Παρασκευή, 6 Ιουλίου 2012

Ιστορίες από την περίοδο της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης.(2)




Το σχέδιο Ντόουζ δεν ήταν παρά μια προσωρινή ρύθμιση , η οποία είχε αφήσει ανοιχτό το συνολικό πόσο των επανορθώσεων. Επίσης η επιδείνωση της οικονομικής συγκυρίας έδωσε τη ευκαιρία για μια προσπάθεια αναδιαπραγμάτευσης των γερμανικών επιβαρύνσεων. Άλλωστε αυτή ήταν πάντοτε η βασική επιδίωξη   των γερμανικών κομμάτων. Ήταν όμως και η επιδίωξη του Εκπροσώπου Επανορθώσεων  ο οποίος επιθυμούσε η Γερμανία να αναλάβει μόνη της υποχρεώσεις της και να μην κρύβεται πίσω από τον Εκπρόσωπο.

Σύμφωνα με το Σχέδιο Young [1] το 1929 οι  πληρωμές για ζημιές και η περίοδος των πληρωμών αναθεωρήθηκαν, οι ετήσιες πληρωμές έπεσαν στα 100 εκατομμύρια λίρες στερλίνες και οι πληρωμές θα  περατώνονταν  το έτος 1988, δηλαδή μετά από εξήντα έτη. Το σχέδιο επίσης δεν προέβλεπε την περαιτέρω εποπτεία των οικονομικών της Γερμανίας και επίσης δεν απαιτούσε την ενεχυρίαση βιομηχανικών ομολόγων και δημοσίων εσόδων. Την ευθύνη των πληρωμών θα είχε πλέον η ίδια η Γερμανία. Επίσης σε περίπτωση που η Γερμανία είχε δυσκολίες στην καταβολή των δόσεων θα μπορούσε να προσφύγει σε μια Διεθνή Επιτροπή Εμπειρογνωμόνων , η οποία θα υπέβαλλε προτάσεις για την αναθεώρηση του σχεδίου. Όμως η Γερμανία , σύμφωνα με το σχέδιο, θα έπρεπε να εκπληρώνει τις υποχρεώσεις της ανεξάρτητα από την κατάσταση που θα βρισκόταν η οικονομία της. Πέρα από τις ευνοϊκές ρυθμίσεις για την οικονομία που περιείχε το σχέδιο Young , εκείνο που πραγματικά πρόσφερε στη Γερμανία , ήταν την πολιτικοοικονομική της κυριαρχία. Συγχρόνως όμως υπήρξε ένα ακόμα πολιτικό αντάλλαγμα : η Γαλλία δέχτηκε τα συμμαχικά στρατεύματα να αποχωρήσουν από τη Ρηνανία μέχρι τις 30 Ιουνίου 1930 , δηλαδή πέντε χρόνια νωρίτερα από την ημερομηνία που καθόριζε η Συνθήκη των Βερσαλλιών.
  Η νέα συμφωνία τέθηκε σε ισχύ τον Απρίλιο του 1930 υποστηριζόμενη από ένα δάνειο 300 εκατομμυρίων δολαρίων.  Αλλά με το ξεκίνημα της οικονομικής κρίσης, η Γερμανία γρήγορα καταποντίστηκε στην οικονομική κρίση, η οποία οδήγησε σε αποπληρωμές για ζημιές τον Ιούνιο του 1931 και την επόμενη χρονιά στην ολοκληρωτική εγκατάλειψή τους. Είχε προηγηθεί το moratorium του προέδρου των ΗΠΑ ,Hoover, τον Ιούλιο του 1931, για διακοπή των πληρωμών χρέους για ένα έτος και το οποίο ακολούθησαν 15 χώρες. Παρά το  moratorium η οικονομική κατάσταση στη Γερμανία χειροτέρευσε. Τελευταία προσπάθεια για μια συνεννόηση για τα ζητήματα του χρέους της Γερμανίας έγινε στη Λωζάννη το 1932. Η ΜΒ, η Γαλλία , η Ιταλία, το Βέλγιο, η Γερμανία και η Ιαπωνία ήλθαν σε μια κατ’ αρχήν συμφωνία ,δεδομένου  ότι την περίοδο αυτή η Γερμανική οικονομική κατάσταση καθιστούσε αδύνατον την αποπληρωμή των υποχρεώσεών της. Οι συμμετέχουσες χώρες συμφώνησαν τα εξής :
-          Να μην πιεστεί η Γερμανία για άμεσες πληρωμές.
-          Να μειωθεί το χρέος κατά 90,0% και να ζητηθεί από τη Γερμανία να ετοιμασθεί για έκδοση ομολόγων. Με τη  μείωση το αρχικό χρέος ύψους 32,3 δις δολαρίων σε 713 εκατομμύρια δολάριο.
-          Επίσης θα έπρεπε να ληφθούν μέτρα σχετικά με το χρέος των υπολοίπων χωρών προς τις ΗΠΑ.
Συνδεδεμένη με το πρόβλημα των γερμανικών αποπληρωμών ήταν η ερώτηση για την εξόφληση των πολεμικών χρεών των Συμμάχων.  Η Ιταλία, η Γαλλία και το Βέλγιο είχαν βγει από τον πόλεμο με χρέος η μία στην άλλη, καθώς και στη Βρετανία, ενώ όλες αυτές μαζί με αρκετές άλλες χώρες είχαν λάβει δάνεια συνολικού ύψους 7.700 εκατομμύρια δολάρια από τις Ηνωμένες Πολιτείες στο τέλος του 1918.  Τα μεταπολεμικά δάνεια για ανακούφιση και ανοικοδόμηση, προστέθηκαν σ` αυτά τα χρέη μέχρι που στο τέλος του 1922 η χρωστούμενη οφειλή στην Αμερική ήταν 9.400 εκατομμύρια δολάρια από τα οποία η Βρετανία ήταν να δώσει 4.100 εκατ. δολ., η Γαλλία 2.900 εκατ. δολ., η Ιταλία 1.600 εκατ. δολ., με το υπόλοιπο να μοιράζεται ανάμεσα στο Βέλγιο, την Κούβα, την Τσεχοσλοβακία, την Ελλάδα, τη Ρουμανία, τη Ρωσία και τη Γιουγκοσλαβία.   Από τότε, πολλές από τις συμμαχικές χώρες θεώρησαν τις γερμανικές αποπληρωμές για τις ζημιές σαν το μέσο για να εξοφλήσουν τα Αμερικάνικα χρέη, όπου ανέπτυξαν μια αλυσίδα από πληρωμές χρεών, ξεκινώντας από τη Γερμανία και καταλήγοντας στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Γι αυτές τις εξοφλήσεις χρεών, για να διευθετηθούν ομαλά, δύο απαιτήσεις πρέπει να ικανοποιηθούν: μεγάλες ποσότητες μάρκου πρέπει να εγκαταλείψουν ετησίως το γερμανικό λαό και αυτές οι ποσότητες πρέπει να μεταφερθούν σε άλλες κυκλοφορίες - ένα μεγάλο τμήμα σε δολάρια τελικά.  Αυτές οι απαιτήσεις μπορούσαν να ικανοποιηθούν, αυξάνοντας αρκετά τους γερμανικούς φόρους, ώστε να απελευθερωθεί ένα ρεύμα αγαθών και υπηρεσιών για εξαγωγές αρκετά μεγάλο για να κερδίσει το ξένο συνάλλαγμα που απαιτείται για αποπληρωμές των ζημιών.  Αλλά επειδή στη γερμανική κυβέρνηση έλειπε το χρυσάφι και το εξωτερικό συνάλλαγμα που ήταν αναγκαίο για να γίνουν οι αρχικές αποπληρωμές, ενώ συγχρόνως δεν ήταν ικανή να πετύχει πλεονασματικό προϋπολογισμό, αλλά και επειδή οι πιστώτριες χώρες αντιτέθηκαν στο να δεχτούν τη μεγάλη εισροή των γερμανικών αγαθών που ήταν απαραίτητη ώστε η χώρα να κερδίσει το ξένο συνάλλαγμα με το οποίο να κάνει αποπληρωμές για τις ζημιές, η διαδικασία της μεταφοράς δεν ήταν ικανή να λειτουργήσει αποτελεσματικά.  Στην πράξη, το πρόβλημα των αποπληρωμών των ζημιών και τα συμμαχικά χρέη δεν είχαν ρυθμιστεί μέχρι τα μέσα του 1920, όταν η Γερμανία άρχισε να υποδέχεται μεγάλα δάνεια από ξένες χώρες, κυρίως τις Ηνωμένες Πολιτείες.  Τότε η αλυσίδα των αποπληρωμών των χρεών άρχισε να λειτουργεί ομαλά, αλλά όταν αυτός ο ξένος δανεισμός προς τη Γερμανία σταμάτησε στα τέλη του 1920, η μεταφορά των αποπληρωμών σταμάτησε επίσης, και με αυτό σταμάτησαν και οι αποπληρωμές που είχαν να κάνουν με τις πολεμικές οφειλές.

Είναι γνωστό ότι το Δεκέμβριο 1932 το κογκρέσο των ΗΠΑ απέρριψε τις αποφάσεις της συνάντησης της Λωζάννης. Μετά από λίγους μήνες το Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα της Γερμανίας με την κατάληψη της εξουσίας αρνήθηκε το χρέος της Γερμανίας ως μην έχον νομική βάση (repudiate).
Έχει ξεχωριστό ενδιαφέρον  να αναφερθούν οι αντιδράσεις των πολιτικών δυνάμεων στο γερμανικό πολιτικό σκηνικό σχετικά με το σχέδιο Young.
Στη Γερμανία η μέγιστη αντίδραση στο σχέδιο Young , προήλθε από την σκληροπυρηνική Δεξιά. Για την αντιμετώπιση του σχεδίου Young δημιουργήθηκε η λεγόμενη Εθνική Επιτροπή για τη Διεξαγωγή Δημοψηφίσματος . Σε αυτήν συμμετείχαν : ο Παγγερμανικός Σύνδεσμος, η παραστρατιωτική οργάνωση Χαλυβδόκρανοι, το Γερμανικό Εθνικό Λαϊκό Κόμμα και το Εθνικοσοσιαλιστικό Γερμανικό Εργατικό Κόμμα. Στις 29 Σεπτεμβρίου , η Επιτροπή υπέβαλε στον Υπουργό των Εσωτερικών την αίτησή της , με την προβλεπόμενη μορφή της πρότασης νόμου , για τη διεξαγωγή του δημοψηφίσματος με αντικείμενο την απόρριψη του σχεδίου Young. Το σημαντικό σημείο ήταν το άρθρο 4 «ο καγκελάριος , οι υπουργοί του Ράιχ και οι πληρεξούσιοί τους, οι οποίοι παραβιάζοντας τις διατάξεις του άρθρου 3 υπογράφουν συνθήκες με ξένες δυνάμεις , υπόκεινται στις προβλεπόμενες ποινές του άρθρου 92 παρ.3 του ποινικού κώδικα». Το Δεκέμβρη του 1929 πραγματοποιήθηκε το δημοψήφισμα: υπέρ ψήφισαν 5,8 εκατομμύρια ή το 13,8% των εκλογέων. Η αποτυχία ήταν προφανής , δεδομένου ότι για να κερδηθεί το δημοψήφισμα απαιτούνταν πάνω από 21 εκατομμύρια ψηφοφόροι. Όμως πολλοί αναλυτές θεωρούν το σχηματισμό της Επιτροπής με τη συμμετοχή του κόμματος του Χίτλερ ως το σημείο καμπής δεδομένου ότι και η «καλή κοινωνία» της Γερμανίας ήταν έτοιμη να τον αναγνωρίσει ως πολιτικό εταίρο.
Στις 12 Μαρτίου οι όροι του σχεδίου Young εγκρίθηκαν στο γερμανικό κοινοβούλιο  με 265 ψήφους υπέρ και 192 ψήφους κατά  και 3 αποχές. Εναντίον ψήφισαν τα κόμματα της σκληροπυρηνικής δεξιάς και το κομμουνιστικό κόμμα για διαφορετικούς λόγους βεβαίως η κάθε πλευρά. Υπέρ το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα και τα κόμματα του κέντρου.
Η αναφορά μας σε ορισμένα ζητήματα σχετικά με τις πολεμικές επανορθώσεις θεωρούμε ότι φωτίζουν  στιγμές της ιστορίας της Γερμανίας και υπό μια έννοια καθιστούν και εμάς κοινωνούς του πως οι χώρες των νικητών αντιμετώπισαν τις χώρες των ηττημένων  αλλά και πως οι πολιτικοί σχηματισμοί των «ηττημένων» χωρών αντέδρασαν μπροστά στην πραγματικότητα της απώλειας οικονομικής και πολιτικής κυριαρχίας.  Δυστυχώς η μελέτη της ιστορίας δεν διδάσκει με τον τρόπο που πολλοί νομίζουν ότι διδάσκει. Είναι κατανοητό επίσης ότι η αναφορά στη γερμανική ιστορία δεν είναι τυχαία. Όμως δεν γίνεται για λόγους ηθικούς ή δικαίου με την έννοια «κοίτα Γερμανία πως αντέδρασες τότε,  γιατί δεν εφαρμόζεις τώρα αυτά που δεν ήθελες να εφαρμόσουν οι άλλοι σε σένα;». Γίνεται για να αντιληφθούμε όλοι πως είναι η πραγματικότητα . Είναι εύκολο να προβαίνουμε σε δεοντολογικούς  συλλογισμούς. Δύσκολο όμως να αντιμετωπίζουμε την πραγματικότητα. Όλα όσα σήμερα λέγονται από τους ελληνικούς πολιτικούς σχηματισμούς έχουν ειπωθεί σε άλλους καιρούς. Ίσως οι περισσότεροι που συμμετέχουν στα κόμματα να μην το γνωρίζουν. Δεν θα σήμαινε κάτι ακόμα και να το γνώριζαν. Η προσπάθεια επιβολής της κυριαρχίας του καθένα από αυτούς είναι τόσο μεγάλη όσο η ανάγκη του πολύ πεινασμένου για τροφή.  Αυτή η συμπεριφορά ανήκει στην ανθρώπινη κατάσταση. Και στη μοίρα του ανθρώπου είτε ως ευτυχισμένο  είτε ως δυστυχισμένο όν.       

Κώστας Μελάς  06.07.2012.



.





[1] Πήρε το όνομά του από τον  Owen D. Young, τον αμερικανό επικεφαλής της Συνδιάσκεψης των Εμπειρογνωμόνων, η οποία άρχισε το Φεβρουάριο του 1929 και τερματίστηκε στις 7 Ιουνίου 1929 στο Παρίσι. Στην αμερικανική αντιπροσωπεία συμμετείχε και ο γνωστός τραπεζίτης J. P. Morgan jr.