακή, 15 Ιουλίου 2012

Η ασκούμενη οικονομική πολιτική είναι θεωρητικά και πρακτικά αναποτελεσματική .


Η Ελλάδα  βρίσκεται για  πέμπτο συνεχή χρόνο σε μια  βαθιά και παρατεταμένη ύφεση.
 Η σωρευτική μείωση του ΑΕΠ στην περίοδο 2008-2012 αναμένεται να προσεγγίσει το 20% ενώ η επίσημη ανεργία βρίσκεται σε ανεπίτρεπτα υψηλά επίπεδα και προβλέπεται να καταγράψει και νέα άνοδο το 2012 και να υπερβεί το 24%. Στο προηγούμενο άρθρο μας , έχουμε αναφερθεί για την κατάσταση της ελληνικής οικονομίας . Η κατάσταση είναι τουλάχιστον απελπιστική.
Το ακολουθούμενο μείγμα οικονομικής πολιτικής με στόχο αφενός μεν την αναγκαία δημοσιονομική προσαρμογή αλλά και παράλληλα τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας για την εξισορρόπηση του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών έχει αναγκαστικά περιοριστικές επιδράσεις στην οικονομική δραστηριότητα.
 Η εγχώρια ζήτηση συρρικνώνεται έντονα, που με τη σειρά της επιτείνει την ύφεση και αυξάνει την ανεργία. Με τον τρόπο αυτό και η δημοσιονομική προσαρμογή παρά τον βίαιο , οριζόντιο , μη επιλεκτικά  στοχευμένο και ουσιαστικά τυφλό τρόπο με τον οποίο ασκείται   τα τελευταία τρία χρόνια ,  υπολείπεται σημαντικά  των τεθέντων στόχων, τόσο σε ποσοτική όσο και σε ποιοτική αποτίμηση . Δηλαδή δεν επιτυγχάνονται ούτε οι γενικοί ποσοτικοί στόχοι , ούτε ο τρόπος που προσεγγίζονται συνάδει με αυτόν που είχε προγραμματιστεί. Ως παράδειγμα αναφέρουμε : δεν επιτυγχάνεται η ποσοτική μείωση του ελλείμματος της ΚΚ ως προς το τεθέντα στόχο  ,αλλά και η προσέγγιση του στόχου  γίνεται με μεγαλύτερη (ουσιαστικά ex-post) περικοπή των δαπανών από αυτή που είχε προγραμματισθεί λόγω του ότι ο στόχος των εσόδων βρίσκεται σε μεγάλη απόκλιση .
 Παρακολουθούμε όλοι έκπληκτοι ,μια δημοσιονομική προσαρμογή που δύσκολα κανείς την εντάσσει σε οποιαδήποτε θεωρία της οικονομικής πολιτικής: περισσότερο ομοιάζει με εκτέλεση διοικητικής εντολής με συγκεκριμένο στόχο από ανθρώπους που παρότι εμφανίζονται ως ειδήμονες είναι τελικά κομπογιαννίτες της κακιάς ώρας.  Τούτο λέγεται μετά λόγου γνώσεως και με βάση τα πορίσματα της θεωρίας της οικονομικής πολιτικής. Παραβιάζεται κατ’ αρχάς ,η  βασική αρχή της οικονομικής πολιτικής ,σύμφωνα με την οποία ο αριθμός των μέσων πολιτικής πρέπει να είναι ίσος με τον αριθμό των στόχων που πρέπει να επιτευχθούν[1].
Το αποτέλεσμα είναι η ασκούμενη οικονομική πολιτική να  είναι εξ’ αρχής  αναποτελεσματική , και ως εκ τούτου επιβαρυντική ουσιαστικά για τη λειτουργία της  οικονομίας στο σύνολό της . Όμως αξίζει να πούμε δύο λόγια για το τι σημαίνει , σύμφωνα με την οικονομική θεωρία, αποτελεσματική οικονομική πολιτική . Σημαίνει αφενός ότι υπάρχει σημαντικά μεγάλη πιθανότητα να επιτευχθούν οι τιθέμενοι στόχοι (δεδομένου του καθεστώτος αβεβαιότητας εντός του οποίου λειτουργεί η οικονομία) και η επίτευξη αυτή θα γίνει με το μικρότερο δυνατό κόστος. Το κόστος μετριέται σε μονάδες ευημερίας οι οποίες μεταφράζονται σε μονάδες αγοραστικής δύναμης , σε ρυθμό μεγέθυνσης του ΑΕΠ , σε ποσοστό ανεργίας και σε άλλα ακόμα μεγέθη οικεία στους οικονομολόγους. Επειδή όμως όλα τα μεγέθη στην οικονομία παρουσιάζονται ως κόστη ευκαιρίας , είναι φανερό με βάση τη θεωρία ότι μια οικονομική πολιτική που δεν υπακούει στους κανόνες του θεωρητικού υποδείγματος ex principio , θα έχει μεγαλύτερο κόστος από την ωφέλεια που αναμένεται να προκαλέσει στο μέλλον.  Αν μεταφέρουμε τα παραπάνω στην περίπτωση της ελληνικής οικονομίας διαπιστώνουμε τα ακόλουθα:  
το πρωταρχικό και παρασάγγας σημαντικότερο κόστος είναι αυτό της ανεργίας . Ακολουθούν και άλλα: όπως απαξίωση της ακίνητης και κινητής περιουσίας  των ελλήνων πολιτών, δυσπραγία και χαμηλό επίπεδο παρεχομένων πάσης φύσεως υπηρεσιών του δημοσίου  , καταστροφή οικονομικών πόρων κτλ. Το όφελος αν το ταυτίσουμε με την μη ουσιαστική πτώχευση , θα πρέπει να τεθεί ως ερώτημα τι σημαίνει αυτό. Δηλαδή  ποιο είναι το κατώτατο σημείο όπου χρειάζεται να φθάσει η ελληνική οικονομία για να ισορροπήσει. Πότε θα αρχίσει να σταθεροποιείται.  Εδώ οι ασκούντες την οικονομική πολιτική δεν απαντούν,  η ανάκαμψη της οικονομίας μετατίθεται για αργότερα, αλλά πόσο αργότερα;  Και τι είδους ισορροπία θα είναι αυτή όταν θα έχει προκαλέσει ένα τεράστιο κόστος ανεργίας κοντά στο 30,0% του οικονομικά ενεργού πληθυσμού. Διότι εκεί οδηγούν οι εξελίξεις με τους σημερινούς ρυθμούς για το 2013.
Οι ανισορροπίες της ελληνικής οικονομίας της οποίες προσπαθούν να εξισορροπήσουν οι χαράσσοντες και ασκούντες την οικονομική πολιτική είναι:  ανισορροπία δημοσιονομικού ελλείμματος , ανισορροπία ΔΧ/ΑΕΠ , ανισορροπία ισοζυγίου εξωτερικών συναλλαγών. Σύμφωνα με τη θεωρία θα έπρεπε να διαθέτουν τουλάχιστον τρία μέσα οικονομικής πολιτικής (πχ επιτόκιο, συναλλαγματική ισοτιμία, δημόσιες δαπάνες, φορολογικοί συντελεστές, πραγματικό μισθό κτλ ). Σε διαφορετική περίπτωση οι στόχοι μπορεί να εμφανίζονται λογικά αντιφατικοί και πρακτικά αλληλοσυγκρουόμενοι.  Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα μπορεί να αναφερθεί το ακόλουθο:  ο περιορισμός της ζήτησης που απαιτείται για την εξισορρόπηση του δημοσιονομικού ελλείμματος και του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών δεν συνάδει με την άνοδο της δραστηριότητας που επιβάλλει η ενίσχυση των φορολογικών εσόδων. Μάλιστα τα πράγματα καθίστανται δυσμενέστερα όταν αυτές οι πολιτικές επιβάλλεται να έχουν αποτέλεσμα σε τόσο βραχύ διάστημα που καμιά οικονομία δεν το έχει καταφέρει. Είναι γεγονός ότι η εφαρμοζόμενη οικονομική πολιτική μέσα στο πλαίσιο του δευτέρου μνημονίου και των επιταγών των εφαρμοστικών νόμων οφείλει να επιτύχει ένα ευρύ φάσμα ενδιαμέσων στόχων, η επίτευξη των οποίων είναι προϋπόθεση για την επαναφορά της οικονομίας σε ισορροπία και ακολούθως σε τροχιά διατηρήσιμης ανάπτυξης.
Οι διαμορφωτές του Μνημονίου   οικονομικής πολιτικής στην Ελλάδα έχουν στη διάθεσή τους όμως  ένα μόνο μέσο άσκησης πολιτικής ,τον ονομαστικό μισθό,  και καλούνται με τον μισθό να εξισορροπήσουν όλες τις ανισορροπίες της ελληνικής οικονομίας.
Μάλιστα διαθέτουν και χρησιμοποιούν ένα μέσο που όχι μόνο δεν υποδεικνύεται θεωρητικά  ως τέτοιο, αλλά και δεν χρησιμοποιείται στην πράξη ως τέτοιο λόγω της αναποτελεσματικότητάς του και συνεπώς του υψηλού κόστους του στη γενικότερη λειτουργία της συνολικής οικονομίας .  
Η στενότητα μέσων άσκησης της οικονομικής πολιτικής οφείλεται στον πρόσθετο λόγο ότι η συμμετοχή της χώρας στη νομισματική ένωση την αποστερεί ορισμένων βασικών μέσων οικονομικής πολιτικής τα οποία στην τρέχουσα συγκυρία θα βοηθούσαν στην εξισορρόπηση και συμβιβασμό κάποιων στόχων. Όμως αυτό δεν σημαίνει ότι η χώρα πρέπει να οδηγηθεί στον γκρεμνό, επειδή η νομισματική ένωση κατά τρόπο λανθασμένο και αντεπιστημονικό , έχει θεσπίσει να λειτουργεί με αυτόν τον τρόπο. Στην προκειμένη περίπτωση , αν  επιβάλλουν την συγκεκριμένη οικονομική πολιτική θεωρώντας της ως αρίστη λύση του προβλήματος της ελληνικής οικονομίας , ιστορικά έχει αποδειχτεί ότι οι χώρες αντιδρούν ακολουθώντας μια άλλη οικονομική πολιτική μέσω της οποίας  θέτουν ως  στόχο μια βιώσιμη λύση για τους πολίτες τους , η οποία είναι ίσως η μόνη βιώσιμη πράγματι λύση,  αποτελώντας ως εκ τούτου, τη δεύτερη καλύτερη επιλογή. Καθόλου άσκημα. Άλλωστε συμφωνούν όλο και περισσότεροι σοβαροί αναλυτές ότι η δεύτερη καλύτερη λύση συνήθως είναι αυτή που εφαρμόζεται εν τοις πράγμασι.
Τα παραπάνω ενισχύουν την άποψη ότι το μείγμα της οικονομικής πολιτικής απαιτεί βελτίωση και κυρίως εμπλουτισμό με νέα μέσα προκειμένου να καταστεί αποτελεσματικότερο. Τα μέσα πολιτικής στο οπλοστάσιο αυτών που διαμορφώνουν και ασκούν πολιτική πρέπει να αυξηθούν έτσι ώστε να διαθέτουν ένα επαρκή αριθμό μέσων ανάλογο του αριθμού των στόχων που πρέπει να επιτευχθούν. Νομίζω ότι μετά από δυόμιση χρόνια ζοφερής πραγματικότητας υπό το Μνημόνιο ακόμα και εκείνοι που δεν συμφωνούσαν με το καταληκτικό συμπέρασμα των παραπάνω , και ήταν πολλοί (μεταξύ των οποίων σήμερα κατέχουν εξέχουσες κυβερνητικές θέσεις[2]), σήμερα συμφωνούν. Εδώ ανοίγεται μια νέα αντιπαράθεση  σχετικά με το ποια μπορούν να είναι αυτά τα μέσα  που θα δώσουν νέους βαθμούς ελευθερίας στην άσκηση της οικονομικής πολιτικής  και θα «απαλλάξουν» στη κυριολεξία  τον ονομαστικό μισθό από το αδιέξοδο (και όχι δύσκολο)  έργο που του έχει ανατεθεί. Δύσκολη απάντηση διότι η οικονομική πολιτική που εφαρμόζεται στην ελληνική οικονομία έχει ιδεολογικά και θεωρητικά στηριχθεί σε αυτή την αντίληψη. Η οποιαδήποτε αλλαγή σε αυτή τη θεώρηση επιβάλλει άρα και αλλαγή υποδείγματος.

ΚΩΣΤΑΣ ΜΕΛΑΣ   15.07.2012.




[1] Υπάρχουν και περιπτώσεις που αυτό δεν είναι απαραίτητο αλλά δεν εμπίπτει στην περίπτωση που συζητούμε.
[2] Τα γραπτά μένουν, οι ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές δηλώσεις μένουν, το διαδίκτυο έχει μνήμη.